Ήταν Ιούνιος του 2020. Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίασε το πρόγραμμα για την προώθηση της ηλεκτροκίνησης. Τα δύο από τα τρία σκέλη του, αφορούσαν την παροχή οικονομικών κινήτρων και την ανάπτυξη υποδομών φόρτισης. Έξι χρόνια μετά, η πορεία της ηλεκτροκίνησης στην Ελλάδα δεν είναι η αναμενόμενη. Ναι μεν υπάρχει αύξηση, αλλά όχι αντίστοιχη των προσδοκιών. Ο ενθουσιασμός που υπήρχε τον πρώτο καιρό φαίνεται ότι έχει ελαφρώς ατονήσει, κυρίως λόγω της περιορισμένης διαθεσιμότητας υποδομών φόρτισης, όσο και της ανεπαρκούς ταχύτητας φόρτισης, ειδικά σε μεγάλες διαδρομές – ζήτημα που προκάλεσε τις κινητοποιήσεις των οδηγών ταξί πριν από περίπου έναν μήνα. Εξίσου σοβαρό ανασταλτικό παράγοντα αποτέλεσε και η προσωρινή διακοπή ή σοβαρή καθυστέρηση στην υποβολή νέων αιτήσεων για το πρόγραμμα «Κινούμαι Ηλεκτρικά 3», το 2025, λόγω εξάντλησης του προϋπολογισμού.
Σύμφωνα με τον καθηγητή Ενεργειακής Οικονομίας στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο (ΕΜΠ), Παντελή Κάπρο, η Ελλάδα έχει μείνει πίσω στο ζήτημα των υποδομών. «Το μεγάλο εμπόδιο στην ανάπτυξη της ηλεκτροκίνησης είναι τα δίκτυα φόρτισης και τα ελάχιστα σημεία ταχείας φόρτισης. Όταν δεν υπάρχει ικανοποιητικό σύστημα φόρτισης, σημαίνει ότι δεν μπορείς να κινήσεις το όχημά σου όπου επιθυμείς», δηλώνει, σημειώνοντας ότι στην Κίνα υπάρχουν σημεία φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων ακόμη και μέσα στις γειτονιές.
Στοιχεία του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών δείχνουν ότι στη χώρα μας υπάρχουν σήμερα περίπου 3.900 δημοσίως προσβάσιμοι σταθμοί φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων, και συνολικά πάνω από 9.100 σημεία φόρτισης. Στην Αττική υπάρχουν περισσότεροι από 1.000 δημοσίως προσβάσιμοι σταθμοί φόρτισης, περίπου 700 στη Βόρεια Ελλάδα, γύρω στους 300 στην Κρήτη, 400 στα νησιά του Αιγαίου, και άλλοι 950 σε Δυτική Ελλάδα και Πελοπόννησο. Σημειώνεται ότι ένας σταθμός μπορεί να περιλαμβάνει ένα ή περισσότερα σημεία φόρτισης.
Συνολικά, στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπήρχαν, έως το τρίτο τρίμηνο του ΄25, 851.028 δημόσιοι σταθμοί φόρτισης έναντι 675.584 ακριβώς πριν από ένα έτος (έως τρίτο τρίμηνο του ΄24). Ειδικότερα, έως και τα τέλη του τρίτου τριμήνου 2025, η Ιταλία διέθετε 66.974 φορτιστές, η Ισπανία 45.878, η Γαλλία 178.489, η Γερμανία 193.481, η Πολωνία 13.879, η Ουγγαρία 5.134, η Αυστρία 36.781, η Βουλγαρία 3.822 και η Κροατία 2.316. Η Γαλλία, η Γερμανία και η Ολλανδία, υπολογίζεται ότι κατείχαν πάνω από το 60% όλων των δημοσίων σταθμών φόρτισης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Το διάστημα Ιανουάριος – Σεπτέμβριος 2025, η Ευρωπαϊκή Ένωση Κατασκευαστών Αυτοκινήτων (ACEA) υπολόγισε ότι τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα (BEV) διέθεταν μερίδιο αγοράς στην Ελλάδα 5,5%, στην Ιταλία 5,2%, στη Γαλλία 18,2%, στη Γερμανία 18,1%, στην Ισπανία 8,4%, στην Πολωνία 6%, στη Σλοβενία 10%, στην Αυστρία 21,5%, στην Ουγγαρία 8,4%, στη Ρουμανία 5% και στη Βουλγαρία 4,6%.
