• Αναζήτηση
  • Το νέο φορολογικό σύστημα: για ελεύθερους Ελληνες ή κρατικούς δουλοπαροίκους;

    Στις 10.5.2013 βγήκε η απόφαση του ΥΠΟΙΚ...

    Το νέο φορολογικό σύστημα: για ελεύθερους Ελληνες ή κρατικούς δουλοπαροίκους; | tovima.gr

     

    Στις 10.5.2013 βγήκε η απόφαση του ΥΠΟΙΚ για «Τεχνικές Εμμέσου Φορολογικού Ελέγχου» (ΤΕΦΕ) για φυσικά πρόσωπα. Ουσιαστικά εισάγει το λεγόμενο «περιουσιολόγιο». Στις 15.5.2013 το ΠΑΣΟΚ δημοσιοποίησε την πρότασί του για τον ΦΑΠ: Αφορολόγητο 50.000 ευρώ,  8 ως 10 φορολογικοί συντελεστές από 0,1% μετά τις 50.000 και ανώτερος 2% για αντικειμενικές αξίες από 3 εκτμ. και άνω. Ο Σύριζα στο φορολογικό του πρόγραμμα, αρχές Μαρτίου, επρότεινε φορολόγησι πάσης περιουσίας, ακόμη και του κεφαλαίου των καταθέσεων και της κατοχής έργων τέχνης. Ολ’ αυτά, ενώ ήδη λόγω της βαρυτέρας και πλέον ανάλγητης και ανερμάτιστης φορολογήσεως  ακινήτου περιουσίας στον κόσμο (sic) κινδυνεύουν με δήμευσι τα ακίνητα εκτμ. πολιτών (που ίσως είναι αυτό, που θέλει η τρόϊκα, αλλά και αυτό που κάνει το κράτος για να μη θίξει το Δημόσιο). Αυτό είναι το πλαίσιο, στο οποίο κινούνται/θα κινηθούν αι επίσημες ιδέες για την φορολογία στην χώρα μας. Δυστυχώς.

    Οι λόγοι για το «δυστυχώς» είναι οι εξής:

    (Α) Σε σχέσι με το «περιουσιολόγιο». Είναι απαραίτητο εργαλείο για πάταξι της φοροδιαφυγής. Το ζητούσα (και δεν είμαι ο εφευρέτης της ιδέας) απ’ το 2007 (Η Καθημερινή, 24.2), αλλ’ εστιαζόμουν σε ακίνητα, καταθέσεις, αξιόγραφα, δηλ. στοιχεία, που ΄μπορεί να προέλθουν από δημόσιες πηγές, χωρίς να χρειάζεται να «ξεγυμνώνεται» ο πολίτης από μόνος του (π.χ., ν’ αναφέρει ακόμη και κοσμήματα, συλλογές ή οικογενειακά κειμήλια). Η μιά μου επιφύλαξη (που την εξέφρασα από την στήλη αυτή στις 12.3.2013) είναι ότι χρειάζεται να υπάρχει ένας πυρήν «ιδιωτισμού» στην περιουσία των πολιτών για πολιτικούς-ηθικούς κυρίως λόγους: για να διατηρηθεί μία στοιχειώδης ανεξαρτησία έναντι του κράτους. Ασφαλώς, μία απολυταρχική κυβέρνηση (π.χ., της άκρας Αριστεράς) ό,τι θέλει θα κάνει (αν αποκτήσει την δύναμι) – η ανυπαρξία προγενεστέρου νόμου θα την εμποδίσει; Ωστόσο είναι σημαντικό να υπάρχει ως παγιωμένη αρχή η ανεξαρτησία, στον μέγιστο δυνατό βαθμό, του πολίτου απ’ το κράτος, ώστε να θυμάται ο πολίτης το τι ΄μπορεί να χάσει αν ενδώσει στον ολοκληρωτισμό. Μη ξεχνούμε: η γνώση (του κράτους για τον πολίτη) είναι δύναμη και η δύναμη είναι έλεγχος και, ευκαιρίας δοθείσης, καταπίεση και εκμετάλλευση. Το ερώτημα είναι: χρειάζεται η γνώση αυτή (που κατ’ αρχήν πρέπει να υπάρχει για να λειτουργήσει το κράτος) να γίνει απόλυτη; Μέχρι ποιού σημείου είναι επιτρεπτό να φθάνει; Πού είναι αι εγγυήσεις; Αυτά η απόφαση του ΥΠΟΙΚ τα προσπερνά ως ασήμαντα, ίσως γιατί υπερβαίνουν την ταμειολογιστική νοοτροπία του ή και τον ρόλο του.

