Οι εκλογές της 25ης Ιανουαρίου παρουσιάζουν μια πρωτοτυπία: μεταξύ των δύο, θεωρητικά, «μονομάχων», ο ένας έχει ήδη χάσει. Αν προσπαθήσουμε να ξεφύγουμε από τη συνήθως δημοφιλή μέτρηση της πρόθεσης ψήφου και να επικεντρωθούμε στις υπόλοιπες ερωτήσεις και απαντήσεις των δημοσκοπήσεων, τα αποκαλούμενα δηλαδή «ποιοτικά στοιχεία», θα δούμε ότι οι υποκείμενες σκέψεις και διαθέσεις της ελληνικής κοινωνίας διαμορφώνουν ένα μη αναστρέψιμο αρνητικό περιβάλλον για τη ΝΔ. Με την αισιοδοξία στο ναδίρ, κάτω του 4%, με κυρίαρχα συναισθήματα την ντροπή, την οργή και την απογοήτευση, με τη βεβαιότητα άνω του 75% των πολιτών ότι τυχόν επανεκλογή του Αντ. Σαμαρά θα σημάνει νέα επώδυνα μέτρα, η ΝΔ αδυνατεί να προβάλει οποιοδήποτε θετικό πρόταγμα που θα μπορέσει να ανατρέψει τη βέβαιη ήττα της.
Αυτό επομένως που απομένει να κριθεί στις εκλογές είναι αν θα καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ να κερδίσει. Οχι αν θα είναι πρώτος –αυτό πλέον έχει οριστικοποιηθεί. Αλλά αν θα έχει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία που θα του επιτρέψει να υλοποιήσει το πρόγραμμά του και, κυρίως, να διεξαγάγει αποφασιστικά, αποτελεσματικά και προς όφελος της χώρας και του ελληνικού λαού την απαραίτητη σκληρή διαπραγμάτευση με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ –μια διαπραγμάτευση που δεν έγινε ποτέ ως τώρα.
Η ικανότητα αυτή του ΣΥΡΙΖΑ να νικήσει θα κριθεί από τις δύο βασικές διαχωριστικές γραμμές που έχουν σταδιακά διαμορφωθεί εντός της ελληνικής κοινωνίας από το 2010:
Η πρώτη αφορά το δίλημμα μεταξύ της εξακολούθησης της εφαρμοζόμενης μνημονιακής πολιτικής λιτότητας και της ανατροπής της. Η δεύτερη αφορά τη διάκριση μεταξύ αφενός του παλιού και καταρρέοντος πολιτικού συστήματος που έχει ταυτιστεί με τη διαφθορά και τη διαπλοκή, καθώς και με τη διαρκή συσσώρευση άλυτων προβλημάτων, αφετέρου του νέου, άφθαρτου και αδέσμευτου πολιτικού λόγου που έχει ανάγκη η ελληνική κοινωνία, όχι τόσο σε επίπεδο δήθεν «φρέσκων» προσώπων και «ουρανοκατέβατων» σχηματισμών όσο στο επίπεδο της ουσιαστικής ρήξης με νοοτροπίες και πρακτικές του παρελθόντος.
Και στις δύο αυτές διαχωριστικές γραμμές ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκε εξαρχής στην πλευρά των αναγκών και των απαιτήσεων της ελληνικής κοινωνίας. Αλλωστε το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπερτερεί συντριπτικά έναντι της ΝΔ σε όλο το πλέγμα των διακυβευμάτων που συγκροτούν την «κοινωνική και δημοκρατική ατζέντα»: κοινωνική πολιτική, αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, διαφάνεια, σεβασμός των θεσμών και προστασία των δικαιωμάτων των πολιτών είναι προνομιακό πεδίο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Το ίδιο ισχύει και στο πεδίο της οικονομίας, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ απολαμβάνει σαφώς μεγαλύτερη εμπιστοσύνη των πολιτών για τη διεξαγωγή της διαπραγμάτευσης περί του χρέους και την ανασυγκρότηση της οικονομίας.
Αυτός είναι και ο λόγος που η ΝΔ –σε θέση άμυνας και αδυναμίας να κερδίσει στο επίπεδο των πραγματικών προβλημάτων και αναγκών της κοινωνίας –έχει καταφύγει για δεύτερη φορά μετά το 2012 σε μια εκστρατεία παραπληροφόρησης και τρομοκράτησης. Μόνο που πρόκειται για μια αδιέξοδη στρατηγική, όχι μόνο γιατί ο φόβος αποτελεί «ξαναζεσταμένο φαγητό», αλλά γιατί οι πολίτες έχουν πλέον εξαγάγει βιωματικά συμπεράσματα από τα πεπραγμένα της συγκυβέρνησης ΝΔ και ΠαΣοΚ, ενώ και το ευρωπαϊκό περιβάλλον, σε αντίθεση με το 2012, δείχνει προσαρμοστικότητα και αποδοχή της νέας κυβέρνησης της Αριστεράς. Αλλωστε, ακόμη και στο επίπεδο της ανασφάλειας, υπάρχουν δύο συγκρουόμενοι φόβοι: από τη μία, ο φόβος του αγνώστου, του αδοκίμαστου που αισθάνονται δικαιολογημένα ως έναν βαθμό οι πολίτες απέναντι στη νέα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, όπως αισθανόμαστε πάντα πριν πάρουμε μια μεγάλη απόφαση, πριν κάνουμε ένα μεγάλο βήμα. Πρόκειται για την αγωνία του νέου, μια αγωνία γοητευτική. Και από την άλλη, ο φόβος του γνωστού, η απελπισία απέναντι στο ενδεχόμενο να μην αλλάξει τίποτα, να μείνουν όλα ως έχουν και να εξακολουθήσει η κυβέρνηση Σαμαρά την καταστροφική πολιτική της. Και ο δεύτερος φόβος είναι πολύ ισχυρότερος.
Τελευταίο στοιχείο, αλλά ενδεχομένως το πιο κρίσιμο, το οποίο θα επικαθορίσει πιθανότατα όλα τα παραπάνω, είναι αυτό της προσδοκίας. Οι πολίτες γνωρίζουν τις δύσκολες συνθήκες. Περιμένουν όμως από τον ΣΥΡΙΖΑ να τους δώσει μια «ανάσα», να μπορέσουν έστω και λίγο να σηκώσουν κεφάλι. Γι’ αυτό και το ποσοστό εκείνων που θέλουν να δώσουν μια πρώτη ευκαιρία στην Αριστερά και στον Αλέξη Τσίπρα είναι πολύ μεγαλύτερο από το καταγεγραμμένο ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ στην πρόθεση ψήφου και κινείται στο 47%. Οι επικείμενες εκλογές θα αναχθούν επομένως σε τελική ανάλυση σε μια μάχη αξιοπρέπειας. Μια μάχη που διαπερνά όλες τις κοινωνικές και ιδεολογικές κατηγορίες. Και την οποία μπορεί η ελληνική κοινωνία να κερδίσει μόνο με τον ΣΥΡΙΖΑ.
Ο κ. Κώστας Πουλάκης είναι μέλος της ΠΓ του ΣΥΡΙΖΑ, υπεύθυνος για τις δημοσκοπήσεις και την Αυτοδιοίκηση, υποψήφιος βουλευτής Β’ Αθήνας.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