«Εγώ βρέθηκα θετικός για τον SARS-CoV-2 αλλά δεν είχα ποτέ συμπτώματα. Σημαίνει αυτό ότι αν ξαναεκτεθώ στον ιό θα τον νικήσω και πάλι;», «Εγώ είχα συμπτώματα, αλλά όχι πολύ σοβαρά. Εχω άραγε αντισώματα;», «Εγώ έχω σίγουρα αντισώματα! Εκανα τεστ αντισωμάτων και βγήκε θετικό. Τώρα πια είμαι θωρακισμένος, δεν πρόκειται να ξανακολλήσω τον ιό! Ετσι δεν είναι;». Ολα τα παραπάνω ερωτήματα σχετίζονται με την αντίδραση του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συστήματος απέναντι στον SARS-CoV-2, ένα θέμα το οποίο γίνεται ολοένα και πιο περίπλοκο, παρά το γεγονός ότι ένα τεράστιο πλήθος επιστημόνων έχει αφιερωθεί στη μελέτη του. Ταυτόχρονα δε, η εξεύρεση απαντήσεων σε ερωτήματα όπως αυτά γίνεται ολοένα και πιο επιτακτική: αφενός επειδή οι γνώσεις μας σχετικά με την ανθρώπινη ανοσολογική αντίδραση απέναντι στον ιό είναι απαραίτητες για την εκτίμηση της αποτελεσματικότητας των εμβολίων και αφετέρου επειδή αυτές θα βοηθήσουν τους επιδημιολόγους να εκτιμήσουν τη διάδοση του ιού στην κοινότητα και θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη λήψη αποφάσεων στην πιθανή (σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας – ΠΟΥ) περίπτωση ενός δεύτερου κύματος της πανδημίας. Ανατρέξαμε λοιπόν στην πρόσφατη βιβλιογραφία αναζητώντας μελέτες οι οποίες φωτίζουν το πολύπτυχο θέμα της ανθρώπινης ανοσολογικής αντίδρασης απέναντι στον ιό.

Αμυντική στρατηγική του οργανισμού

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Κάθε φορά που δεχόμαστε επίθεση από έναν παθογόνο μικροοργανισμό, το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα ανταποκρίνεται με δύο γραμμές άμυνας: την έμφυτη ανοσία και την ειδική ανοσία, καθεμία από τις οποίες κινητοποιεί διαφορετικές κυτταρικές ομάδες. Ετσι, η έμφυτη ανοσία διαμεσολαβείται από κύτταρα όπως τα μονοκύτταρα, τα μακροφάγα, τα ουδετερόφιλα και τα φυσικά φονικά κύτταρα. Οταν ο κυτταρικός αυτός στρατός επιτυγχάνει να αναχαιτίσει τον εισβολέα, η δεύτερη γραμμή άμυνας παραμένει ανενεργή. Οταν όμως ο εισβολέας είναι ισχυρός, κινητοποιούνται τα κυτταρικά στρατεύματα της ειδικής ανοσίας, τα Τ και Β λεμφοκύτταρα.

Τα Β λεμφοκύτταρα εξειδικεύονται στην παραγωγή αντισωμάτων τα οποία αναγνωρίζουν τον εισβολέα και προσδενόμενα πάνω σε αυτόν συμβάλλουν στην εξουδετέρωσή του. Τα Τ κύτταρα (τα οποία οφείλουν το όνομά τους στο γεγονός ότι ωριμάζουν στον θύμο αδένα, thymus) δεν παράγουν αντισώματα, συμμετέχουν δε σε τόσο πολλές εκφάνσεις του ανοσοποιητικού συστήματός μας που θα χρειάζονταν πολλές σελίδες για να περιγραφούν. Είναι σημαντικό ωστόσο να αναφερθούμε εδώ σε δύο υποκατηγορίες των Τ λεμφοκυττάρων: τα κυτταροτοξικά Τ κύτταρα (ή CD8+ T κύτταρα) και τα βοηθητικά Τ κύτταρα (ή CD4+ T κύτταρα). Οπως αποκαλύπτει το όνομά τους, τα πρώτα ειδικεύονται (μεταξύ άλλων) στο να σκοτώνουν κύτταρα. Αλλά ποια κύτταρα; Τα δικά μας κύτταρα, τα οποία έχουν μολυνθεί από τον παθογόνο μικροοργανισμό εμποδίζοντας έτσι τη δική του επέκταση στον οργανισμό μας. Οσο για τα βοηθητικά Τ κύτταρα, αυτά (μεταξύ άλλων) συμβάλλουν στον πολλαπλασιασμό των CD8+ Τ κυττάρων και στην ενεργοποίηση των Β κυττάρων ώστε αυτά να αρχίσουν την παραγωγή αντισωμάτων.

 

Στόχος η εξουδετέρωση  των παθογόνων

Ενώ οι περισσότεροι από εμάς έχουμε ταυτίσει την άμυνά μας απέναντι σε μικροοργανισμούς με την ύπαρξη αντισωμάτων, από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι τα αντισώματα είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας. Θα πρέπει βεβαίως να παραδεχθούμε ότι πρόκειται για μια πολύ σημαντική παράμετρο, καθώς η παρουσία εξουδετερωτικών αντισωμάτων για κάποιο παθογόνο μάς πληροφορεί ότι αφενός το νικήσαμε την πρώτη φορά που ήρθαμε σε επαφή μαζί του και αφετέρου μας εξασφαλίζει ότι θα μπορέσουμε να το νικήσουμε ξανά σε περίπτωση που συναντηθούν πάλι οι δρόμοι μας. Περιττό να πούμε ότι η δημιουργία εξουδετερωτικών αντισωμάτων είναι ο στόχος του εμβολιασμού.

