Τι κάνεις όταν ανατρέποντας έναν «ναρκοτρομοκράτη» δικτάτορα κινδυνεύεις να τινάξεις στον αέρα μια αγορά στην οποία η χώρα σου κυριαρχεί; Φροντίζεις να ανατρέψεις αυτόν αλλά όχι το καθεστώς του. Ή τέλος πάντων να δρομολογήσεις μια αργή, ομαλή μετάβαση του αυταρχικού καθεστώτος προς τη δημοκρατία.

Κάτι τέτοιο φαίνεται πως έχουν κατά νου ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και το επιτελείο του, συλλαμβάνοντας με χολιγουντιανό τρόπο το μισητό πρόεδρο της Βενεζουέλας και επιχειρώντας (μέσω απειλών) να αποκαταστήσει συνεργασία με την ελάχιστα λιγότερο μισητή αντιπρόεδρό του που αναλαμβάνει την ευθύνη της προσωρινής διακυβέρνησης – ακριβέστερα της διαχείρισης – της χώρας.

Ο στόχος της καταδρομικής επέμβασης των ΗΠΑ στο Καράκας πέραν από την ηθική του διάσταση (αποκατάσταση της δημοκρατίας) καθορίστηκε άμεσα και δίχως περιστροφές από τον ίδιο τον πρόεδρο Τραμπ: έλεγχος του ορυκτού πλούτου της Βενεζουέλας, δεδομένου η χώρα κατέχει τα μεγαλύτερα διαπιστωμένα κοιτάσματα πετρελαίου στον κόσμο – 300 δισ. βαρέλια.

«Οι αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες θα δαπανήσουν δισεκατομμύρια δολάρια για την ανοικοδόμηση της καταρρέουσας ενεργειακής υποδομής της Βενεζουέλας», είπε ο πρόεδρος, προσθέτοντας ωστόσο ότι «το εμπάργκο που επέβαλε στο πετρέλαιο της Βενεζουέλας παραμένει σε πλήρη ισχύ».

«Μην πανικοβάλλεστε»

Το μήνυμα προς τους παράγοντας της παγκόσμιας πετρελαϊκής αγοράς είναι σαφές: μην πανικοβάλλεστε! Διότι σπέρνουν όντως τη σύγχυση οι κατακλυσμιαίες εξελίξεις που μπορούν να φέρει στις διεθνείς αγορές πετρελαίου η προοπτική να αποκτήσει η μεγαλύτερη παραγωγός χώρα πετρελαίου στον κόσμο (μεγαλύτερη και από τη Σαουδική Αραβία) τον έλεγχο των μεγαλύτερων κοιτασμάτων παγκοσμίως.

Η πρώτη σκέψη είναι ότι κινδυνεύει να κατακλυστεί η παγκόσμια αγορά με πετρέλαιο, κάτι που θα είχε αρνητικό αντίκτυπο στις τιμές. Ακόμα και η άρση του πετρελαϊκού εμπάργκο που είχαν επιβάλει οι ΗΠΑ στη Βενεζουέλα θα μπορούσε να προκαλέσει ένα σοκ στις τιμές, παρά το ότι η χώρα εξαιτίας των μακρόχρονων κυρώσεων και της διεθνούς απομόνωσης που έχει επιβάλει η Ουάσιγκτον παράγει πολύ λιγότερο πετρέλαιο από τις δυνατότητές της. Για κάθε ενδεχόμενο ο Τραμπ ξεκαθάρισε ότι το εμπάργκο δεν αίρεται.

Πέρα από τις αρχικές αντιδράσεις των αγορών ωστόσο, οι ειδικοί θεωρούν ότι δεν υπάρχει περίπτωση ούτε να κατακλυστεί η αγορά από πετρέλαιο, ούτε να λείψει η σημερινή παραγωγή της Βενεζουέλας (περίπου 900.000 βαρέλια ημερησίως) τόσο ώστε να επηρεαστούν ουσιαστικά οι τιμές.

