Ηταν το επεισόδιο του Φρίντριχ Μερτς με τον Ντόναλντ Τραμπ η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι για τους Ευρωπαίους; Πιστεύουν, πράγματι, στις μεγάλες πρωτεύουσες της Γηραιάς Ηπείρου ότι ο Λευκός Οίκος θα υλοποιήσει τις απειλές περί αποδυνάμωσης της νατοϊκής δύναμης επί του γερμανικού εδάφους; Οπως επιβεβαιώνει στο «Βήμα» διπλωματική πηγή από τη Γερμανία, «πολλοί στο Βερολίνο γνωρίζουν ότι ο καγκελάριος, κάποιες φορές, είναι πιο παρορμητικός απ’ ό,τι ορίζει η θέση του». Τόσο, που να φτάσει στο σημείο να εγκαλεί δημοσίως τον αμερικανό πρόεδρο για έλλειμμα στρατηγικής και ταπείνωση των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο με το Ιράν.
Οσο δε για την απόσυρση των 5.000 στρατιωτών και τη μη παράδοση των πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς στη Γερμανία, η ατάκα του υπουργού Εξωτερικών Γιόχαν Βάντεφουλ, την περασμένη Δευτέρα από την Αθήνα, αποτύπωνε εύγλωττα τη θέση της καγκελαρίας: «Είμαι πεπεισμένος ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν την αξία και τη σημασία του ΝΑΤΟ και για τη δική τους ασφάλεια». Ο ίδιος εκτίμησε ότι εν τέλει δεν θα υπάρξει μείωση της νατοϊκής δύναμης αποτροπής στην Ευρώπη. Ακόμα, όμως, κι αν συμβεί, «θα υπάρξει αντιστάθμιση».
Η προσπάθεια του Βερολίνου να αποκλιμακώσει αυτήν την άνευ προηγουμένου αντιπαράθεση με την Ουάσιγκτον δεν είναι δυνατόν να εξωραΐσει τη νέα πραγματικότητα στις ευρωαμερικανικές σχέσεις. Οι Ευρωπαίοι (με πυρήνες τη Γαλλία και την Ιταλία, αλλά και τη Γερμανία πλέον να ακολουθεί) γνωρίζουν ότι δεν μπορούν πλέον να στηρίζονται στις ΗΠΑ. Στα μείζονα ζητήματα της άμυνας και της εξωτερικής πολιτικής απαιτείται χειραφέτηση από τον «Θείο Σαμ». Η θέση αυτή εμπεδώνεται, σήμερα, με τον πλέον επώδυνο τρόπο, καθώς οι επιπτώσεις του πολέμου στο Ιράν θίγουν, απειλώντας να κλονίσουν, τις ευρωπαϊκές κοινωνίες και αγορές.
«Οι Αμερικανοί είναι τόσο απρόβλεπτοι που θα έπρεπε ήδη να αναζητούμε εναλλακτικές διαδρομές προς ενίσχυση των θέσεών μας» λέει στο «Βήμα» έλληνας διπλωμάτης με προϋπηρεσία στους διεθνείς οργανισμούς. Και όπως όλα δείχνουν, η ρήξη δεν οφείλεται, απλώς, στον Τραμπ. Το πιθανότερο είναι ότι και η διάδοχη κατάσταση, ειδικά αν πρόκειται για τον αντιπρόεδρο Βανς, θα επιχειρήσει να ανοίξει ακόμα περισσότερο το ρήγμα ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού. Σε ποια πλευρά όμως στέκεται η Ελλάδα;
Λεπτές ισορροπίες
Προς το παρόν μοιάζει να πατά και στις δύο βάρκες. «Είναι μια δύσκολη ισορροπία, η θέση μας όμως είναι στην Ευρώπη, πρέπει να στηρίξουμε το εγχείρημα της ευρωπαϊκής αμυντικής αυτονομίας και δη τη Γαλλία, η οποία το “τρέχει”» επισημαίνει με πυγμή στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, εκφράζοντας μια θέση την οποία εν μέρει συμμερίζονται και στο Μέγαρο Μαξίμου.
Σύμφωνα με τα δημοσίως λεγόμενα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, «οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις βρίσκονται στο καλύτερο επίπεδο όλων των εποχών». Πέραν της βαθιάς στρατηγικής συμμαχίας, τόσο στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και διμερώς, συνεργάτες του Κυριάκου Μητσοτάκη επικαλούνται πλέον και όσα σχεδόν αποθεωτικά είπε ο Τραμπ, μιλώντας προ ημερών σε δημοσιογράφους, για την Ελλάδα και τον Πρωθυπουργό: «Καταλαβαίνουν τις ανάγκες, είναι φανταστικός».
«Αν με ρωτάτε για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις, δεν τις έχω δει να χειροτερεύουν καθόλου» ήταν η απάντηση του υπουργού Αμυνας Νίκου Δένδια στο ερώτημα αν η ευρωαμερικανική αντιπαράθεση αντανακλά στο δίπολο Αθήνας- Ουάσιγκτον. «Είναι, νομίζω, σε πάρα πολύ καλό επίπεδο» πρόσθεσε ο ίδιος. Παρόμοιες ήταν και οι δηλώσεις του Γιώργου Γεραπετρίτη κατόπιν αμφοτέρων των συναντήσεων που είχε τους τελευταίους μήνες με τον αμερικανό ομόλογό του Μάρκο Ρούμπιο, ενώ μετά το τετ α τετ με τον κ. Βάντεφουλ ο υπουργός Εξωτερικών χαρακτήρισε τη διατλαντική συνεργασία «εξαιρετικά σημαντική».
