Για μένα η «Μέδουσα» υπήρξε η Επίδαυρος της αθηναϊκής νύχτας και νιώθω ευτυχισμένος, γιατί ήμουνα κι εγώ εκεί όπου συντελείτο το θαύμα. Xωρίον η Πλάκα, όπου παρακολουθούμε ένα ξέφρενο πανηγύρι χαράς, ευτυχίας και διονυσιακής έξαρσης από έναν λαό κουρασμένο και ταλαιπωρημένο μετά από μια παρατεταμένη λογοκρισία και απαγόρευση που είχε επιβάλει η επτάχρονη δικτατορία.
Στο ένα στρατόπεδο, οι καλλιτέχνες που υπηρετούν το πολιτικό τραγούδι και, στην αντίπερα όχθη, οι κατασκευαστές των Βορείων Προαστίων παρέα με αληθινούς αστούς και διανοούμενους δίνουν ραντεβού στο στέκι της οδού Μακρή για να θαυμάσουν έναν Γιώργο Μαρίνο που, όταν τον πρωτογνώρισα, έλαμπε σαν ήλιος, με τους θαυμαστές να ικετεύουν για ένα του χαμόγελο.
Μέδουσα: Η «επανάστασή» του Γιώργου Μαρίνου
Ένα βράδυ η καλή μου μοίρα θα με οδηγήσει στη «Μέδουσα» και αυτή η θεϊκή συγκυρία θα επαναπροσδιορίσει όλα μου τα προηγούμενα όνειρα. Βρίσκομαι στη σκάλα του μαγαζιού με ειρωνική διάθεση, ότι θα υποστώ κάποιο απαρχαιωμένο σόου, όμως στα μισά της διαδρομής παγώνω, γιατί η μουσική του Χατζιδάκι από τους Όρνιθες με κατακεραυνώνει… Το θέαμα που θα ακολουθήσει είναι εκρηκτικό και πρωτόγνωρο. Αφήνει έκθαμβο το πρωτάρικο επαρχιωτόπουλο, εμένα δηλαδή.
Το πρόγραμμα συνεχίζεται με το «Σε λίγο θα σβήσουν τα φώτα», ακολουθούν τα αριστουργήματα του Παύλου Μάτεσι, όπως «Η Κοντέσα Εστέλλα ντε Στριντένη» και μετά ο Μαρίνος, με πολύχρωμο φτερό ριγμένο στους ώμους, δίνει μαθήματα στην παρτενέρ του Μαρίνα, πώς θα ρίξει τον πελάτη: «Μωρή, πώς πιάνεις έτσι το πούπουλο; Τον πελάτη θέλουμε να τον κα***σουμε, και όχι να πάρουμε τις γωνίες με ξεσκονόπανο… Κοιτάξτε να μαθαίνετε εσείς οι πιο νέες, γιατί αυτό που θα σας διδάξω δεν το μαθαίνουν ούτε στα κατηχητικά ούτε στα πανεπιστήμια. Πρώτον, για να ρίξεις τον πελάτη πρέπει να βάλεις λιγάκι π****νιά. Αν το κάνεις, όπως το έκανες πριν, σαν την αλόγα, θα μας τον αρπάξει από δίπλα ο Μαρκόπουλος με τα «Ζαβαροκατρανέμια» και άντε μετά να τον πάρουμε από τη Βασιλική Λαβίνα».

Η «Μέδουσα» ήταν ένας χώρος πάνω από ταμπέλες, που αγκάλιασε τα πιο ανήσυχα και δημιουργικά πνεύματα της εποχής. Φωτό από το προσωπικό αρχείο του Θάνου Αλεξανδρή.
Συνεχίζει παραλήρημα παρλάτας, σχεδόν αυτοσχέδιας, κάτι που δεν είχα ποτέ ξαναζήσει σε καλλιτεχνικά δρώμενα. Νιώθω πως ο Μαρίνος αντιπροσωπεύει αυτό που πανηγυρικά έρχεται κι εγώ ανήκω εδώ και όχι στον «Ριχάρδο τον Γ’». Αντιπροσωπεύει τη χαρά, την ομορφιά, τον έρωτα και την επανάσταση στα ήθη και έθιμα μιας απονεκρωμένης και συντηρητικής κοινωνίας, κάτι σαν τις ταινίες της Αλίκης στα γκρίζα μεταπολεμικά χρόνια.
