Η.πληθωρική συζήτηση που έγινε τον τελευταίο καιρό για τους χαρακτηρισμούς «Βούλγαρος» και «Γραικύλος» ανακάλεσε στη μνήμη μου τη «Γραμματική της φαντασίας» του Τζιάνι Ροντάρι: όπως μια πέτρα που ρίχνουμε στα νερά της λίμνης προκαλεί αναρίθμητες και ποικίλες αντιδράσεις στην επιφάνεια, στην πορεία προς το βυθό και στον πυθμένα, «με τον ίδιο τρόπο μια λέξη που πέφτει τυχαία στο μυαλό μας δημιουργεί κύματα στην επιφάνεια και στο βάθος, προκαλεί μια ατελεύτητη σειρά αλυσιδωτών αντιδράσεων, παρασύροντας στην πτώση της ήχους και εικόνες, αναλογίες και αναμνήσεις, σημασίες και όνειρα, σε μια κίνηση που ξυπνά την εμπειρία και τη μνήμη, τη φαντασία και το ασυνείδητο, και η οποία γίνεται πιο περίπλοκη, επειδή το ίδιο το μυαλό δεν παρίσταται παθητικά στην εμφάνιση όλων αυτών, αλλά επεμβαίνει σ’ αυτήν συνεχώς, για να δεχτεί και να απορρίψει, να συνδέσει και να λογοκρίνει, να οικοδομήσει και να καταστρέψει». Ειδικά το τελευταίο τμήμα του παραπάνω αποσπάσματος θα έλεγε κανείς ότι «σχολιάζει» με τον καλύτερο τρόπο την περίπτωσή μας.


Εμείς δεν θα αναφερθούμε στην ονομασία «Βούλγαρος» και τις σημασιολογικές και λεξικογραφικές ή κοινωνικές και εθνικές διαστάσεις της. Θα μας απασχολήσει ο όρος «Γραικύλος», που επανήλθε στο ελληνικό προσκήνιο του 2000, έχοντας συμπληρώσει (αντίθετα από τη σχετικά βραχύβια προσωνυμία «Βούλγαρος» = «βόρειος» Ελληνας) χρόνο ζωής μεγαλύτερο από εκείνον που οριοθετεί το επερχόμενο billenium.


Ο ελληνικός χαρακτηρισμός «Γραικύλος» είναι απόδοση του λατινικού χαρακτηρισμού Graeculus, ο οποίος με τη σειρά του είναι υποκοριστικό του εθνικού ονόματος Graecus που χρησιμοποιούσαν οι Ρωμαίοι για τους Ελληνες. Το λατινικό υποκοριστικό μαρτυρείται σε πενήντα περίπου χωρία λατίνων συγγραφέων, από τα χρόνια του Κικέρωνα μέχρι σχεδόν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Το ελληνικό υποκοριστικό με εξαίρεση μια μαρτυρία του Δίωνος Κασσίου (46, 18, 1, βλ. παρακάτω), δεν εντοπίζεται στην αρχαία ελληνική και στη βυζαντινή γραμματεία ως τον 10ο αιώνα.


Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι το όνομα Graeculus είναι, μαζί με το όνομα Poenulus (= «Καρχηδονίσκος»), τα μόνα υποκοριστικά εθνικών χαρακτηρισμών που περιέχει η λατινική γλώσσα. Δεν είναι φυσικά τυχαίο το γεγονός ότι τα δύο αυτά υποκοριστικά αφορούν τους δύο μεγαλύτερους αντιπάλους της Ρώμης, τους οποίους υπέταξε η ρωμαϊκή λόγχη με πολύ μόχθο και αίμα.


Οπως ορθά σημειώνεται στο «βέβηλο» γράμμα που παραθέτει ο Μάριος Πλωρίτης στο «Βήμα» της Κυριακής, 7 Ιουνίου 1998, «»πατέρας» αυτού του επιθέτου (Graeculus) ήταν ο Κικέρων». Αυτό αληθεύει υπό την έννοια ότι ο διάσημος αυτός ρωμαίος πολιτικός και ρήτορας πρέπει να θωρηθεί πιθανότατα ο «ευρετής» αυτού του υποκοριστικού, το οποίο επανέρχεται στο έργο του επανειλημμένα (16 φορές!).


Ομως η εξέταση αυτών των κειμένων αποδεικνύει ότι η παρατήρηση του συντάκτη της «βέβηλης» επιστολής πως ο Κικέρων δεν δίνει στο όνομα Graeculus υποτιμητική σημασία δεν ανταποκρίνεται στα πράγματα.


Οι Graeculi κατά τον Κικέρωνα:


* Είναι κατ’ αρχήν «παραμυθάδες»: Οι Γραικύλοι πλάθουν πολλές ιστορίες· σε μια από αυτές παρουσιάζουν κάποιον πως αυτοκτόνησε από ένα υψηλό τείχος, όχι γιατί του συνέβη κάτι δυσάρεστο, αλλά γιατί είχε διαβάσει ένα σοβαρό και μεγαλόπρεπο βιβλίο του Πλάτωνα με θέμα τον θάνατο (Pro Scauro 3-4).