Παρ’ όλα αυτά, η διεξαγωγή του επόμενου γύρου του στρατηγικού διαλόγου Ελλάδας – ΗΠΑ εκκρεμεί ήδη από τον Νοέμβριο του 2025, ενώ δεν έχουν προγραμματιστεί ούτε οι απαραίτητες προπαρασκευαστικές επαφές. Η δε αποστροφή της αμερικανίδας πρεσβευτού Κίμπερλι Γκίλφοϊλ περί πιθανής έλευσης του Ντόναλντ Τραμπ στην Αθήνα, επρόκειτο μάλλον για ευχή και όχι ως προαναγγελία.
Με φόντο τις ενδιάμεσες εκλογές
«Το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν ασχολούνται πολύ με την Ελλάδα, πιστέψτε με είναι θετικό» λέει σκωπτικά στο «Βήμα» στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος. Πάντως, σύμφωνα με διασταυρωμένες πληροφορίες, τα επιτελεία των δύο υπουργείων Εξωτερικών αναζητούν κοινό τόπο ώστε ο αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να επισκεφθεί την ελληνική πρωτεύουσα πριν ή μετά τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ (7-8 Ιουλίου, στην Αγκυρα), ώστε να πραγματοποιηθεί και ο Στρατηγικός Διάλογος.
Η Αθήνα βεβαίως καλλιεργεί κυρίως διά της υφυπουργού Εξωτερικών Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου τις σχέσεις της με το αμερικανικό Κογκρέσο, διατηρώντας ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας με υψηλόβαθμα μέλη των νομοθετικών σωμάτων, προκειμένου να μην απολεσθεί η αίσθηση, αλλά και η ουσία των διμερών επαφών. Πρόκειται για μια πεπατημένη, την οποία ακολουθεί και η γερμανική διπλωματία, με στόχο τη διατήρηση των διαχρονικών δεσμών με την Ουάσιγκτον.
Επιπλέον, τόσο στην ελληνική πρωτεύουσα όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, αναμένουν πλέον τις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, καθώς σχεδόν προεξοφλείται ήττα των Ρεπουμπλικανών και αλλαγή συσχετισμών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενδεχομένως και στη Γερουσία. Μια τέτοια εξέλιξη είναι βέβαιο ότι θα ανακόψει ακόμα περισσότερο τη δυναμική του Τραμπ, ο οποίος όσο περνούν οι μήνες βλέπει το κύμα υποστήριξής του στη Γηραιά Ηπειρο να φθίνει και τα ποσοστά των ιδεολογικά όμορων σε αυτόν πολιτικών δυνάμεων να μειώνονται.
Διπλωματία των εξοπλισμών
Την ώρα, πάντως, που οι Ευρωπαίοι – συλλογικά και εθνικά – προωθούν μετά κόπων και βασάνων το εγχείρημα της αμυντικής αυτονομίας τους, η Ελλάδα παραμένει πλειοψηφικά προσανατολισμένη στους αμερικανικούς εξοπλισμούς, σε ποσοστό 80%-20%. Και αυτός είναι ένας συσχετισμός τον οποίο Γαλλία, Ιταλία και Γερμανία (δηλαδή τα κράτη με ισχυρές στρατιωτικές βιομηχανίες) θα ήθελαν να μετριάσουν, χωρίς βεβαίως να αγνοείται το γεγονός ότι η ελληνοαμερικανική συμμαχία στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ έχει τις ρίζες της στις αρχές της δεκαετίας του 1950.
«Η ΕΕ πρέπει να αποκτήσει αυτονομία και η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει την ευρωπαϊκή άμυνα, ειδικά τώρα που αποκαλύπτεται το κενό εξαιτίας της απομάκρυνσης των Αμερικανών. Από την άλλη πλευρά, επιδιώκουμε όλες οι πρωτοβουλίες που βρίσκονται στα σκαριά να λειτουργήσουν μελλοντικά συμπληρωματικά στο ΝΑΤΟ. Είμαστε περήφανοι που βρισκόμαστε στην “καρδιά” του ΝΑΤΟ» λέει στο «Βήμα» στέλεχος με εγγύτητα στο Μέγαρο Μαξίμου, αποτυπώνοντας τα πραγματικά διλήμματα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.
Αντιθέτως, πρώτος ο γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν μίλησε για τη δημιουργία ενός «ευρωπαϊκού ΝΑΤΟ», χωρίς αμερικανικές εξαρτήσεις, ενώ και οι Γερμανοί παρά τις επιφυλάξεις τους έναντι μιας γαλλικής πρωτοκαθεδρίας αναφέρονται στην ανάγκη «ενδυνάμωσης του ευρωπαϊκού πυλώνα του ΝΑΤΟ». Αυτή τη στιγμή, πάντως, η Ελλάδα αναμένει άλλες τρεις γαλλικές φρεγάτες Belh@rra, διαθέτει 24 μαχητικά Rafale, υλοποιεί το πρόγραμμα για τις 2+2 ιταλικές φρεγάτες Bergamini και αναβαθμίζει τις γερμανικές ΜΕΚΟ, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να τοποθετεί τη χώρα, τόσο πολιτικά όσο και στον τομέα των εξοπλισμών, στους εμπνευστές του οράματος της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας. Από την άλλη πλευρά, οι αριθμοί που παρατέθηκαν δεν λένε ψέματα. Η μεγαλύτερη αγορά, άλλωστε, για τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις είναι τα αμερικανικά F-35.