Με το φτερό γύρω από τον λαιμό, κάνει τσαχπινιές, φλερτάρει και από κάτω άντρες και γυναίκες έχουν παραδοθεί αμαχητί στην απαράμιλλη γοητεία του, που είναι διάχυτη, και στον άκρατο ερωτισμό του. Ακολουθεί απίστευτο γέλιο στο ποίημα-διαμάντι του Μπoστ:
Να ποτίσω; ρώτησε
Ρώτησε και πότισε.
Βράχηκε, λασπώθηκε,
κι έτσι συναχώθηκε.
Και μετά απ’ όλ’ αυτά,
πυρετοί και εμετά.
Τότε χειροτέρεψε,
δεν έτρωγε και έρρεψε.
Κι όταν τ’ ωρολόγιον του
τοίχου τρεις αντήχησε
-Τ’ ήθελα το πότισμα,
είπε και ξεψύχισε.
Το πιο λαμπρό αστέρι
Αν και μαθητής ακόμη του Κουν, αποφάσισα να ζητήσω δουλειά σ’ έναν χώρο ο όποιος φάνταζε τότε σε μας τους καινούργιους κάτι σαν το «Μέγαρο Μουσικής». Όταν εισέβαλα στο καμαρίνι του, σ’ έναν φίνο χώρο όπου κυριαρχούσαν τεράστια μπουκάλια της Paco Rabanne, με καλωσόρισε με απίστευτη ευγένεια, φορώντας μια πάλλευκη robe de chambre, ενώ εγώ λουσμένος με την κολόνια πεύκο, χύμα φυσικά, ένιωσα την ανάγκη να εξαφανιστώ…
Έγινα ο πιο ευτυχής του πλανήτη, όταν με προσέλαβε και στην πρεμιέρα, που ήταν το μεγαλύτερο καλλιτεχνικό γεγονός. Η Κηφισιά και τα περίχωρα των πλουσίων, αγκαζέ με την πολιτική εξουσία, έδιναν ραντεβού κάθε βράδυ στα πρώτα τραπέζια για να αποθεώσουν το πιο λαμπρό αστέρι. Τόσους πλούσιους μαζί δεν είχα ματαδεί ποτέ στη ζωή μου.
Τις χορογραφίες ανέλαβε ο μεγαλύτερος χορευτής και μετέπειτα διευθυντής της Λυρικής, Λεωνίδας Ντε Πιαν -με βοηθό τη συζύγό του Ρενέ Κάμερ-, κάνοντας υπέρβαση για εκείνη την εποχή. Το γεγονός προκαλεί ιδιαίτερη αίσθηση και συζητιέται παντού.
Η Μέδουσα κόντρα στις μπουάτ
Στη δεύτερη σεζόν της συνεργασίας μας, ο Γιάννης Φλερύ και ο Γιάννης Δαλιανίδης υπογράφουν τα χορευτικά και τη σκηνοθεσία αντίστοιχα. Ο Μιχάλης Ασλάνης, σε παρθενική εμφάνιση, θα μας ντύσει με κίτρινα σατέν και πρωτοποριακά τζιν, ενώ ο ενδυματολόγος Φαίδωνας Πατρικαλάκης, στενός συνεργάτης του Καρόλου Κουν, ετοιμάζει εκπληκτικά κουστούμια για τα θεατρικά μας νούμερα. Ο Νίκος Δανίκας είναι η ψυχή του μαγαζιού και λατρεμένος του Μαρίνου και αποτελεί μέρος του show αλλά και συνεργάτης σε ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα – δεν αντικαταστάθηκε ποτέ.
Στη γενική δοκιμή δίνουν το «παρών» όλοι οι στενοί συνεργάτες του Γιώργου, όπως ο Παύλος Μάτεσις, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος, ο Γιάννης Ξανθούλης.