Την Κυριακή Κινέζοι αναλυτές εκτίμησαν ότι οι τιμές του πετρελαίου «θα μπορούσαν μόνο ελάχιστα να επηρεαστούν λαμβάνοντας υπόψη το σχετικά μικρό παγκόσμιο μερίδιο της παραγωγής πετρελαίου της Βενεζουέλας». Τόνισαν όμως ότι η τιμή του εμπορεύματος είναι πιθανό να αντιμετωπίσει αυξημένη μακροπρόθεσμη αβεβαιότητα, ανάλογα με το πώς θα εξελιχθεί η κατάσταση.

Την ίδια ημέρα το πρακτορείο Reuters επικαλέστηκε πηγές οι οποίες ανέφεραν ότι οι εξαγωγές πετρελαίου από τα λιμάνια της Βενεζουέλας έχουν ήδη διακοπεί, καθώς «οι καπετάνιοι των τάνκερ δεν έχουν λάβει την άδεια να αποπλεύσουν». Μιλάμε βέβαια για τις νόμιμες εξαγωγές πετρελαίου, διότι ακόμα και οι ΗΠΑ εισάγουν πετρέλαιο από τη χώρα-παρία, μιας και η αμερικανική Chevron εξακολουθούσε και επί Τραμπ, παρά τις θεατρικές κορόνες του προέδρου, να δραστηριοποιείται στη Βενεζουέλα.

Στην κόψη του ξυραφιού

Ρεπορτάζ του CNN σημείωνε ότι το σχέδιο του Τραμπ «θα μπορούσε τελικά να καταστήσει τη Βενεζουέλα πολύ μεγαλύτερο προμηθευτή πετρελαίου, θα μπορούσε να δημιουργήσει ευκαιρίες για τις δυτικές πετρελαϊκές εταιρείες, αλλά αν έπεφταν οι τιμές θα αποθαρρύνονταν οι εταιρείες για να επιστρέψουν στη χώρα».

Κακά τα ψέματα: παρά την γκρίνια των ψηφοφόρων του Τραμπ στις Μεσοδυτικές Πολιτείες που ζητούν πιο φθηνά καύσιμα για τα γεωργικά μηχανήματα και για τα φορτηγάκια τους, οι ΗΠΑ και η κυβέρνηση της Ουάσιγκτον δεν έχουν συμφέρον να πέσουν κι άλλο οι τιμές του πετρελαίου στις διεθνείς αγορές. Όχι μόνο επειδή θα υποτιμάτο ακόμα περισσότερο ένα σημαντικό εξαγωγικό προϊόν, αλλά και επειδή θα καταδικάζονταν να βάλουν λουκέτο οι πολυάριθμες εταιρείες παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου.

Οι τιμές του αργού κατακρημνίστηκαν το 2025 κατά 20% και υποχώρησαν στα 60 δολάρια το βαρέλι. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη πτώση που καταγράφτηκε από το 2020, την χρονιά της πανδημίας Covid και της παράλυσης της παγκόσμιας οικονομίας και παραγωγής. Οριακά χαμηλότερα από τα σημερινά επίπεδα στα οποία βρίσκονται οι τιμές στις διεθνείς αγορές, η παραγωγή σχιστολιθικού πετρελαίου καθίσταται ασύμφορη.

Μούδιασμα

Ούτε η ταχεία αποκατάσταση της κατεστραμμένης πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας φαίνεται εφικτή όμως. «Οι αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί έχουν μέχρι στιγμής παραμείνει σιωπηλοί σχετικά με το ενεργειακό σχέδιο του Τραμπ στη Βενεζουέλα. Η Chevron, η μόνη αμερικανική πετρελαϊκή εταιρεία που εξακολουθεί να λειτουργεί στη Βενεζουέλα, δεσμεύτηκε μόνο να ακολουθεί ‘τους σχετικούς νόμους και κανονισμούς’ μετά τα σχόλια του Τραμπ», αναφέρει σε ρεπορτάζ του ο Guardian.