* Ταυτόχρονα είναι ανόητοι: «Ο σοφός δεν θέλει να αντιμετωπίζεται από τους ανόητους με τρόπο ώστε όσοι τον ακούν είτε να τον θεωρούν βλάκα και Γραικύλο είτε (…) να φέρουν βαρέως που είναι οι ίδιοι βλάκες» (De oratore 1, 221).


* Είναι ένα μείγμα τεμπελιάς, φλυαρίας και πολυμάθειας: «Με βάζετε να απαντήσω σε μια ερωτησούλα, σαν να είμαι κανένας Γραικύλος, τεμπέλης και πολυλογάς και ίσως πολύξερος και πολυδιαβασμένος» (De oratore 1, 162).


* Είναι ακατάλληλοι ως δικαστές (5, Philipp. 12), απαράδεκτοι στις συνελεύσεις τους (Pro Sestio 126), παρατρεχάμενοι και κόλακες των ισχυρών (Pro Milone 55).


* Δυο από αυτούς, που χάρη στο φίλο τους Καίσαρα έγιναν ρωμαίοι πολίτες, είναι «τιποτένιοι Γραικύλοι» (13. Philipp. 33).


Το αρνητικό φορτίο του χαρακτηρισμού Graeculus στον Κικέρωνα επιβεβαιώνεται και υπογραμμίζεται από το γεγονός ότι χρησιμοποιείται επίσης και εναντίον ενός γνήσιου Ρωμαίου, του Βέρρη, ο οποίος είχε αρπάξει από τις Συρακούσες ένα άγαλμα της Σαπφούς. Ταυτόχρονα αποδεικνύεται ότι για τον Κικέρωνα είναι διαφορετικό πράγμα οι «πολύξεροι Γραικύλοι» και διαφορετικό η ελληνική τέχνη και παιδεία: «(Το άγαλμα της Σαπφούς) είχε έξοχη κατασκευή και στη βάση του έφερε χαραγμένο ένα καταπληκτικό επίγραμμα. Εκείνος ο πολύξερος και Γραικύλος (ο Βέρρης) ­ που τάχα τα γροικάει αυτά σε βάθος και μόνος αυτός τα καταλαβαίνει ­ δεν θα είχε αρπάξει το άγαλμα αυτό, αν γνώριζε έστω κι ένα γράμμα ελληνικό» (2. In Verrem 4, 127).


Η άποψη του Κικέρωνα στην παραπάνω περίπτωση θυμίζει την ανάλογη στάση κάποιων σύγχρονων Ευρωπαίων: ενώ είναι θερμός θαυμαστής της αρχαίας ελληνικής σκέψης και λογοτεχνίας, περιφρονεί τους συγχρόνους του Ελληνες ­ και σ’ αυτό ασφαλώς είχαν και οι τελευταίοι αρκετή ευθύνη. Τελικά όμως η όλη υπόθεση κατέληξε «μπούμερανγκ» για τον ίδιο: ανάμεσα στα άλλα παρατσούκλια του (π.χ. Κικέρκουλος, δηλ. «Κικερούλης», Κικεράκιος και Κικερίσκος) μαρτυρείται και ο χαρακτηρισμός Γραίκουλος ή Γραίκος (Δίων Κάσσιος 46, 18, 1 και Πλούταρχος, Κικέρων 5), προφανώς εξαιτίας της ελληνομάθειάς του. Το ίδιο παρατσούκλι έμελλε να χρησιμοποιηθεί, λίγο αργότερα, και για τον κατ’ εξοχήν ελληνομαθή ρωμαίο αυτοκράτορα, τον Αδριανό (Script. Hist. Aug., Spartians, Hadr. 1,5).


Με τον Κικέρωνα, τον «ευρετή» και κεντρικό χρήστη του υποκοριστικού Graeculus ο χαρακτηρισμός αυτός πολιτογραφήθηκε ως δόκιμος όρος της ρωμαϊκής πολιτικής ορολογίας με αρνητικές συνδηλώσεις για τον ελληνικό κόσμο, ενώπιον του οποίου οι Ρωμαίοι ένιωθαν συμπλέγματα κατωτερότητας και ταυτόχρονα ανωτερότητας.


Περίπου έναν αιώνα μετά τον Κικέρωνα η λέξη Graeculus γίνεται στη γραφίδα του καυστικού σατιρικού Ιουβενάλη πικρόχολο δηλητήριο που εκτοξεύεται εναντίον τόσο των Ελλήνων όσο και των ομοεθνών του.