    Η άλλη μου επιφύλαξη είναι ακόμη σοβαρότερη. Ναι, θέλουμε πάταξι της φοροδιαφυγής. Θέλουμε μεγέθυνσι της φορολογικής βάσεως. Θέλουμε, συνεπεία τούτου, μείωσι των φορολογικών συντελεστών. Όμως: Πού είναι η υπόσχεση – η πολιτική υπόσχεση – ότι αυτοί κι αυτοί κι αυτοί θα είναι οι φορολογικοί συντελεστές, όταν – διά του περιουσιολογίου, έστω – μεγαλώσει η φορολογική βάση (και όταν το «Μνημόνιο» παρέλθει); Πού είναι ο αναγκαίος διαχωρισμός μεταξύ, λ.χ., της (απολύτως θεμιτής) χρήσεως του περιουσιολογίου για «πόθεν έσχες» και του «φορολογητέου» του Α ή Β περιουσιακού στοιχείου; Πού είναι δηλ. η υπόσχεση – η εγγύηση – του κράτους ότι κάποιο ή κάποια περιουσιακά στοιχεία (και, κατά την ταπεινή μου, πλην αρκετά τεκμηριωμένη, γνώμη, πάσα περιουσία) ΔΕΝ θα φορολογούνται, ασχέτως αν το κράτος τα μαθαίνει για λόγους «πόθεν έσχες»;  Πού είναι, τέλος, η υπόσχεση ότι πλέον το κράτος δεν θα «παίρνει όσα του λείπουν», αδιακρίτως συνεπειών επί της πραγματικής οικονομίας και ασχέτως φοροδοτικής ικανότητος, για να συντηρήσει ένα αδηφάγο, πελατειακό, υπερμέγεθες Δημόσιο, που (θα) προσφέρει πολύ ολιγώτερα απ’ όσο (θα) κοστίζει;

    Ο (όποιος) πρωθυπουργός, θα έπρεπε να τα εξηγήσει και εγγυηθεί όλ’ αυτά στον ελληνικό λαό, τους ανθρώπους που έχουν μοχθήσει είτε μοχθούν για να κάνουν περιουσία ή να την κρατήσουν, γι’ αυτούς και τα παιδιά των, τους ανθρώπους δηλ. που οι ζηλόφθονες αριστεροί, περιπαικτικά, αποκαλούν «΄νοικοκυραίους» (είναι όμως η πλειοψηφία των Ελλήνων). Και εξηγώντας τα, να καθορίσει τα όρια και λογική των κρατικών δαπανών (αν όχι για τώρα, τότε σίγουρα για την μεταμνημονιακή εποχή), ώστε, εφεξής, όλοι οι Ελληνες να ξέρουν ότι δεν θα «ξεγυμνωθούν» διά του περιουσιολογίου απέναντι στο κράτος – και απέναντι στο πολιτικό σύστημα, που ελέγχει αυτό το κράτος –, ώστε αυτό να βάζει χέρι σ’ ό,τι γουστάρει απ’ την περιουσία των, όποτε γουστάρει, και μάλιστα για να συντηρεί κηφήνες, να κάνει ρουσφέτια και να πληρώνει μίζες, προσφέροντας εν πολλοίς αισχρές υπηρεσίες.

    Μαζί λοιπόν με το «περιουσιολόγιο», καλείται το κράτος να εισαγάγει και τέτοιες ρυθμίσεις (π.χ., Συνταγματικό πλαφόν στην δημιουργία ελλειμμάτων, Συνταγματική απαγόρευση πάσης φορολογήσεως περιουσίας ή κληρονομίας), που θα επιτρέψουν επιτέλους στους Ελληνες να νοιώθουν ότι είναι υπερήφανοι κύριοι των ιδιοκτησιών των, ότι δεν τις ενοικιάζουν απ’ το κράτος, ότι αυτές δεν κινδυνεύουν ανά πάσα στιγμή λόγω «εκτάκτων» ή δημευτικών φόρων, ότι οι ίδιοι είναι ανεξάρτητοι απ’ το κράτος, ότι δεν ποινικοποιείται ο σχηματισμός περιουσίας χάριν μιάς καλύτερης ζωής για τα παιδιά εκάστου. Και τότε, ναι, ας εισαχθεί «περιουσιολόγιο» και ας γενικευθεί το «πόθεν έσχες» – πρέπει μάλιστα.