Η ExxonMobil, η μεγαλύτερη πετρελαϊκή εταιρεία των ΗΠΑ και παγκοσμίως, δεν απάντησε σε αίτημα της βρετανικής εφημερίδας να σχολιάσει τις εξελίξεις. Η ConocoPhillips περιορίστηκε να δηλώσει ότι παρακολουθεί τις εξελίξεις σημειώνοντας ότι «θα ήταν πρόωρο να προβεί σε εικασίες για οποιεσδήποτε μελλοντικές επιχειρηματικές δραστηριότητες ή επενδύσεις», σημειώνεται στο ρεπορτάζ.

«Η Βενεζουέλα, ιδρυτικό μέλος του ΟPEC, έχει τα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, αλλά παράγει λιγότερο από 1 εκατομμύριο βαρέλια πετρελαίου την ημέρα, που είναι λιγότερο από το 1% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου», υπογραμμίζουν και οι ρεπόρτερ του CNBC.

Μεσομακροπρόθεσμα η επιστροφή της απομονωμένης εξαιτίας των κυρώσεων χώρας στην παγκόσμια πετρελαϊκή αγορά επηρεάζει πτωτικά τις τιμές. Αλλά βραχυπρόθεσμα θα μπορούσε να τις επηρεάσει ανοδικά, εφόσον κι αυτή ακόμα η περιορισμένη παραγωγή διακοπεί.

«Βραχυπρόθεσμα, η τιμή θα μπορούσε να αυξηθεί μόνο σε μικρό βαθμό, κυρίως λόγω ψυχολογικών παραγόντων. Η διακύμανση δεν θα είναι μεγάλη λόγω του σχετικά μικρού παγκόσμιου μεριδίου του πετρελαίου της Βενεζουέλας», δήλωσε την Κυριακή στους «Global Times» ο Ζιν Λέι, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πετρελαίου της Κίνας.

Μαζί του συμφωνεί και ο διευθυντής του Ινστιτούτου Ενεργειακής Οικονομίας στην Κινεζική Ακαδημία Κοινωνικών Επιστημών, Γουάνγκ Γιονγκζόνγκ. «Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι παγκόσμιες τιμές έχουν υποχωρήσει, αναμένω ότι η αγορά θα παραμείνει σχετικά σταθερή», σημείωσε ο κινέζος αναλυτής.

Παρεμπιπτόντως, οι «Global Times» είναι μια ημερήσια κινεζική ταμπλόιντ εφημερίδα που από το 2009 εκδίδεται και στα αγγλικά υπό την αιγίδα της εμβληματικής εφημερίδας του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος «Λαϊκή Ημερησία».

Απόλυτος κυρίαρχος

Αν και τα τελευταία χρόνια αγοράζει πετρέλαιο σε τιμές μάλιστα «σκοτωμένες» από τον άλλο παραγωγό-παρία της διεθνούς κοινότητας, τη Ρωσία, η Κίνα δεν παύει να ανησυχεί για τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές καθότι είναι η μεγαλύτερη χώρα εισαγωγής πετρελαίου στον κόσμο. Και ανησυχεί διότι βλέπει ότι οι ΗΠΑ επεμβαίνοντας στη Βενεζουέλα βάζουν τα θεμέλια για να εξελιχθούν σε απόλυτο κυρίαρχο της παγκόσμιας πετρελαϊκής αγοράς.

