Τρεις από τις ρυθμίσεις του Συντάγματος που έχουν τεθεί σε δημόσια συζήτηση είναι οι πιο «εύφλεκτες» από πολιτική άποψη: η ποινική ευθύνη υπουργών (άρθρο 86 του Συντάγματος), ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας του συστήματος δικαιοσύνης (άρθρο 90 παράγραφος 5) και η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 103 παράγραφος 4).
Και οι τρεις ρυθμίσεις προσπαθούν να ισορροπήσουν ανάμεσα σε αντίθετες μέριμνες.
Συγκεκριμένα, η ποινική ευθύνη υπουργών πρέπει να αποδίδεται χωρίς οι υπουργοί να έχουν διαφορετική μεταχείριση από εκείνη των απλών πολιτών, αλλά και χωρίς οι ίδιοι να κινδυνεύουν από πολιτικά υποκινούμενη ποινική εμπλοκή τους για ενέργειές τους ως υπουργών, τις οποίες τρίτοι τυχόν θεωρήσουν ως ποινικά αδικήματα. Η επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων πρέπει να υπηρετεί την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης έναντι των άλλων δύο δημοκρατικών εξουσιών, χωρίς όμως η επιλογή αυτή να αφίσταται εντελώς από το θεμέλιο του δημοκρατικού πολιτεύματος που είναι η λαϊκή κυριαρχία. Και οι δημόσιοι υπάλληλοι πρέπει να εκτελούν τα καθήκοντά τους απερίσπαστοι από τις κυβερνητικές μεταβολές, ενώ ταυτόχρονα οι ίδιοι πρέπει να είναι αποδοτικοί στο έργο τους, αφού έχουν ταχθεί να υπηρετούν, πρώτον, τη νομιμότητα και, δεύτερον, τους πολίτες.
Πέρα από τις ανωτέρω, διακριτές για κάθε περίπτωση, μέριμνες, που σωστά τονίζει η νομική επιστήμη, υπάρχει και ένα άλλο ζεύγος μεριμνών, όμοιο και στις τρεις περιπτώσεις, το οποίο θα υπογράμμιζε η πολιτική επιστήμη. Στη δημοκρατία, η ποινική δίωξη κατά υπουργών, η επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και το υπηρεσιακό καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων θα πρέπει αφενός να ερείδονται στην πολιτική νομιμοποίηση, δηλαδή αποδοχή από τους πολίτες, και στην πολιτική εμπιστοσύνη και αφετέρου να υπηρετούν την πολιτική σταθερότητα.
Τα μεγάλα, πράγματι, εμπόδια που θέτει η ισχύουσα συνταγματική πρόβλεψη για την απόδοση ποινικής ευθύνης σε υπουργούς έχουν καταστήσει στη χώρα μας, σε αντίθεση με άλλες σύγχρονες δημοκρατίες, πολύ σπάνια την πιθανότητα έναρξης της ποινικής διαδικασίας κατά υπουργών. Η κατάσταση αυτή ίσως διευκολύνει την πολιτική σταθερότητα, αλλά βλάπτει την πολιτική νομιμοποίηση τόσο της κυβέρνησης όσο και της Βουλής, καθώς η τελευταία αναλαμβάνει ρόλους στην ποινική διαδικασία, όπως, π.χ., ρόλο ανακριτή, που δεν της αρμόζουν ούτε μπορεί να φέρει σωστά εις πέρας. Η ίδια κατάσταση βλάπτει και την εμπιστοσύνη των πολιτών προς την κυβέρνηση και τη Βουλή. Οι υπουργοί δεν θα έπρεπε να δικάζονται ποινικά όπως οι απλοί πολίτες, αλλά αποτελεί πρόβλημα το να μη δικάζονται σχεδόν ποτέ. Χρειάζεται αναθεώρηση του άρθρου 86 του Συντάγματος.
