Ας μιλήσουμε για το συμβολικό έτος 2050. Το 2050 κυκλοφορεί στον σύγχρονο λόγο με μια ιδιότυπη αυθεντία. Δεν εμφανίζεται ως υπόθεση, αλλά ως δομή: ένα σταθερό σημείο αναφοράς γύρω από το οποίο οργανώνονται πολιτικές, προβολές και δεσμεύσεις. Στη γλώσσα των κυβερνήσεων, το μέλλον είναι ήδη εδώ. Οι εκπομπές αερίων θα μειωθούν μέχρι τότε. Τα χρέη θα αποπληρωθούν μέχρι τότε. Υποδομές θα έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τότε. Ακόμα και ο πόλεμος, στη δυνητική του μορφή, βαθμονομείται προς αυτόν τον ορίζοντα, μέσω εξοπλισμών και στρατηγικών δογμάτων σχεδιασμένων για ενδεχόμενα.

Το αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό αυτού του λόγου δεν είναι η φιλοδοξία, αλλά η ψυχραιμία του. Το μέλλον αντιμετωπίζεται ως συνεχές, λες και τα ενδιάμεσα χρόνια δεν αποτελούν πρόβλημα αλλά μέσο – διαφανές, διασχίσιμο, διοικητικά διαθέσιμο. Ο χρόνος υποτίθεται ότι αντέχει. Εν τούτοις, αυτή η υπόθεση δεν κατανέμεται ομοιόμορφα στην κοινωνική εμπειρία. Για το άτομο, ο χρονικός ορίζοντας έχει υποστεί μια συστολή τόσο λεπτή που συχνά διαφεύγει από τις διατυπώσεις μας. Δεν διακηρύσσεται, ασκείται. Ο,τι σχεδιάζεται σχεδιάζεται σε σιωπηρή προσωρινότητα. Η γλώσσα της πρόθεσης μετριάζεται όλο και περισσότερο από δισταγμό: «Βλέπουμε πώς θα πάει». Αυτό που εκ πρώτης μοιάζει με αναποφασιστικότητα είναι στην πραγματικότητα μια επαναρύθμιση, μια απόκριση στην αυξανόμενη αναξιοπιστία της χρονικής συνέχειας. Μόνο που η απόκλιση δεν είναι απλώς ψυχολογική. Είναι ιστορική.

Οι τελευταίες δεκαετίες παρήγαγαν μια ακολουθία διαταραχών δύσκολων να ενταχθούν σε μια σταθερή αφήγηση προόδου (οικονομικές κρίσεις, πανδημίες, γεωπολιτικές αστάθειες, οικολογικοί μετασχηματισμοί). Το σωρευτικό αποτέλεσμα δεν είναι απλώς αβεβαιότητα, αλλά μια δομική αποδυνάμωση του μακροπρόθεσμου ως βιωμένης κατηγορίας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η συντόμευση των προσωπικών χρονικών οριζόντων προκύπτει ως αποτυχία παρά ως προσαρμογή. Το άτομο, αδυνατώντας να βασιστεί στη σταθερότητα μακρινών προβολών, υποχωρεί σε εγγύτερα διαστήματα υπολογισιμότητας. Φιλόδοξο πλαίσιο είναι ο ένας χρόνος, μήνες, εβδομάδες, ρεαλιστικές μονάδες που εξακολουθούν να αντιστοιχίζονται με την εμπειρία.

Αυτό που χάνεται σε αυτή τη συστολή δεν είναι μόνο η προνοητικότητα, αλλά μια συγκεκριμένη σχέση με το ίδιο το μέλλον. Το να σχεδιάζει κανείς σε μεγάλες διάρκειες προϋποθέτει κάτι περισσότερο από σταθερότητα. Προϋποθέτει ότι το μέλλον είναι κατοικήσιμο. Οτι μπορεί κανείς να φαντάζεται τον εαυτό του υφιστάμενο σε έναν χρόνο που δεν υπάρχει ακόμη και να ενεργεί αναλόγως. Αυτή η πράξη, στις καθημερινές της μορφές (η επιλογή επαγγέλματος, η δέσμευση σε έναν τόπο…), συνιστά μια σιωπηρή επιβεβαίωση ότι το μέλλον θα μας δεχτεί. Οταν αυτή η επιβεβαίωση δυσχεραίνεται, ο σχεδιασμός δεν παύει, αλλά αποδυναμώνεται. Το μέλλον επιμένει, αλλά σε μειωμένη κλίμακα. Δεν είναι πλέον το πεδίο όπου προβάλλεται η ζωή, αλλά ένα υπόβαθρο όπου γίνονται βραχυπρόθεσμες προσαρμογές.

Σε επίπεδο θεσμών, αντιθέτως, το μακροπρόθεσμο παραμένει όχι μόνο άθικτο, αλλά και αναγκαίο. Τα κράτη δεν λειτουργούν δίχως εκτεταμένα χρονικά πλαίσια. Το χρέος, εξ ορισμού, δεσμεύει το παρόν με το μέλλον. Οι υποδομές προϋποθέτουν συνέχεια. Η κλιματική πολιτική απαιτεί ορίζοντες δεκαετιών. Ακόμα και ο στρατιωτικός σχεδιασμός εξαρτάται από την παραδοχή ότι τα μελλοντικά σενάρια μπορούν να προβλεφθούν. Ιδού το παράδοξο. Οι ίδιες δομές που οργανώνουν τη συλλογική ύπαρξη συνεχίζουν να βασίζονται σε μακροπρόθεσμες χρονικότητες, ενώ τα άτομα που κατοικούν σε αυτές τις δομές προσανατολίζονται όλο και περισσότερο στο βραχυπρόθεσμο. Με άλλα λόγια, τα κράτη κάνουν σχέδια σε βάθος δεκαετιών (ενίοτε εμμονικά), ενώ τα άτομα τελούμε υπό τη νοοτροπία «ποιος ζει, ποιος πεθαίνει μέχρι τότε».