«Οι Κινέζοι αναλυτές θεωρούν ότι είναι θέμα υψηλών διακυβευμάτων το πώς θα κινηθεί η παγκόσμια τιμή του πετρελαίου μακροπρόθεσμα. Ως εκ τούτου εξέφρασαν την ανησυχία τους ότι μακροπρόθεσμα η εμπλοκή των αμερικανικών εταιρειών στους πετρελαϊκούς πόρους της Βενεζουέλας θα δώσει στην Ουάσιγκτον τη δυνατότητα σημαντικής μόχλευσης στις παγκόσμιες τιμές του πετρελαίου, παρέχοντας ως εκ τούτου στις ΗΠΑ τη δύναμη να χειραγωγεί την αγορά για τα δικά της συμφέροντα και κέρδη», γράφουν οι Global Times.

Οι ΗΠΑ, που δεν μετέχουν στον OPEC, θα μπορούσαν να εξελιχθούν δηλαδή σε «OPEC του 21ου αιώνα», στο μέτρο βέβαια που τα ορυκτά καύσιμα διατηρήσουν μεγάλο μερίδιο σε ό,τι αφορά τις πηγές ενέργειας παγκοσμίως, δεδομένου ότι η Δύση τουλάχιστον έχει ξεκινήσει μια μετάβαση προς την «πράσινη ενέργεια». Ήδη η Σαουδική Αραβία, η ισχυρότερη και επιδραστικότερη χώρα του ΟPEC, βρίσκεται σε στάδιο διαφοροποίησης της οικονομίας της από το πετρέλαιο ως σχεδόν μοναδική πηγή οικονομικού πλούτου.

Ο καθηγητής Ζιν Λέι εξηγεί ότι «οι ΗΠΑ θα μπορούσαν ενδεχομένως να περιορίσουν την παραγωγή ή να εφαρμόσουν άλλα μέτρα για να συντονιστούν με τις εγχώριες πωλήσεις πετρελαίου στις ΗΠΑ, επηρεάζοντας έτσι τις διεθνείς τιμές του πετρελαίου». Αυτό θα είχε βαθιές επιπτώσεις σχεδόν σε κάθε έθνος που καταναλώνει πετρέλαιο, σημείωσαν οι Κινέζοι αναλυτές.

Πάνω ή κάτω;

Σύμφωνα με τον Γουάνγκ Γιονγκζόνγκ, εάν οι αμερικανικές εταιρείες επενδύσουν και έχουν την ικανότητα να ενισχύσουν τη βιομηχανία πετρελαίου στη Βενεζουέλα, η παραγωγή και η προσφορά πετρελαίου θα επεκταθούν σταδιακά. «Λαμβάνοντας υπόψη ότι η παγκόσμια οικονομία επιβραδύνεται και η ενεργειακή μετάβαση επιταχύνεται – κάτι που υπονομεύει την παγκόσμια ζήτηση – οι τιμές του πετρελαίου μακροπρόθεσμα θα κινηθούν πτωτικά», εκτιμά ο Γουάνγκ.

Αντίθετα, ο διευθυντής του Κέντρου Έρευνας Ενεργειακής Οικονομίας της Κίνας στο Πανεπιστήμιο Ξιαμέν, Λιν Μποκιάνγκ, παρατηρεί ότι η πιθανότητα οι αμερικανικές εταιρείες να αναβιώσουν την παραγωγή πετρελαίου της Βενεζουέλας είναι μάλλον μικρή, διότι το κόστος γι’ αυτές θα είναι απίστευτα υψηλό την ώρα που οι προσδοκίες για την απόδοση των επενδύσεων πολύ μέτριες.

«Η κατασκευή υποδομών και οι απαραίτητοι επενδυτικοί κύκλοι για την εκμετάλλευση του φυσικού πλούτου της Βενεζουέλας απαιτούν σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα, ενώ και οι γενικότερες προοπτικές στον πετρελαϊκό κλάδο παγκοσμίως επηρεάζονται από πολλούς και σύνθετους παράγοντες και ως εκ τούτου παραμένουν υπό σημαντική αβεβαιότητα», συνόψισε ο Λιν στους Global Times.

Πηγή ΟΤ