• Αναζήτηση

Ο Αντόνιο Λόπεζ και τα κορίτσια του

Ο άνδρας που αποθέωσε τις γυναίκες και έφερε άλλον αέρα στo fashion illustration τις δεκαετίες ’70 και ’80 αποτελεί το επίκεντρο έκθεσης στο Μιλάνο

Όταν πρωτοείδε την Τζέσικα Λανγκ στο Παρίσι, κρέμασε αγγελίες στα δέντρα της πόλης αναζητώντας τη για να την κάνει μοντέλο του και μούσα του. Με την Τζέρι Χολ η επικοινωνία ήταν αβίαστη και έφτασε να γίνει για μικρό χρονικό διάστημα η ανεπίσημη «αρραβωνιαστικιά» του, λίγο προτού κάνει… σκλάβο του έρωτά της τον τραγουδοποιό Μπράιαν Φέρι. Η Πατ Κλίβελαντ, ένα από τα πρώτα μοντέλα αφροαμερικανικής καταγωγής, χρωστάει σε εκείνον την καριέρα της, όπως εξάλλου και η ασιατικής καταγωγής Τίνα Τσόου. Από κοντά και η Γκρέις Τζόουνς, τουλάχιστον προτού στραφεί στο τραγούδι και ερμηνεύσει ορισμένα από τα αξεπέραστα χιτ των 80s. Ο Αντόνιο Λόπεζ (1943-1987) έφερε στις σελίδες των περιοδικών πρότυπα ομορφιάς σε μια εποχή – τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 – που το περίφημο «diversity» αποτελούσε άγνωστη λέξη. Δεν ήταν δύσκολο να τα επιβάλει, άλλωστε οι ζωγραφικές του ικανότητες είχαν φέρει έναν νέο, αναζωογονητικό αέρα στην αποστειρωμένη έως τότε εικονογράφηση μόδας και ήταν περιζήτητος ως ο απόλυτος σταρ της συγκεκριμένης πρακτικής, το ταλέντο του οποίου ζήλευαν καλλιτέχνες όπως ο Αντι Γουόρχολ αλλά και ο Ντέιβιντ Χόκνεϊ. Η μόδα ήταν μόνο η αφορμή. Η ανάδειξη της φυλής, της εθνικότητας και της σεξουαλικότητας ήταν τελικά τα βασικά σημεία αιχμής της τέχνης του.

Εφυγε νωρίς, μόλις στα 44 του χρόνια, αλλά πρόλαβε να διαγράψει μια εντυπωσιακή τροχιά στον παιχνιδιάρικο πλανήτη της μόδας. Σήμερα λίγοι θυμούνται ότι υπήρξε ένας από τους πιο κομβικούς παίκτες της, ο οποίος μάλιστα θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς εικονογράφους μόδας του 20ού αιώνα. Το Fondazione Sozzani στο Μιλάνο της Ιταλίας το υπενθυμίζει διοργανώνοντας την έκθεση «Antonio Lopez, Drawings and Photographs» όπου παρουσιάζει περί τα 200 σχέδιά του, φωτογραφίες με Kodak Ιnstamatic, αλλά και κολάζ, ημερολόγια και φιλμ που χαρτογραφούν τη δημιουργική διαδικασία και το όραμά του.

«Η μόδα ήταν απλώς μια αφορμή για να εκφράσει την ομορφιά, την αισθαντικότητα, τη σεξουαλικότητα, τη ζωή και την εποχή του» σχολιάζει η επιμελήτρια της έκθεσης Αν Μορίν, διευθύντρια του Ινστιτούτου diCHromA Photography στη Μαδρίτη. Αλλωστε τη δεκαετία του ’70 είχαν αρχίσει να αλλάζουν πολλά. Το ready to wear είχε ήδη κάνει την εμφάνισή του στο Παρίσι, οι σχεδιαστές μόδας είχαν αρχίσει να γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι της κοινωνικής σκηνής (βλέπε Χάλστον, Βαλεντίνο, Λάγκερφελντ), η σεξουαλικότητα να απελευθερώνεται και το gay culture να κερδίζει έδαφος. Ο Λόπεζ όχι μόνο έδινε το «παρών» αλλά διαμόρφωνε με τον τρόπο του και τις εξελίξεις.