    (Β) Σε σχέσι με τους συντελεστές εισοδήματος ή ΦΑΠ και συναφή. Δυστυχώς η σχετική συζήτηση κυριαρχείται από αριστερές/πολιτικάντικες/λαϊκιστικές λογικές. Ιδού μία διδακτική ιστορία:

    Το 1996 οι J. Mirrlees και W. Vickrey πήραν το Nobel στα οικονομικά. Αυτοί είχαν μελετήσει το πρόβλημα του ιδανικού εισοδηματικού φορολογικού συντελεστή, εκείνου δηλ. που επιτυγχάνει την καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ της ανάγκης για μείωσι της εισοδηματικής ανισότητος μεταξύ των ανθρώπων απ’ την μια και της οικονομικής αποτελεσματικότητος απ’ την άλλη (δεδομένου ότι οι υψηλοί φόροι μειώνουν το κίνητρο για παραγωγική προσπάθεια και ανάληψι κινδύνων, άρα έχουν επίπτωσι στο ΑΕΠ).

    Προσέξτε τώρα. Ειδικά ο Mirrlees είχε ξεκινήσει την μελέτη αυτή (που εστιάσθηκε στην Βρεταννία) με προκατάληψι ΥΠΕΡ των υψηλών φορολογικών συντελεστών εισοδήματος (είχε άλλωστε χρηματίσει σύμβουλος του Εργατικού κόμματος). Περίμενε η μελέτη του να τον επιβεβαιώσει. Αντ’ αυτού ηύρε, όπως παραδέχθηκε ο ίδιος σε μία παραδειγματική εκδήλωσι ακαδημαϊκής εντιμότητος, ότι (α) ο ιδανικός φορολογικός συντελεστής εισοδήματος είναι κάπου 20%, όχι μεγαλύτερος, και (β) είναι ίδιος για όλους (δηλ. αναλογικός, μη ενδεικνυομένης συνεπώς της προοδευτικής φορολογίας).

    Εχει αξιοποιηθή/επανεξετασθή/αξιολογηθή αυτό το συμπέρασμα για την Ελλάδα; Όχι, φυσικά. Απερίσκεπτα επικρατεί το αξίωμα «οι μεγαλύτερα εισοδήματα έχοντες και εν γένει οι πλούσιοι να πληρώνουν περισσότερα», ασχέτως αν η ανωτέρω μελέτη παρέχει ισχυρές ενδείξεις ότι αυτό είναι εις βάρος του «λαού». Το δε «πόσο περισσότερα;» απαντάται πάλι με λαϊκιστικό πνεύμα: όσο περισσότερα, τόσο καλύτερα.

    Ας επεκταθούμε τώρα στα ακίνητα. Ο ίδιος ο Mirrlees, κατ’ αρχήν, ΔΕΝ απορρίπτει την φορολόγησι ακινήτου περιουσίας. Εχει αξιοπρόσεκτα επιχειρήματα, ασχέτως αν διαφωνώ. Λ.χ., διαφωνώ επειδή πας φόρος επί περιουσίας σημαίνει φορολόγησι (υποτίθεται) ήδη φορολογηθέντων εισοδημάτων. Διαφωνώ επειδή και ο φόρος ακινήτων από εισόδημα πληρώνεται, άρα φορολογείς το εισόδημα και τελειώνεις, εξασφαλίζων όμως έτσι ότι ο φορολογούμενος έχει την απαραίτητη φοροδοτική ικανότητα, δεν κινδυνεύει δηλ. να χάσει το ακίνητό του. Διαφωνώ επίσης ότι αι στεγαστικές υπηρεσίες, που παρέχουν τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα, συνιστούν φορολογητέο εισόδημα (δεν θα υπεισέλθω σε τεκμηρίωσι). Διαφωνώ, ακόμη, επειδή οι φόροι επί κεφαλαίου επιβαρύνουν φορολογικά την κατανάλωσι σε βάθος χρόνου (Mankiw κ.α. (2009)), πράγμα σχετικό με την συζήτησί μας στον βαθμό που τα ακίνητα θεωρούνται κεφάλαιο. Πέραν όμως οικονομικών λόγων, διαφωνώ επειδή η φορολόγηση περιουσίας (και κληρονομίας μεταξύ συγγενών α΄ βαθμού) δυσκολεύει (και, αν γίνει υπερβολική, αντιστρέφει) την δόμησι μιάς ισχυρής μεσαίας τάξεως, που αποτελεί, ως έχει δείξει η ιστορία, τον κορμό πάσης κοινωνίας, ιδίως των επιτυχημένων.