Η επιλογή των ανώτερων δικαστικών και εισαγγελικών αρχών σε πολλές δημοκρατίες, όπως και στη δική μας, έχει εκχωρηθεί εν τέλει σε πολιτικά υπόλογα όργανα, όπως το υπουργικό συμβούλιο ή ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας. Αναγνωρίζεται έτσι η προτεραιότητα της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας έναντι εκείνης της δικαστικής ανεξαρτησίας. Η κάποτε ευρύτατη ευχέρεια του υπουργικού συμβουλίου, ουσιαστικά του εκάστοτε πρωθυπουργού και του υπουργού Δικαιοσύνης, ως προς την επιλογή των προϊσταμένων των ανώτατων δικαστηρίων και εισαγγελικών αρχών έχει περιοριστεί. Τώρα, πλέον, οι ανώτατοι δικαστές ψηφίζουν με μυστική ψηφοφορία για εκείνους που διεκδικούν τις ηγετικές θέσεις στο σύστημα δικαιοσύνης.
Η γνώμη των δικαστών δεν είναι δεσμευτική για το Υπουργικό Συμβούλιο. Ούτε είναι δεσμευτική η γνώμη της «Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής» πριν συνεδριάσει το Υπουργικό Συμβούλιο για να επιλέξει την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Τέτοια «φίλτρα» των κυβερνητικών προτιμήσεων υπηρετούν την πολιτική νομιμοποίηση και εμπιστοσύνη, χωρίς να βλάπτουν την πολιτική σταθερότητα. Στην απόφαση του υπουργικού συμβουλίου αναμφίβολα υπεισέρχονται και πολιτικά κριτήρια. Δεδομένης όμως της πολιτικοποίησης του δικαστικού κλάδου (π.χ., στις εκλογές των συνδικαλιστικών εκπροσώπων του), δεν θα υπεισέρχονταν, άραγε, υφέρποντα πολιτικά κριτήρια στην επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης, αν η επιλογή γινόταν αποκλειστικά από τους ίδιους τους δικαστές;
Η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων υπηρετεί την πολιτική νομιμοποίηση και εμπιστοσύνη, εφόσον στις σχέσεις δημόσιας διοίκησης-πολιτών, χάρη στη μονιμότητα αυτή, οι πολίτες δεν απολαμβάνουν διαφορετική μεταχείριση ανάλογα με το αν οι δικές τους πολιτικές πεποιθήσεις συμπίπτουν ή όχι με τις πεποιθήσεις των υπαλλήλων.
Η μονιμότητα στη δημόσια διοίκηση προφανώς υπηρετεί και την πολιτική σταθερότητα. Εικάζεται όμως ότι η μονιμότητα βλάπτει την υποκίνηση και την αποδοτικότητα των υπαλλήλων στην εργασία τους. Αίσθηση ματαιότητας και χαμηλή αποδοτικότητα είναι συχνά φαινόμενα μεταξύ των υπαλλήλων. Δεν θα βελτιωθούν αυτά, αν οι υπάλληλοι περιπέσουν σε καθεστώς εργασιακής επισφάλειας. Για τους αδιάφορους ή μη αποδοτικούς υπαλλήλους, προβλέπεται η αξιολόγησή τους που, έστω αργοπορημένα, γίνεται λιγότερο διακοσμητική από ό,τι ήταν αρχικά.
Επίσης υπάρχει το πειθαρχικό δίκαιο, εφαρμοζόμενο με σύνεση και μέτρο. Προβλέπονται, τέλος, για τη βελτίωση των υπηρεσιών πέντε μορφές κινητικότητας των υπαλλήλων που, με σεβασμό στα δικαιώματά τους, μπορούν να χρησιμοποιηθούν: απόσπαση, μετάταξη, τοποθέτηση, μετακίνηση, μετάθεση. Η αποδοτικότητα των υπαλλήλων δεν θα βελτιωθεί, αν αναιρεθεί η μονιμότητά τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα έβλαπτε ταυτόχρονα και την πολιτική σταθερότητα και την πολιτική νομιμοποίηση και εμπιστοσύνη. Είναι το τελευταίο που θα χρειαζόταν σήμερα η ελληνική δημοκρατία μέσα στο υφιστάμενο κλίμα κομματικής πόλωσης.