«Ο Αντόνιο Λόπεζ έφερε στη μόδα πολύ περισσότερα από ένα κορίτσι και ένα ρούχο. Εφερε ένα νέο στυλ αλλά και έναν δικό του κόσμο» λέει για αυτόν η παλιά του φίλη Γκρέις Κόντινγκτον, η θρυλική στυλίστρια και πρώην διευθύντρια του δημιουργικού της «Vogue» στο ντοκιμαντέρ «Antonio Lopez 1970: Sex, Fashion & Disco» του Τζέιμς Κραμπ, το οποίο επίσης προβάλλεται στην έκθεση. «Είχε κάτι το μαγικό και παρέσυρε στον κόσμο του όσους τον συναντούσαν. Εφερνε χαρά στις ζωές των ανθρώπων» σχολιάζει στην ίδια ταινία η Τζέσικα Λανγκ, η οποία όπως όλα «τα κορίτσια του Αντόνιο» (αλλά και τα αγόρια, που δεν είχαν απαραίτητα θέση στη δουλειά του) υπήρξε σφόδρα ερωτευμένη μαζί του.

Σημειωτέον, η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με το Estate and Archive of Antonio Lopez & Juan Ramos στη Νέα Υόρκη, το Anna Piaggi Cultural Association και το ίδρυμα Rosita Missoni. Ο Λόπεζ και ο Ράμος ήταν φίλοι και συνεργάτες μέχρι το τέλος, η θρυλική Αννα Πιάτζι τούς είχε καλέσει να συνεισφέρουν με το ταλέντο τους στη δημιουργία του περιοδικού «Vanity» (κυκλοφόρησε μεταξύ 1982 και 1989) το οποίο διηύθυνε η ίδια, ο δε οίκος Missoni έχει να θυμάται τις πολύχρωμες ακουαρέλες του με τα ρούχα του brand.

Με λίγα λόγια, ο Αντόνιο Λόπεζ έζησε μια γεμάτη ζωή ακροπατώντας με χάρη ανάμεσα στην υψηλή τέχνη και στη μαζική κουλτούρα. Πέθανε εξαιτίας του σαρκώματος Καπόζι, μιας από τις επιπλοκές του AIDS, της ασθένειας που εκείνη την εποχή έμοιαζε να τιμωρεί όσους ήθελαν να ζήσουν εκτός των προδιαγεγραμμένων ορίων της κατά βάση πολύ συντηρητικής αμερικανικής κοινωνίας. Ο κόσμος της μόδας δεν ήταν πάντα η εξαίρεση. Στα τέλη του ’60 είχε εγκαταλείψει τις ΗΠΑ για το Παρίσι μαζί με τον σταθερό συνεργάτη και φίλο του Χουάν Ράμος και είχε μείνει στην Πόλη του Φωτός μέχρι το 1975. Σύμφωνοι, ήταν η απόλυτη πρωτεύουσα της μόδας, αλλά το «φευγιό» συνδεόταν και με τον ρατσισμό που επικρατούσε στην αμερικανική «Vogue» την εποχή εκείνη. Ο Λόπεζ ήθελε να ζωγραφίσει μαύρες γυναίκες για το περιοδικό, αλλά οι (λευκές) γυναίκες που είχαν τα ηνία δεν συμμερίζονταν την επιθυμία του, γεγονός που τον είχε βάλει «σε μπελάδες» βάσει όσων αναφέρονται ακροθιγώς στο ντοκιμαντέρ του Τζέιμς Κραμπ.

Από το Πουέρτο Ρίκο ως τον ουρανό

Για τον Αντόνιο Λόπεζ η έμπνευση ερχόταν από παντού και κυρίως από το έργο καλλιτεχνών που ανήκαν σε εθνικές ή φυλετικές μειονότητες. Για παράδειγμα, θαύμαζε ιδιαίτερα την αισθητική και την κουλτούρα του break dance και οι χορευτικές κινήσεις ή ο ενδυματολογικός κώδικας των breakdancers παρεισέφρεαν με κάποιον τρόπο στις δημιουργίες του και κατά συνέπεια και στην υψηλή μόδα.

