«Η όρεξη για εικόνες που δείχνουν ανθρώπους να υποφέρουν είναι σχεδόν το ίδιο ακόρεστη με την επιθυμία για εικόνες που δείχνουν γυμνά σώματα».
Η παρατήρηση της Αμερικανίδας συγγραφέα Σούζαν Σόνταγκ μοιάζει – για μία ακόμη φορά – ανατριχιαστικά, ίσως και απόκοσμα επίκαιρη.
Μόνο που στην εποχή των social media η εξίσωση του φαίνεσθαι έχει αποκτήσει πια μια νέα, ναρκισσιστική μεταβλητή: τον ίδιο τον παρατηρητή.
Το Σάββατο συμπληρώνονται 50 ημέρες από τη στιγμή που ΗΠΑ και Ισραήλ εξαπέλυσαν την επίθεση «Επική Οργή» κατά του Ιράν με στόχο και διακύβευμα που ακόμα ο πρόεδρος Τραμπ δεν έχει καταφέρει να αρθρώσει πειστικά. Προς το λαό του, την παγκόσμια κοινή γνώμη, ούτε προς τον ίδιο τον εαυτό του. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Ο πόλεμος κατά του Ιράν καλύφθηκε με πολλούς τρόπους από τα μέσα ενημέρωσης – και στη χώρα μας.
Το lifestyle του πολέμου
Τουλάχιστον στις πρώτες του ημέρες, όταν δε χορταίναμε να καταναλώνουμε πυραυλικές επιθέσεις σε ζωντανή μετάδοση ένθεν κακείθεν. Είδαμε την επίθεση και τις ιρανοαμερικανικές σχέσεις από τη στρατιωτική, τη γεωπολιτική, την ιστορική, ακόμα και τη lifestyle σκοπιά τους.
Τι; Έχουν οι πόλεμοι lifestyle αποχρώσεις; Στην εποχή του ποστάρω, άρα υπάρχω, δε θα μπορούσε να είναι διαφορετικά.
Πιθανότατα δεν υπάρχει χρήστης των κοινωνικών δικτύων που τις τελευταίες εβδομάδες να μην έχει δει κάτι τουλάχιστον αξιοπερίεργο.
Καθώς σκρολάρει ανάμεσα στη φιλαυτία, την επιδειξιμανία και την επινόηση της καθημερινής ψηφιακής ζωής, να βρίσκεται μπροστά σε στιγμιότυπα πολέμου.

Δημοσιευμένα όχι για την ενημέρωση του κοινού αλλά προς τέρψη και επιβεβαίωση εκείνων που έχουν αναλάβει να ενημερώνουν από την πρώτη γραμμή του πολέμου.
Ανάμεσα στα θύματα, τα ερείπια και τις σειρήνες, μέσα στο ζόφο, την απόγνωση και τη δυστυχία εμφανίζονται ολοένα και πιο συχνά καλοστημένες selfies.
Ο ανταποκριτής του γεγονότος, μπαρουτοκαπνισμένος αλλά ατσαλάκωτος, στέκεται μπροστά από την καταστροφή. Το πεδίο της μάχης γίνεται το ιδανικό σκηνικό. Το «τέλειο» περιεχόμενο για την παράλληλη ζωή του Instagram παράγεται με πρώτη ύλη τα συντρίμμια της αληθινής ζωής.
Όλα για το «content»
Να αποσαφηνίσουμε κάτι: δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόθεση αποδόμησης της δουλειάς των πολεμικών ανταποκριτών.
Το να βρίσκεται κάποιος στις διακεκαυμένες ζώνες του πλανήτη, φορώντας ένα βαρύ γιλέκο που γράφει «PRESS», να θέτει εαυτόν στην υπηρεσία της ενημέρωσης και να γίνεται δυνητικός στόχος, απαιτεί θάρρος, επαγγελματισμό, αίσθηση καθήκοντος και βέβαια αυταπάρνηση.
Άλλωστε οι άνθρωποι αυτοί είναι, αν το καλοσκεφτεί κανείς, η μοναδική μας γέφυρα με την ωμή πραγματικότητα του πολέμου.

