Μεγάλη Παρασκευή: Ένας άλλος Επιτάφιος

Για να ψαλούν κατανυκτικά τα τροπάρια χρειάζεται εισιτήριο πολυτελείας

Η μέρα επιτρέπει πένθιμο τόνο και θέμα μακάβριο. Μέρα επιταφίου. Για έναν επιτάφιο θα σας μιλήσω. Μόνο που ο δικός μας νεκρός στο γένος των ανθρώπων ανήκει, μια κοπέλα που αγκάλιασε ο θάνατος. Έαρ κι’ αυτή. Στο πρώτο της άνθισμα. Η μητέρα κυλιέται πάνω στη νεκρή. Η μητέρα όμως δεν έχει ούτ’ ένα ματσάκι βιόλες για να ράνη τον τάφο της κόρης της. Αν είχε, τουλάχιστον, τάφο… Μια κηδεία χωρίς άνθη και στεφάνους, δίχως δωρεές εις μνήμην. Το «γνωρίζετε ότι…» από την ανάποδη. Η άλλη πλευρά της κοσμικής κινήσεως. Η φτώχεια με το θάνατο. Πότε να τα πούμε εάν δεν τα πούμε και σήμερα;

Η ιστορία αρχίζει από τον Πειραιά. Οι καλοί καιροί της επαρκείας. Αυτό δηλαδή που λένε οι φτωχοί επάρκεια: Το σπιτάκι, το αντρόγυνο, τα παιδιά. Τίποτα δεν περίσσευε, αλλά και τίποτα δεν έλειπε. Η ζωή της μεσότητας. Ως τη μέρα που τους έβαλαν στόχο. Βομβαρδισμός του Πειραιά. Πάει το σπίτι, πάει το νοικοκυριό. Νεκρός κάτω από τα ερείπια ο πατέρας. Μένει η μητέρα με τρία παιδιά. Θυμάστε τότε την πένθιμη λιτανεία των Πειραιωτών που πανικόβλητοι, με τα μπογαλάκια στο χέρι, ανηφόριζαν στην Αθήνα. Δεν ήταν —για να μην το ξεχνούμε κι’ αυτό— πολύ πρόθυμα τα αθηναϊκά σπίτια στη στέγαση της συμφοράς. Σε κάποιο πλυσταριό τρύπωσε η δεκατισμένη οικογένεια. Ούτε πόρτα, ούτε παράθυρο. Ξενοπλένει η μάννα για να ζήση και τυλίγει στο χαρτί το φαΐ που της δίνουν, για να θρέψη τα σπουργίτια της. Τσακίζει η κακοπέραση το μεγαλύτερο κορίτσι και το ρίχνει στο στρώμα, θα σας έλεγα αν υπήρχε στρώμα. Υπάρχει η σανίδα και η κουρελού. Αυτά ώρισαν οι Μοίρες για να οριζοντιώση επάνω τους η κοπέλα τα νιάτα της. Ως που εσήμανε η ώρα του λυτρωμού. Τι άλλο; Καλπάζουσα. Κάποιο απόγευμα άρχισε το ψυχορράγημα. Κρίση νομίζει πως είνε η μητέρα. Παίρνει την κόρη και την τρέχει στο Σταθμό Α’ Βοηθειών. Μόλις όμως πάτησε το σκαλοπάτι, ενδιαφέρθηκαν οι ουρανοί να στείλουν την πρώτη και τελευταία βοήθεια. Δεκάξη χρονώ κορίτσι.

Πάει αυτό. Με τους ζωντανούς όμως τι γίνεται τώρα; Πού έχεις, κυρά μου, το χαρτί της απορίας σου για να σου στείλη ο Δήμος —αβρή προσφορά της πόλεως στους δημότες της— τη νεκροφόρα του; Τόδωσες πριν από το θάνατο σε κάποια κυρία που θα εξασφάλιζε ένα κρεββάτι νοσοκομείου για να τοποθετήσης την κόρη σου. Ας μην τόδινες. Χωρίς αυτό τώρα κωλύεται η υπηρεσία να σου παραχωρήση τη λιμουζίνα της. Έτσι χάνει και η κοπέλα την ευκαιρία να χαρή την παρθενική και την ύστατη κούρσα της.