Χρειάζονται πρόσθετα μέτρα στήριξης
Μιλώντας στο «Β» ο γενικός διευθυντή του Συνδέσμου Εισαγωγέων Αντιπροσώπων Αυτοκινήτων, Δημήτρης Πάτσιος, αναφέρει ότι στην Ελλάδα, από την εισαγωγή των κινήτρων για την ηλεκτροκίνηση το 2020, υπήρξε μια πολύ μεγάλη αύξηση στις ταξινομήσεις καινούργιων ηλεκτρικών, συγκεκριμένα από 0,4% επί του συνόλου των καινούργιων επιβατικών το 2019, φθάσαμε στο 14,3% το 2025.
«Γεγονός είναι», σημειώνει, «ότι μετά τα “άλματα” των πρώτων ετών, η αγορά δείχνει να χρειάζεται πλέον πρόσθετα μέτρα υποστήριξης, για παράδειγμα περισσότερες κυκλοφοριακές “ελευθερίες” για τα ηλεκτρικά, όπως και ρητή προτεραιότητα για τα μικρά φορτηγά μηδενικών ρύπων, που κινούνται στην πόλη».
Μονόδρομος η διείσδυση των ηλεκτρικών
Πέρα πάντως από την διείσδυση των ηλεκτρικών, που είναι μονόδρομος και θα αποτελεί καθεστώς σε λιγότερο από δέκα χρόνια στην ΕΕ – προσθέτει ο κ. Πάτσιος – στην Ελλάδα πρέπει να αντιμετωπιστεί το ζήτημα του υπέργηρου στόλου, καθώς η χώρα, δυστυχώς, είναι «πρωταθλήτρια» σε παλαιά αυτοκίνητα, με ένα στα δύο επιβατικά και φορτηγά που κυκλοφορούν να είναι πλέον άνω των 20 ετών. «Αυτό έχει ως αποτέλεσμα», συμπεραίνει, «ρύπανση στις πόλεις με συνέπεια τη μείωση του προσδόκιμου ζωής, βλάβες στο δρόμο, άρα κυκλοφοριακά αδιέξοδα, ατελείωτα κόστη για επισκευές και γενικότερα απαξίωση στις οδικές μεταφορές».
Ένα μεγάλο όχι από τους οδηγούς ταξί
Εν αναμονή της έκδοσης των υπουργικών αποφάσεων που θα θέτουν τις λεπτομέρειες για την εφαρμογή του νόμου του υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών και συγκεκριμένα των άρθρων που αφορούν στην ηλεκτροκίνηση των ταξί, βρίσκονται οι επαγγελματίες οδηγοί. Οι εκπρόσωποί τους είχαν αντιταχθεί σθεναρά, πριν από περίπου έναν μήνα, στην υποχρεωτικότητα της ηλεκτροκίνησης. Απ’ τη θέση τους αυτή δεν έχουν απομακρυνθεί, τονίζοντας ότι η κυβέρνηση με τον νόμο που ψήφισε έθεσε απέναντί της 60.000 οδηγούς ταξί και τις οικογένειές τους.
«Αυτή τη στιγμή τα ταξί σε όλη τη χώρα είναι 30.000 και οι οδηγοί υπολογίζονται σε 60.000 – 70.000. Είμαστε όλοι εξοργισμένοι με την αμετακίνητη στάση της κυβέρνησης», αναφέρει στο «Β» ο πρόεδρος του Συνδικάτου Αυτοκινητιστών Ταξί Αττικής (ΣΑΤΑ), Θύμιος Λυμπερόπουλος. Όπως λέει, η πολύωρη φόρτιση ενός οχήματος το καθιστά αντιεπαγγελματικό. «Για να φορτιστεί πλήρως ένα όχημα απαιτούνται τρεις και τέσσερις ώρες. Αυτό μάς στερεί ουσιαστικά μία βάρδια. Μάς στερεί τις μεγάλες διαδρομές με τους τουρίστες. Μας λένε ότι μπορούμε να μειώνουμε το χρόνο φόρτισης στους ταχυφορτιστές, οι οποίοι αυτή τη στιγμή δεν επαρκούν. Γνωρίζουν όμως, ότι λόγω της συχνής φόρτισης στους ταχυφορτιστές μειώνεται γρήγορα η διάρκεια ζωής της μπαταρίας και ότι το κόστος αντικατάστασής της σε ένα μεγάλο αυτοκίνητο ανέρχεται σε περίπου 25.000 ευρώ;».
