«Στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, τα βιβλία μάλλον βρίσκονται στην τελευταία τους κατοικία» λέει με θλίψη ο Θανάσης Βαφειάδης, τοπογράφος, συγγραφέας, μια σημαντική προσωπικότητα του Κιλκίς με αξιόλογη εκδοτική παρουσία. «Ο κόσμος δεν διαβάζει, ασχολείται με τα κινητά του, σκρολάρει για να βλέπει εικόνες και δεν έχει την αντοχή ούτε τη διάθεση να διαβάσει, έστω και ένα μικρό κείμενο» συνεχίζει μελαγχολικά. Ωστόσο ο ίδιος γράφει. Δίνει συμβουλές για επίδοξους ερευνητές και συγγραφείς, συνιστά επιβεβαίωση κάθε είδησης και παραμένει λάτρης των βιβλίων, των τυπογραφείων και της… μυρωδιάς του μελανιού. Το έργο του «Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940» είναι από τις σημαντικότερες πηγές ιστορίας του τόπου μας. Τον συναντήσαμε στο γραφείο του στο Κιλκίς όπου και μιλήσαμε περίπου… για όλα.

Ποιοι ήταν ο λόγοι που σας οδήγησαν να ασχοληθείτε με την Ιστορία του Κιλκίς; Ηταν ένα πρόσωπο, ένα γεγονός ή ένα συναίσθημα;

«Ο πρώτος λόγος ήταν ότι μου άρεσε πάντα η Ιστορία και η τοπική Ιστορία έχει ένα ενδιαφέρον όσο και η γενική Ιστορία. Ομως ήταν και το γεγονός ότι είναι αυτή και η δουλειά μου, που με αναγκάζει να έχω μια γνώση των ιστορικών συνθηκών που επικράτησαν στην περιοχή και να μπορέσω να μελετήσω την εξέλιξη της πόλης».

 

Ποιες ήταν οι πηγές σας και πόσα χρόνια σάς πήρε να βρείτε το υλικό σας για το «Χρονικό του Κιλκίς»;

«Το βασικό υλικό το είχα αντλήσει από τη Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων και την Εθνική Βιβλιοθήκη. Ηταν ένα υλικό στηριγμένο στην έρευνα 16 τουλάχιστον εφημερίδων πανελλαδικής κυκλοφορίας. Η έρευνα αυτή κράτησε 3 χρόνια με πολύ εντατικούς ρυθμούς δουλειάς».

Το φωτογραφικό αρχείο σας είναι πολύ μεγάλο σε όγκο και αξία. Ποιες ήταν οι δυσκολίες στη συγκέντρωση αυτού του υλικού;

«Το ένα ήταν η οικονομική δαπάνη. Το να αγοράσεις φωτογραφίες, γιατί ένα μέρος της συλλογής έχει αγοραστεί, είναι ένα ακριβό σπορ, γιατί εάν είσαι συλλέκτης θα πρέπει να διαθέτεις αρκετά χρήματα και φυσικά αρκετό χρόνο για να κυνηγήσεις, με κάποιον τρόπο, αυτούς που θα σου δώσουν το υλικό. Και ένα μέρος μου το έχουν εμπιστευτεί φίλοι και συμπολίτες μας. Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι κάποιοι εξ αυτών δεν είχαν καν τη διάθεση να ψάξουν στο σπίτι τους και να βρουν τις παλιές φωτογραφίες, που είναι οικογενειακά κειμήλια. Πολλοί, όμως, ήταν πρόθυμοι να μου εμπιστευτούν αυτό το υλικό».

Δεδομένου ότι η δημοσιογραφία αποτελεί μία από τις κύριες πηγές της Ιστορίας ενός τόπου, θεωρείτε ότι υπάρχει σωστός τρόπος αντιμετώπισης τυχόν fake news από τον ερευνητή;

«Ο ερευνητής θα πρέπει να διασταυρώνει τις πηγές του πάντα, γιατί κυκλοφορούν πάρα πολλές λανθασμένες πληροφορίες τόσο εύκολα όσο ένας ιός υπολογιστή. Διαδίδονται εύκολα από αυτούς που δεν ξέρουν. Επομένως, ένας ερευνητής θα πρέπει να αξιολογήσει το υλικό του, να δει εάν οι πηγές που χρησιμοποίησε είναι αξιόπιστες και πολύ περισσότερο να είναι… άπιστος Θωμάς στις προφορικές μαρτυρίες, γιατί οι προφορικές μαρτυρίες πολλές φορές δεν περιέχουν όλη την αλήθεια. Εχουν την εικόνα που έχει αντιληφθεί αυτός που παρέχει τις πληροφορίες και ίσως να είναι λανθασμένη αυτή η εικόνα».