Οι περίοικοι κάνουν τους εράνους τους: Έρανος για το φέρετρο. Κάπου εβδομήντα χιλιάδες. Έρανος για το ταξί. Άλλες πενηνταπέντε χιλιάδες σ’ αυτό. Στη σχάρα του το πτώμα, όπως στον καιρό της Κατοχής. Έτσι νεκροί και ζωντανοί στο ίδιο αυτοκίνητο τραβούνε προς το Γ’ Νεκροταφείο.

Αν τελείωνε σ’ αυτό η περιπέτεια. Φθηνότερα όμως σας στοιχίζει και της Λυρικής Σκηνής ακόμα η πρεμιέρα παρά μια αποχαιρετιστήρια από τη ζωή. Τριανταπέντε η είσοδος στην πρώτη. Πενηνταπέντε η άδεια για την τελευταία. Λέγεται και άδεια ταφής. Απαραίτητη για την εγκατάσταση στον τάφο. Τρίτη λοιπόν επαιτεία για να συγκεντρωθή το ποσό. Επί τέλους, η νεκρώσιμη ακολουθία. Τι φούρια! Δεν τα λένε, όπως θα ξέρετε, όλα όταν πρόκειται για νεκρούς που ταξιδεύουν με εισιτήριο καταστρώματος. Για να ψαλούν κατανυκτικά τα τροπάρια χρειάζεται εισιτήριο πολυτελείας. Αλλιώς, τα μουρμουρίζουν στα σβέλτα και κάνουν οικονομία ακόμα και στο λιβάνι μας.

Οι άποροι όμως είνε εξοικειωμένοι με την εκκλησιαστική σβελτάδα και ούτε θα την πρόσεχε η χαροκαμένη μητέρα αν, ύστερα από τον τελευταίο ασπασμό, άλλο πρόβλημα, επίσης οξύ όπως και τα προηγούμενα, δεν δημιουργούσε νέα εμπόδια στην ολοκλήρωση της τελετής: Ζήτημα μεταφοράς από το ναό του νεκροταφείου στον τάφο. Δυο ανθρώπους ζητεί η μάνα για να σηκώσουν το φέρετρο. Υπάρχει όμως κι’ εδώ διατίμηση: ογδόντα, εκατόν είκοσι και εκατόν πενήντα χιλιάδες…

Υπολογίζω ότι χρειάζονται τετρακόσιες περίπου χιλιάδες για την πιο πενιχρή μεταφορά. Καλά το είπε ο ποιητής. «Τους ζωντανούς τα μάτια σου ας θρηνήσουν». Με τέτοια πορθμεία σού κόβουν και της θανής ακόμα το κέφι.

Και όσοι μεν είνε διακριτικοί απέναντι των δικών τους, που θα επωμισθούν τα βάρη της εγκαταστάσεως των νεκρών, σφίγγουν τα δόντια ως που ν’ ανοίξη το δρόμο της αποδημίας η συμπίεση των τιμών. Είνε όμως και οι άλλοι που άποροι, χωρίς δελτίο απορίας και ασυλλόγιστοι στις σπατάλες τους, ανοίγουν τα πανιά προς την Αχερουσία και βυθίζουν σε διπλό πένθος αυτούς που τους ξεπροβοδίζουν ως τις όχθες της λίμνης.

*Άρθρο του Παύλου Παλαιολόγου, που έφερε τον τίτλο «Ένας άλλος επιτάφιος» και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Το Βήμα» τη Μεγάλη Παρασκευή 7 Απριλίου 1950.

Μεγάλη Παρασκευή πριν από 72 ολόκληρα χρόνια, σε μια Ελλάδα που πάσχιζε να ορθοποδήσει, να ξαναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες του πολέμου.

Μέρα επιτάφιου θρήνου, για την Παναγία αλλά και για τις μανάδες των νεκρών που ανήκουν στο γένος των ανθρώπων.

Γλυκύ έαρ, γλυκύτατο τέκνο ο Ιησούς, αλλά και το δεκαεξάχρονο κορίτσι, που έφυγε στο πρώτο του άνθισμα.

Μια ιστορία καθ’ όλα ανθρώπινη, καθ’ όλα διδακτική, με την απαράμιλλη γραφή του Παλαιολόγου.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Κοινωνία
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk