Κοιτάζεις τη σκηνή και νομίζεις πως βλέπεις τα παρασκήνια. Πετάσματα σε διάφορα χρώματα, τραπέζια ενωμένα μεταξύ τους ή αναποδογυρισμένα, πόρτες, ξύλινα πλαίσια, καρέκλες –φτιαγμένα από ευτελή υλικά ώστε να μεταφέρονται εύκολα -, μια αποθήκη περισσευούμενων κομματιών, που όμως, όπως αποδεικνύεται σταδιακά, μπορούν να μετατοπίζονται διαρκώς υπηρετώντας τις ανάγκες του θιάσου. Η αίσθηση που δημιουργείται είναι αυτή ενός επιμελώς ατημέλητου σκηνικού σύμπαντος: όλα μοιάζουν παρατημένα, στην πραγματικότητα όμως είναι με ακρίβεια τοποθετημένα έτσι ώστε να συνθέτουν ενδιαφέρουσες διαγώνιες, παράλληλες και κάθετες. Ανάμεσά τους εκτυλίσσονται οι σκηνές που συνθέτουν το «Passim», βασισμένες σε αποσπάσματα από κορυφαία έργα του κλασικού κυρίως ρεπερτορίου.
Ο προβολέας εστιάζει σε ένα γυναικείο πρόσωπο, που αναδύεται αργά, σαν σαλιγκάρι, πίσω από μια ξύλινη επιφάνεια. «Κοιτάξτε! Εκεί, στη ράχη του βουνού, δέστε, ένα κεφάλι ξεπροβάλλει, ένα κεφάλι, να κι οι ώμοι!» αρχίζει η περιγραφή της εμφάνισης του Αχιλλέα από την κορυφογραμμή. Η Πενθεσίλεια ορμάει μανιασμένη καταπάνω του. Ο στρατός της την ακολουθεί… Η ηθοποιός ανεβαίνει στην επιφάνεια, το κρινολίνο της σιέται, ένα μικρό σπαθί στο χέρι. Η αφήγηση λιτή, χωρίς «επεξηγήσεις» και χωρίς τελείες: μικροί, απανωτοί κυματισμοί, λες και κάθε φορά η ιστορία αρχίζει απ’ την αρχή.
Εξι ηθοποιοί τραγουδούν γύρω από ένα τραπέζι. Μια γυναίκα με στήθος ημίγυμνο κάθεται στο βάθος της σκηνής. Μονολογεί. Είναι ο δούκας του Γκιζ –από τη «Σφαγή των Παρισίων» του Μάρλοου –που ορέγεται ασίγαστα τον θρόνο της Γαλλίας… Ενας βασιλιάς με τενεκεδένιο στέμμα, ο σαιξπηρικός Λιρ, περιμένει από τις κόρες του να τον πνίξουν σε λόγια λατρείας… Λίγο αργότερα ο Δον Κιχώτης κάνει την είσοδό του πάνω σε ένα αυτοσχέδιο άλογο από υφάσματα. Βγάζει τη χάρτινη περικεφαλαία του. Φοράει μια αχτένιστη, μπερδεμένη περούκα και ψεύτικα μακριά γκρίζα γένια. Ατμόσφαιρα μελαγχολική που σύντομα ανατρέπεται από παιγνιώδη διάθεση: οι άνδρες με τις λιβρέες, τα καπέλα και τα ψεύτικα μουστάκια θυμίζουν τους αδελφούς Μαρξ. Τρέχουν πάνω-κάτω, στριμώχνονται σε μια ντουλάπα ή σε έναν καναπέ, κάνουν διάφορα «τρελά» –αν και όχι αστεία –αποτίοντας φόρο τιμής στην ταινία «Μια νύχτα στην όπερα».
Ο Τανγκί προσπαθεί εδώ να δημιουργήσει μια ονειρική δομή ελεύθερων συνειρμών, συνεχούς ροής και μεταμορφώσεων, από την τραγωδία στην κωμωδία, από τη δαντέλα στο χαρτί κ.ο.κ. Η διαδικασία θυμίζει «έναν περίπατο σ’ ένα μονοπάτι κατά τη διάρκεια του οποίου συγκεντρώνουμε πράγματα –άλλα τα κρατάμε, άλλα τα αφήνουμε», όπως το περιέγραψε ένας από τους ηθοποιούς του. Ολα αυτά ακούγονται πολύ ωραία, και πράγματι ορισμένες από τις σκηνές της παράστασης εντυπωσιάζουν με την ποιητικότητα του «κάδρου» τους. Δυστυχώς όμως αυτή η προσπάθεια συγκόλλησης ατελείωτων αποσπασμάτων από διάφορα θεατρικά έργα και ποιήματα έχει ως αποτέλεσμα τη σύγχυση, τον εκνευρισμό και την απομάκρυνση του θεατή. Κλάιστ, Μάρλοου, Αριόστο, Οβίδιος, Σαίξπηρ, Μολιέρος, Ευριπίδης, Φλομπέρ, Καλντερόν, Τάσο, ο κατάλογος είναι εξουθενωτικός και χαοτικός. Πόσα αριστουργήματα να αντέξει κανείς σε δύο ώρες; Ακόμη κι αν εντοπίσουμε μερικούς θεματικούς άξονες που συνδέουν τα επιλεγμένα κομμάτια, η γκάμα είναι τόσο ευρεία και τόσο γενική που τα περιλαμβάνει όλα: πάθος για εξουσία, ηρωισμός, έρωτας, φιλοδοξία, παραίτηση, θάνατος, ό,τι έχει απασχολήσει τον άνθρωπο απ’ αρχής κόσμου βρίσκεται εδώ. Κύματα γαλανά, ατσάλι που λιώνει, άλογα φρενιασμένα, η ζωή είναι ένα όνειρο, η γέννηση μια αμαρτία, η μοίρα μας δυστυχία… Σε αυτό το συνονθύλευμα προσθέστε και ένα ποτ πουρί από Μπετόβεν, Μπρούκνερ, Κέιτζ, Αϊσλερ, Γκλουκ, Χέντελ, Πεντερέτσκι, Ραχμάνινοφ, Ραμό, Σούμπερτ, Ξενάκη, Σιμπέλιους, Βέρντι κ.ά. Δυστυχώς στην τέχνη, όπως και στη ζωή, ισχύει η αθάνατη ρήση «ουκ εν τω πολλώ το ευ». Το να βάζουμε σε ένα καλάθι όλους τους κορυφαίους δημιουργούς που αγαπάμε δεν σημαίνει τίποτε, αν δεν τους αφουγκραστούμε πρώτα αληθινά.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