Ο Αντόνιο Λόπεζ αποτελούσε βέβαια και ο ίδιος «μειονότητα», εξ ου και διεκδικούσε το μερίδιο των λίγων στο αφράτο και ολόλευκο σύννεφο της μόδας. Είχε γεννηθεί το 1943 στο Ουτουάδο του Πουέρτο Ρίκο και η οικογένειά του είχε μεταναστεύσει επτά χρόνια αργότερα στο Χάρλεμ της Νέας Υόρκης. Η μητέρα του ήταν μοδίστρα και προκειμένου να τον αποτρέψει να τριγυρίζει στους δρόμους χωρίς σκοπό τον έβαζε να ζωγραφίζει λουλούδια για τα κεντήματά της. Το ίδιο έκανε και ο πατέρας του, ο οποίος κατασκεύαζε κούκλες βιτρίνας. Ο Αντόνιο ήταν εκείνος που έραβε τις περούκες στο κεφάλι τους και επιμελούνταν το μέικ απ τους. Από τον πατέρα του, ο οποίος θεωρούσε ότι διέθετε μεταφυσικές ικανότητες, κληρονόμησε το ένστικτο ή τα αιχμηρά αντανακλαστικά να συλλαμβάνει ερεθίσματα και να ζωγραφίζει όπως πίστευε ότι ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία των πελατών του. Ηδη από τα δώδεκά του χρόνια είχε κερδίσει υποτροφία για το Traphagen School of Fashion στη Νέα Υόρκη, το οποίο δεχόταν εξαιρετικά προικισμένα παιδιά, ενώ στη συνέχεια φοίτησε στο High School of Art and Design και τελικά στη Μέκκα των σχολών της μόδας στη Νέα Υόρκη, το Fashion Institute of Technology. Εκεί γνώρισε και τον Χουάν Ράμος, επίσης Πορτορικανό την καταγωγή, ο οποίος έγινε εραστής του και art director των δημιουργιών του.

Από εκεί και έπειτα η πορεία προς την κορυφή ήταν ιλιγγιώδης. Ξεκίνησε να παρέχει εικονογραφήσεις ρούχων για την επιθεώρηση «Women’s Wear Daily» και για τους «The New York Times» και σύντομα έγινε ένας καλλιτέχνης freelancer ο οποίος δούλεψε για τις καλύτερες εκδόσεις μόδας, από τη «Vogue» και το «Harper’s Bazaar» μέχρι το «Elle» και το «Interview» του Αντι Γουόρχολ. Οταν αποφάσισε να εγκατασταθεί στο Παρίσι με τον Χουάν Ράμος, συνεργάστηκε και εκεί με την αφρόκρεμα των δημιουργών. Ο Καρλ Λάγκερφελντ, σχεδιαστής της Chloé την εποχή εκείνη, τους πήρε υπό την προστασία του και τους παραχώρησε μέρος να μείνουν στο διαμέρισμά του, ενώ το αντίπαλο δέος του, ο πιο εσωστρεφής Ιβ Σεν Λοράν, έσπευσε να συνεργαστεί μαζί τους. Με τον μεν έζησαν επιπλέον την dolce vita à la parisienne, καθώς έκαναν επιδρομές στο θρυλικό gay club Sept και στη Γαλλική Ριβιέρα και ζούσαν μια μποέμ ζωή η οποία έμοιαζε ότι θα διαρκούσε για πάντα. Ολα όμως ήταν εφήμερα. Ο Λόπεζ θα πέθαινε στο Λος Αντζελες το 1987. Οταν προσβλήθηκε από τον ιό του AIDS και είδε τους λογαριασμούς των γιατρών να συσσωρεύονται χωρίς να είναι σε θέση να τους πληρώσει, ζήτησε από τον φίλο του τον Καρλ να ζωγραφίσει τα ρούχα μιας καμπάνιας του για να μπορέσει να αντεπεξέλθει οικονομικά. «Τι θα γίνει αν αρρωστήσεις και δεν μπορείς να την τελειώσεις;» δικαιολόγησε ο Λάγκερφελντ την αρνητική του απάντηση, τουλάχιστον βάσει όσων περιέγραφε ο καλός φίλος του Λόπεζ, φωτογράφος Μπιλ Κάνιγχαμ. Ο Οσκαρ ντε λα Ρέντα είδε τα πράγματα αλλιώς. Οταν ο Λόπεζ τού απηύθυνε το ίδιο αίτημα δηλώνοντας εξαρχής ότι μπορεί να μην καταφέρει να ολοκληρώσει τη δουλειά, εκείνος είπε μόνο: «Δεν πειράζει, κάνε ό,τι μπορείς». Ουδείς μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν έκανε ακριβώς αυτό, μέχρι το τέλος.

INFO
«Antonio Lopez, Drawings and Photographs»: Fondazione Sozzani, Μιλάνο, έως τις 13 Απριλίου.

BHMAgazino
Σίβυλλα
Helios Kiosk