Πιστεύετε ότι στην ψηφιακή εποχή που ζούμε μπορεί να μείνει ανεπηρέαστο το βιβλίο;

«Στην ψηφιακή εποχή που ζούμε, τα βιβλία μάλλον βρίσκονται στην τελευταία τους κατοικία. Ο κόσμος δεν διαβάζει, ασχολείται με τα κινητά του, σκρολάρει για να βλέπει εικόνες και δεν έχει την αντοχή ούτε τη διάθεση να διαβάσει έστω και ένα μικρό κείμενο, και τα πράγματα είναι πολύ άσχημα γιατί το βιβλίο είναι αναντικατάστατο. Ακόμα και τα βιβλία ελαφράς λογοτεχνίας, ούτε και αυτά έχουν πέραση».

Ποια τα οφέλη της συγγραφής στη ζωή και στην ψυχή σας;

«Είναι πάρα πολλά, το ζήτημα είναι ότι ειδικά στα βιβλία έρευνας έχεις μια φοβερή ικανοποίηση όταν βρίσκεις κάποιες πληροφορίες οι οποίες είναι σημαντικές και δύσκολο να τις αποκτούσες, όπως μεγάλη είναι και η απογοήτευση όταν ψάχνεις για εβδομάδες ή για μήνες και δεν βρίσκεις κάποιο υλικό που να αξίζει. Τα συναισθήματα κυμαίνονται. Ουσιαστικά, μεγαλύτερη ικανοποίηση είναι όταν δεις το βιβλίο σου τυπωμένο. Μετά το αξιολογείς και εκεί υπάρχει εναλλαγή συναισθημάτων. Στην αρχή το θεωρείς ότι είναι καλό, μετά επανεκτιμάς και λες ότι δεν ήταν κάτι σπουδαίο και στο τέλος έρχεται μια ισορροπία λες «Κάτι έγραψα και εγώ!»».

Οι νέοι στις μέρες μας δεν δείχνουν να ενδιαφέρονται για την Ιστορία του τόπου τους. Τι θα τους λέγατε προκειμένου να τους κινήσετε το ενδιαφέρον; Τι έχουν να κερδίσουν από τη μελέτη της τοπικής ιστορίας;

«Εχουν να κερδίσουν πολλά, χωρίς να το ξέρουν. Και το κυριότερο: όταν θα καταλάβουν την αξία της τοπικής ιστορίας και θα την αναζητήσουν, ενδεχομένως θα είναι αργά για να πάρουν κάποιες πληροφορίες. Εγώ όταν ήμουν στην ηλικία σας ποτέ δεν σκέφτηκα να ρωτήσω τον παππού μου, που ήταν από τους πρώτους κατοίκους αυτής της πόλης και είχε ζήσει πολλά πράγματα, τι ακριβώς συνέβαινε τότε να μου τα αφηγηθεί. Οταν αποφάσισα να ψάξω, πολλοί από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν να μου δώσουν πληροφορίες είχαν ήδη φύγει».

Από ποια ηλικία ξεκινήσατε να ασχολείστε με τα ιστορικά βιβλία; Οταν ήσασταν μαθητής σας ενδιέφερε η ιστορία κάθε τόπου, τα ιστορικά βιβλία;

«Ναι, με ενδιέφερε σαν μαθητή αλλά όχι ιδιαίτερα. Ουσιαστικά, ξεκίνησα από τη δεκαετία του ’90, το 1994 βγήκε το πρώτο μου βιβλίο και συνέχισα, έχοντας συνολικά πέντε βιβλία και έναν μεγάλο αριθμό δημοσιεύσεων σε περιοδικά ή και σε εφημερίδες».

Υπήρξε ποτέ στιγμή στη ζωή σας που σταματήσατε να ασχολείστε με το γράψιμο και αν ναι, για πόσο καιρό;

«Ναι, βέβαια, υπήρξαν περίοδοι που είχα σταματήσει και να ψάχνω και να γράφω. Ερχεται μια κούραση. Δεν είναι εύκολο πράγμα να γράφεις, ειδικά όταν δεν στηρίζεσαι στην έμπνευση αλλά σε πραγματικές πληροφορίες, που απαιτούν έρευνα και μόχθο. Είχα σταματήσει, ξανάρχισα… 30 σχεδόν χρόνια ασχολούμαι με αυτό».

«Ενα βιβλίο θέλει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια»

Ποια είναι η συμβουλή σας προς όλους και όλες που επιθυμούν να ασχοληθούν με την έρευνα και τη συγγραφή;

«Να έχουν υπομονή. Χωρίς υπομονή δεν θα μπορέσουν να αντέξουν ούτε λίγες εβδομάδες ή λίγους μήνες, για την ολοκλήρωση ενός έργου. Για να ολοκληρώσεις ένα έργο, χρειάζεσαι πάρα πολύ καιρό και συνεχή εργασία. Τώρα να φανταστείς, το βιβλίο που έγραψα το 2013, απλά το έγραψα σε τρία χρόνια γιατί ήθελα να προλάβω την επέτειο των 100 χρόνων από την απελευθέρωση της πόλης. Ενα βιβλίο θέλει τουλάχιστον τέσσερα χρόνια για να το γράψεις και ενδεχομένως πολύ περισσότερο».

Συνέντευξη στους Μαρία Γιοβανούδη, {Μανώλη Λαζαρίδη