Πόσοι άραγε άνθρωποι που έχουν μολυνθεί από τον ιό διαθέτουν τέτοια αντισώματα; Δυστυχώς, η εξεύρεση απάντησης σε αυτό το ερώτημα προσκρούει σε μια σειρά προβλημάτων, όπως επισημαίνει σε ανασκόπησή του επί του θέματος o Florian Kramer, ιολόγος στην Ιατρική Σχολή Icahn του Mount Sinai στη Νέα Υόρκη: αφενός τα τεστ αντισωμάτων δεν είναι ακόμη αξιόπιστα και αφετέρου οι μέχρι τώρα επιδημιολογικές μελέτες (οι οποίες πραγματοποιήθηκαν με αυτά τα λιγότερο ή περισσότερο αξιόπιστα τεστ) δεν ήταν όσο εκτενείς θα έπρεπε για να μπορέσουν να δώσουν σαφή απάντηση.

Εμφυτη δύναμη ενάντια στον ιό

Εν αναμονή αξιόπιστων τεστ αντισωμάτων και διευρυμένων μελετών, αξίζει τον κόπο να δει κανείς τι συμβαίνει με την έμφυτη ανοσία. Κινεζική μελέτη η οποία δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Cellular and Molecular Immunology» κατέδειξε ότι ασθενείς με τη σοβαρή μορφή της νόσου είχαν λιγότερα φυσικά φονικά κύτταρα σε σχέση με τους ασθενείς με ήπια νόσο. Με άλλα λόγια, μια αδύναμη έμφυτη ανοσία μπορεί να αφήνει τους ασθενείς περισσότερο εκτεθειμένους απέναντι στον ιό. Μια δεύτερη μελέτη κινέζων επιστημόνων, η οποία δημοσιεύθηκε στη διαδικτυακή πλατφόρμα medRxiv, κατέδειξε ότι αφενός η παρουσία αντισωμάτων δεν αρκεί πάντοτε για την εξουδετέρωση του ιού και ότι αφετέρου μια μερίδα ασθενών οι οποίοι εμφανίζουν συμπτώματα απαλλάσσεται από τον ιό χωρίς ποτέ να αναπτύξει αντισώματα, πράγμα που όπως σημειώνεται στη μελέτη σημαίνει ότι «η έμφυτη ανοσία μπορεί να είναι ικανή να καταπολεμήσει τον ιό».

Διασταυρούμενη ανοσία

Μια ενδιαφέρουσα μελέτη αμερικανών επιστημόνων δημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση «Cell» στα μέσα Μαΐου και αφορά τα Τ κύτταρα ανθρώπων οι οποίοι ανέρρωσαν από τον ιό. Διαπιστώθηκε ότι το 100% των ασθενών έφερε CD4+ T κύτταρα τα οποία αναγνώριζαν και τις τρεις βασικές πρωτεΐνες της επιφάνειας του ιού. (Με δεδομένο ότι τα κύτταρα αυτά ενεργοποιούν την παραγωγή αντισωμάτων από τα Β κύτταρα, οι ερευνητές εκτιμούν ότι η μόλυνση με τον ιό προκαλεί το είδος της αντίδρασης που οδηγεί σε παραγωγή αντισωμάτων.) Η εικόνα ήταν διαφορετική στα CD8+ T κύτταρα με πολύ μικρότερα ποσοστά αναγνώρισης των πρωτεϊνών του ιού. Το ενδιαφέρον ωστόσο είναι ότι οι ερευνητές εντόπισαν CD4+ T κύτταρα τα οποία αναγνώριζαν σε ποσοστά από 40% έως 60% τις πρωτεΐνες του ιού σε δείγματα αίματος ατόμων τα οποία δεν είχαν εκτεθεί σε αυτόν! Αυτό σημαίνει ότι πρότερη έκθεση σε κορωνοϊούς, όπως αυτοί του κοινού κρυολογήματος, φαίνεται να εκπαιδεύει το ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα να ορθώνει αντιστάσεις ενάντια στον SARS-CoV-2.

Το φαινόμενο δεν είναι περίεργο ούτε άγνωστο στους επιδημιολόγους: όταν το στέλεχος της γρίπης H1N1 είχε αρχίσει την εξάπλωσή του, οι υγειονομικές αρχές παγκοσμίως είχαν φοβηθεί για τα χειρότερα. Απεδείχθη ωστόσο λιγότερο επικίνδυνο απ’ όσο είχε προβλεφθεί χάρη σε αυτή τη διασταυρούμενη, όπως λέγεται, ανοσολογική αντίδραση. Μπορεί άραγε ευρήματα όπως τα παραπάνω να εξηγήσουν το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού το οποίο μολύνεται με τον ιό δεν αναπτύσσει ποτέ συμπτώματα; Είναι πολύ πιθανόν, εκτιμούν οι αμερικανοί ερευνητές.

Ξαναγυρνώντας λοιπόν στα ερωτήματα που τέθηκαν στην αρχή, οι απαντήσεις που θα μπορούσαν να δοθούν περιλαμβάνουν περισσότερα «ίσως» απ’ όσα θα θέλαμε, αντικατοπτρίζοντας το γεγονός ότι η περιπλοκότητα της ανθρώπινης ανοσίας απέναντι στον SARS-CoV-2 είναι τόσο μεγάλη ώστε οι αβεβαιότητες και τα ερωτήματα να είναι προς το παρόν περισσότερα από τις επιβεβαιωμένες απαντήσεις!