Μαζί τους κι όλα όλα τα κορυφαία ονόματα της καλλιτεχνικής ελίτ. Το φράκο, τα μποά και η γόβα-στιλέτο της «Μέδουσα» στέκονται αλαζονικά απέναντι στην τραγουδίστρια Δανάη, η οποία διοργανώνει σε κοντινή μπουάτ βραδιές μελοποιημένης ποίησης για τον Γκαρθία Λόρκα.
Όταν μάλιστα ο Πάνος Τζαβέλας από το αντάρτικο λημέρι του, τη «Λήδρα», στέλνει μηνύματα με το σουξέ του: «Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, πέσανε πάνω στην εργατιά / άγρια κράζουν για αίμα διψούν, τον Δημητρώφ στην κρεμάλα να δουν», ο Γιώργος Μαρίνος απαγγέλει την Κοκκινοσκουφίτσα…
Η τελετουργία της Μέδουσας
Η «Μέδουσα» ήταν πραγματικά εκκλησία. Ο Μαρίνος δεν επέτρεπε να προσέρχονται οι καλλιτέχνες μετά από τους πελάτες και απαγορευόταν αυστηρά να βγεις στη σάλα για να χαιρετήσεις δικό σου άνθρωπο. Επίσης, απαγόρευε στο κορίτσι που πουλούσε γαρδένιες να ανεβαίνει στην πίστα και να τις προσφέρει στον τραγουδιστή εκ μέρους του πελάτη – αυτό δεν το ξαναείδα πουθενά αλλού. Αν ήσουνα θαμώνας έπρεπε να πετάξεις τις γαρδένιες από τη θέση σου, διότι οτιδήποτε άλλο ο Γιώργος το θεωρούσε σκυλάδικη συνήθεια.
Να σκεφτείτε τι εμμονές είχε αυτός ο άνθρωπος ώστε παρ’ ολίγον να απολυθεί σερβιτόρος επειδή άνοιξε την ώρα του σόου ένα μπουκάλι σαμπάνια και ακούστηκε ο ήχος του φελλού.
Θυμάμαι βραδιές με χιονόπτωση η ουρά να φτάνει μέχρι τους στύλους του Ολυμπίου Διός και πολλές φορές χρειάστηκε η επέμβαση της αστυνομίας για να αποκατασταθεί η τάξη.

Αδιαπραγμάτευτος ως προς την εκτέλεση του καλλιτεχνικού του οράματος, ο Γιώργος Μαρίνος δημιούργησε μια θαρραλέα τομή στην ιστορία της αθηναϊκής νύχτας. | Φωτό από το προσωπικό αρχείο του Θάνου Αλεξανδρή.
Είχε εμμονή με τα ζώδια. Οι πρεμιέρες, τα συμβόλαια και οτιδήποτε είχε να κάνει με την προσωπική του ζωή έπρεπε να το ορίζουν τα άστρα. Το πρώτο που με ρώτησε, ήταν το ζώδιό μου και όταν άκουσε Παρθένος, δήλωσε πως, αν το ήξερε, δεν θα υπέγραφα συμβόλαιο.
Ήταν ο πρώτος που καθιέρωσε τις γιγαντοαφίσες και τα έντυπα προγράμματα, τα οποία τότε υπήρχαν μόνο στο θέατρο. Στα πρώτα χρόνια της «Μέδουσας» απαγόρευε την είσοδο στο κοινό μετά την έναρξη της παράστασης.
Χαρισματικός, δαιμόνια εύστροφος, ουσιαστικά συντηρητικός, με μια ηθική που σε άφηνε έκπληκτο, αποθεώθηκε και λατρεύτηκε όσο λίγοι. Κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια, ήρθαν οι πληγές του Φαραώ και τα όρνεα όρμησαν να τον κατασπαράξουν. Δεν πρόκειται ποτέ να εμφανιστεί ξανά σε αυτόν τον τόπο ένα τέτοιο μαγικό πλάσμα.
Καλή σου νύχτα, Γιώργο…
*Το κείμενο δημοσιέυτηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό STAGE των Αθηναϊκών Θεάτρων, το οποίο κυκλοφόρησε με το ΒΗΜΑ στις 7/12/2025.