    Γι’ αυτούς τους λόγους το ιδανικό φορολογικό σύστημα πρέπει ν’ αποτελείται από φόρους (ή φόρο) εισοδήματος (μετά κάποιο αφορολόγητο όριο), φόρους επί των πωλήσεων (π.χ., ΦΠΑ, ενδεχομένως με διαφόρους συντελεστές), και φόρους υπεραξίας. Ειδικά ένας (χαμηλός) φόρος υπεραξίας επί ακινήτων και λοιπών περιουσιακών στοιχείων (που όμως δεν πρέπει να επιβάλλεται επί κληρονομιών, ως λέγουν και κάνουν μερικοί) έχει τα πλεονεκτήματα ότι (α) δεν παραβιάζει την αρχή της φοροδοτικής ικανότητος, (β) σε αυτήν την βάσι εξασφαλίζει για το κοινωνικό σύνολο μέρος της αξίας, που η όλη κίνηση της οικονομίας, δημιουργεί για το περιουσιακό στοιχείο, ιδίως για τα ακίνητα.

    Επισημαίνω, επομένως, ότι η φορολογική πρόταση, λ.χ., του ΠΑΣΟΚ (άσε δε του Σύριζα, που θέλει να φορολογεί και το κεφάλαιο των καταθέσεων) υποφέρει από τρία λάθη: (α) Φορολογεί την περιουσία, (β) Δεν είναι επαρκώς σφαιρική, επεξεργασμένη και δικαιολογημένη, (γ) Εισάγει/δέχεται την ύπαρξι πολλών συντελεστών επί της περιουσίας, αντί, έστω, ενός μόνο συντελεστή, ενώ:

    Ο ένας μόνο συντελεστής όχι μόνο συνάδει με την μελέτη Mirrlees/Vickrey, μα και μειώνει ένα σημαντικό κίνδυνο, που χαρακτηρίζει την δημοκρατία: το να καταλήγει (όπως εφοβείτο και ο Αριστοτέλης) σε σύστημα, όπου πάντοτε οι φτωχότεροι θα «γδέρνουν» διά της φορολογίας τους εκάστοτε πλουσιωτέρους – επί ζημία εν τέλει όλων. Ο κίνδυνος μειώνεται διότι δύσκολα θα δεχθούν οι «φτωχοί», πλην κάτοχοι περιουσίας, ψηφοφόροι ένα συντελεστή 2% ή 3% για τα ακίνητά των – άρα  αν ο συντελεστής είναι ένας αντί κλιμακωτός, δύσκολα θα υπερβεί το 0,1% ή 0,2%.

    (Γ) Ένα επιχείρημα υπέρ των φόρων περιουσίας και δη ακινήτου είναι ότι συσχετίζονται με μεγαλύτερη ανάπτυξι (Arnold, 2008). Δεν αληθεύει. Για την ακρίβεια, επειδή όλοι οι φόροι αποθαρρύνουν την ανάπτυξι, μία τέτοια στροφή (α) θα έπρεπε να συνδυασθεί με μείωσι άλλων φόρων ώστε η συνολική φορολογική επιβάρυνση να παραμείνει η ιδία, και (β) έχει στοιχείο αληθείας μόνον επειδή οι φόροι επί των ακινήτων είναι συνήθως αντιστρόφως προοδευτικοί, καθώς αι αξίες των ακινήτων δεν συσχετίζονται αξιόλογα με τα εισοδήματα. Το ίδιο αποτέλεσμα (δηλ. μεγαλύτερη ανάπτυξη) θα επετυγχάνετο αν η φορολογία εισοδήματος γινόταν αντιστρόφως προοδευτική (ώστε οι έχοντες μεγαλύτερο εισόδημα να πληρώνουν ολιγώτερο φόρο) αντί προοδευτικής.

    Και η ΝΔ; θα ερωτούσε κάποιος. Τι φορολογικό πρόγραμμα έχει; Δεν ξέρω τι έχει την στιγμή αυτή, μα από τα ανωτέρω φαίνεται τι πρόγραμμα θα έπρεπε να έχει ή να αποκτήσει, αν θέλει να είναι το κόμμα των «΄νοικοκυραίων» Ελλήνων, δηλ. της πλειοψηφίας, ιδίως στην μεταμνημονιακή εποχή. Παρ’ ότι και αυτή φέρει την κρατιστική παράδοσι των ελληνικών κομμάτων, έχω την αίσθησι ότι αυτός ο χώρος περισσότερο απ’ τα άλλα υπάρχοντα κόμματα δύναται να κινηθεί προς την ανωτέρω κατεύθυνση. Θα το κάνει όμως;

    – Ο κ. Νίκος Πειρουνάκης είναι οικονομολόγος

     

     

    Γνώμες