Ενα κράτος μπορεί να δεσμευτεί σήμερα για μια ενεργειακή μετάβαση μέχρι το 2050, ενώ οι πολίτες του διστάζουν να δεσμευτούν πέρα από τον επόμενο χρόνο. Μια πόλη μπορεί να ξεκινήσει την κατασκευή μιας γραμμής μετρό που θα ολοκληρωθεί σε μια δεκαετία, ενώ οι δυνητικοί χρήστες της ίσως δεν είναι βέβαιοι πού (και αν) θα ζουν τότε. Τα κράτη αγοράζουν όπλα just in case, τα άτομα διστάζουν να προγραμματίσουν ταξίδια στην επόμενη διετία.

Η συνύπαρξη αυτών των χρονικών καθεστώτων δεν είναι άμεσα ορατή, δεν μιλάμε για ευθεία σύγκρουση. Το σύστημα συνεχίζει να λειτουργεί, καταρτίζονται σχέδια, εκκινούν έργα, η ζωή τραβάει την ανηφόρα και τα ρέστα. Ομως η συνοχή μεταξύ τους έχει εξασθενήσει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το μέλλον έχει, τρόπον τινά, απαλλοτριωθεί. Παραμένει αντικείμενο σχεδιασμού, αλλά λιγότερο αντικείμενο εμπειρίας. Διοικείται, ποσοτικοποιείται, προβάλλεται, αλλά σπανιότερα κατοικείται εκ των προτέρων μέσω προσωπικής δέσμευσης. Το αποτέλεσμα είναι μια χρονική ασυμμετρία: ένα εκτεταμένο μέλλον στο επίπεδο της αφαίρεσης, ένα συρρικνωμένο μέλλον στο επίπεδο της βιωμένης εμπειρίας. Το (όποιο) 2050, σε αυτό το πλαίσιο, αποκτά τον ιδιότυπο χαρακτήρα του. Είναι ταυτόχρονα πανταχού παρόν και απόμακρο. Δομεί τον λόγο χωρίς να δομεί τη ζωή. Είναι ένας ορίζοντας που οργανώνει τη συλλογική δράση, αλλά σπάνια την ατομική πρόθεση. Η επισήμανση αυτής της απόκλισης δεν σημαίνει πρόταση επιστροφής σε μεγαλύτερους χρονικούς ορίζοντες. Μια τέτοια επιστροφή θα απαιτούσε συνθήκες (οικονομική σταθερότητα, πολιτική συνέχεια, οικολογική προβλεψιμότητα) που δεν μπορούν να προκύψουν βουλητικά. Ούτε η συστολή του προσωπικού χρόνου είναι κατ’ ανάγκην παθολογική – αντανακλά, με μια ορισμένη ακρίβεια, τη μεταβλητότητα του παρόντος.

Το ερώτημα είναι μάλλον αν μια κοινωνία μπορεί να διατηρήσει μια ουσιαστική σχέση με το μέλλον της όταν αυτό βιώνεται τόσο άνισα. Αν ο μακροπρόθεσμος σχεδιασμός, παραμένοντας περιορισμένος στους θεσμούς, κινδυνεύει να καταστεί τυπικός, ακριβής στις προβολές του, αλλά αποκομμένος από την υφή του βιωμένου χρόνου. Αν, αντιστρόφως, υπό τη δέσμευση στο βραχυπρόθεσμο, η ικανότητα των ατόμων να συμμετέχουν στη διαμόρφωση αυτού του μέλλοντος μειώνεται. Το μέλλον γίνεται κάτι που συμβαίνει αντί κάτι που κατοικείται συλλογικά.

Εξακολουθούμε να κάνουμε σχέδια για το 2050. Το γεγονός καθαυτό δεν είναι ούτε αμελητέο ούτε καθησυχαστικό. Δείχνει ότι η ιδέα ενός κοινού μέλλοντος παραμένει. Αποκαλύπτει όμως και το μέτρο στο οποίο αυτή η ιδέα έχει κατανεμηθεί άνισα: διατηρούμενη στο επίπεδο των συστημάτων, εξασθενημένη στο επίπεδο της ζωής. Το πρόβλημα δεν είναι ότι το μέλλον σχεδιάζεται. Είναι ότι σχεδιάζεται από απόσταση. Και η απόσταση, όπως και στον χώρο έτσι και στον χρόνο, δεν είναι απλώς ζήτημα μέτρησης. Είναι ζήτημα σχέσης. Αν εκλείψει η σχέση του μέλλοντος, κινδυνεύει να εκλείψει το ίδιο το μέλλον. Ας έχουμε κατά νου, εξάλλου, τον άγραφο νόμο: «Θα δούμε» είναι ο ευγενικός τρόπος να πεις «Δεν θα έρθω». Και, με τις χρονικές ασυμμετρίες που επικρατούν στον ασύμμετρο κόσμο μας, με τις μάζες ημών των απλών ανθρώπων αναγκασμένες να δρουν με το «θα δούμε», το σενάριο να χωνέψουμε παθητικά ένα μέλλον από όπου θα λείπουμε γίνεται επικίνδυνα πραγματικό.