Όμως από την άλλη δεν μπορεί να παραγνωρίσει κανείς πως κάτι έχει αρχίσει να αλλάζει στον τρόπο με τον οποίο η πραγματικότητα πλαισιώνεται και τελικά μετατρέπεται σε σπονδή στον βωμό του αλγόριθμου.
Πλάι στο παραδοσιακό ρεπορτάζ γεννιέται κάτι διαφορετικό: το «περιεχόμενο» – το ιερό δισκοπότηρο της τέταρτης βιομηχανικής επανάστασης.
Η εστίαση του ενδιαφέροντος δεν αφορά πια αποκλειστικά στους άμαχους, στους εκτοπισμένους, στους νεκρούς, στο βομβαρδισμένο κτίριο ή στην εν εξελίξει επίθεση. Πολύ συχνά επικεντρώνεται στο πρόσωπο του ίδιου του ανταποκριτή — ιδανικά με φόντο κάποιο βομβαρδισμένο κτίριο ή έναν σωρό από συντρίμμια.
Τα «παρασκήνια» του πολέμου
Πλέον σκρολάρουμε καθημερινά ανάμεσα σε αλφαδιασμένες selfies με δραματικό φωτισμό και βαρύγδουπες λεζάντες. Βλέπουμε Instagram stories τύπου «behind the scenes» από τη ζώνη του πολέμου και παρακολουθούμε ένα προσωπικό ημερολόγιο επιβίωσης — κάτι πολύ διαφορετικό από την ψύχραιμη και αμερόληπτη καταγραφή των γεγονότων. Η τραγωδία αρχίζει να αποκτά αισθητική.
Πρόκειται για μια ιδιότυπη αλλά ξεκάθαρη μορφή «πορνογραφίας της δυστυχίας», όπου ο πόλεμος και η καταστροφή εργαλειοποιούνται — συχνά ασυνείδητα και προφανώς χωρίς δόλο — για να «θρέψουν» και κυρίως να κανακέψουν τον αλγόριθμο.

Ο πόνος του άλλου γίνεται φόντο, η καταστροφή σκηνικό και η δυστυχία, στην πιο πρωτόλεια και ακατέργαστη μορφή της, περιεχόμενο υψηλής αλληλεπίδρασης.
Η φρίκη μετατρέπεται σε ινσταγκραμικό τοπίο και ο πόνος του άλλου λειτουργεί ως εργαλείο για τη δημιουργία ενός προσωπικού μύθου: του θαρραλέου, ευαίσθητου και ακούραστου ρεπόρτερ που μεταδίδει την αλήθεια από την καρδιά της καταστροφής.
Σαν μια ψηφιακή παράσταση όπου τα likes και τα shares μετριούνται στην κλίμακα της απόγνωσης.
Με το λούστρο του Instagram
Φταίνε μόνο οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι που εκόντες άκοντες πρέπει να καμώνονται τους δημιουργούς περιεχομένου ακόμα και στις πιο οριακές στιγμές; Πιθανότατα όχι.
Οι ανταποκριτές σήμερα καλούνται να επιβιώσουν σε ένα μιντιακό οικοσύστημα που δίνει γη και ύδωρ για προσωποκεντρικές αφηγήσεις. Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης δεν ενδιαφέρονται για την ψυχρή, αντικειμενική καταγραφή. Επιβραβεύουν το πρόσωπο, το συναίσθημα, την οριακή στιγμή.

Χειροκροτούν το δράμα — ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι τα ερείπια πρέπει να χωρέσουν αρμονικά στο grid ενός προφίλ.
Κάπως έτσι, η γραμμή ανάμεσα στην ενημέρωση και την αυτοπροβολή αρχίζει να θολώνει. Και τότε προκύπτει ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη δημοσιογραφία αλλά και τους πολίτες που καταναλώνουν αυτές τις εικόνες. Τι ακριβώς παρακολουθούμε τελικά;
Την ωμή πραγματικότητα ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή — ή ένα καλοστημένο reality επιβίωσης με πρωταγωνιστές τους ίδιους τους παρατηρητές του;

Όταν η τραγωδία μετατρέπεται σε περιεχόμενο και το ένα πόδι του ρεπορτάζ πατάει στο προσωπικό αφήγημα, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο η εικόνα που καταναλώνουμε. Είναι και το ποιος βρίσκεται τελικά στο κέντρο της.
Άραγε οι άνθρωποι που υποφέρουν — ή εκείνοι που σπεύδουν με την πρόθεση να γίνουν δίαυλοι του πόνου τους;