Στην τρίτη του «Σάτιρα» (στ. 58 εξξ.) ο Ιουβενάλης στρέφεται με ασυγκράτητο μένος εναντίον των Ελλήνων που έχουν συρρεύσει από παντού και έχουν διαφθείρει, όπως πιστεύει ακράδαντα, την αιώνια Πόλη. Αυτό το «έθνος των κωμωδών» (στ. 100) γέμισε τα ρωμαϊκά σπίτια και κοντεύουν να γίνουν και αφεντικά των κυρίων τους. Είναι δαιμόνιοι, θρασείς, ετοιμόλογοι και πολυτεχνίτες: δάσκαλοι, ρήτορες, γεωμέτρες, ζωγράφοι, οιωνοσκόποι, γιατροί, σχοινοβάτες, μάγοι. «Τα πάντα γνωρίζει ο πειναλέος Γραικύλος: και στα ουράνια να τον στείλεις, πηγαίνει» (στ. 78).


Στην έκτη «Σάτιρα» ο Ιουβενάλης τα βάζει με κάποιες «σνομπ» Ρωμαίες που παριστάνουν τις Ελληνίδες και, ενώ δεν ξέρουν την προγονική τους γλώσσα, επιδιώκουν να μιλούν Ελληνικά. Και μάλιστα αυτό το κάνουν όχι μόνο νέες, αλλά και γριές ογδόντα έξι ετών! «Καμιά δεν περνιέται για όμορφη εκτός κι αν, από Τούσκα, έγινε Γραικύλη και, από Σουλμονήσια, Κεκρόπια! Ολα τα λένε Ελληνιστί (…): και φόβο και θυμό και χαρά και έγνοια και της καρδιάς τα μυστικά. Ακόμη και τα ερωτόλογα στα Ελληνικά τα λένε» (στ. 185-191).


Οι αρνητικές διαστάσεις της λέξης Graeculus διαπιστώνονται και σε άλλους συγγραφείς αυτών των χρόνων. Ετσι ο Σουητώνιος (Claud. 15,4) αναφέρει έναν αυθάδη «Γραικύλο υπόδικο» που είπε κατά πρόσωπο στον αυτοκράτορα: «είσαι και γέρος και μωρός», ενώ ο Πλίνιος (Panegyr. 13,5) μιλά για μαλθακούς Γραικύλους στρατιωτικούς.


Ταυτόχρονα εμφανίζονται και οι πρώτες μη αρνητικά φορτισμένες διαστάσεις του όρου, σε περιπτώσεις όμως που δεν αφορούν ανθρώπους. Ο Πετρώνιος π.χ. κάνει λόγο (Satyr. 38, 4) για «Γραικύλες μελισσούλες», ο Κολουμέλας για «Γραικύλα αμπέλια της Θάσου» (De re rustica 3,2,24), ο εγκυκλοπαιδιστής Πλίνιος αναφέρει τη «Γραικύλη Θάσο» (Natur. Hist. 14,25) και ένα άνθος που λέγεται «Γραικύλη» (Natur. Hist. 15,20).


Μια λέξη, μια ιστορία… Στο χαρακτηρισμό «Γραικύλος» συμπυκνώνονται όλα σχεδόν τα χαρακτηριστικά του Ελληνα που απαράλλαχτα διαπιστώνονται συνεχώς στο διάβα των αιώνων. Ενα αμάλγαμα αρνητικών αλλά και θετικών ιδιοτήτων που διαμορφώνουν το ιδιαίτερο εθνικό του προφίλ: ευφάνταστος και παραμυθάς, ευφραδής αλλά και πολυλογάς, πολυμαθής αλλά και «ξερόλας», ανευθυνοϋπεύθυνος, έξυπνος και εξυπνάκιας, πολυτεχνίτης κι ερημοσπίτης, πολυμήχανος αλλά και πονηρός, εύθυμος αλλά και «σαχλαμάρας», άοκνος και ράθυμος, με δυο λόγια «έθνος ανάδελφον». Βέβαια η ανθελληνική προπαγάνδα των Ρωμαίων ήθελε να προβάλλει τη μία μόνο πλευρά του νομίσματος, το οποίο όμως έχει πάντοτε δύο όψεις (και πάντως η Ιστορία πήρε την εκδίκησή της: σήμερα «Ρωμιοί» ονομαζόμαστε εμείς). Ε, λοιπόν, ναι. Είμαστε Ελληνες, είμαστε Ρωμιοί, είμαστε Γραικοί, είμαστε και Γραικύλοι. «Είμαστε τσείνοι, που ‘μαστε». Και δεν ντρεπόμαστε γι’ αυτό. Αντίθετα το ‘χουμε καμάρι. Εκείνο όμως που μένει για μας, τους σύγχρονους «Γραικύλους», είναι μια περήφανη αλλά και ενδοσκοπική αυτοσυνειδησία και επιπλέον πνεύμα γνήσιας συνεννόησης και συνεργασίας, προκειμένου να διαψεύσουμε όλους εκείνους που μαζί με τον Κικέρωνα διακηρύσσουν ότι «οι διαφωνίες γύρω από μια λέξη πολύ ταλαιπωρούν τους Γραικύλους, οι οποίοι ενδιαφέρονται περισσότερο για καβγάδες παρά για την αλήθεια» (Κικέρων, De oratore, 1,47).


Ο κ. Δημήτρης Νικήτας είναι καθηγητής της Λατινικής Φιλολογίας και πρόεδρος του Τμήματος Φιλολογίας του ΑΠΘ.