• Αναζήτηση
  • Εκπέμπονται λάθος μηνύματα στην αγορά

    Εκπέμπονται λάθος μηνύματα στην αγορά Π. ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ Η επίσημη εκτίμηση του ρυθμού αναπτύξεως της ελληνικής οικονομίας κατά το παρελθόν έτος αναβιβάζεται στο 4,1%. Η εκτίμηση αυτή είναι προϊόν των ενδείξεων που παρέχουν οι δείκτες της δαπάνης του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα για αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή δεν βρίσκεται σε συνέπεια με τις ενδείξεις που παρέχουν άλλοι επίσημοι, επίσης,

    Εκπέμπονται λάθος μηνύματα στην αγορά | tovima.gr

    Η επίσημη εκτίμηση του ρυθμού αναπτύξεως της ελληνικής οικονομίας κατά το παρελθόν έτος αναβιβάζεται στο 4,1%. Η εκτίμηση αυτή είναι προϊόν των ενδείξεων που παρέχουν οι δείκτες της δαπάνης του ιδιωτικού και δημοσίου τομέα για αγαθά και υπηρεσίες. Ωστόσο, η εκτίμηση αυτή δεν βρίσκεται σε συνέπεια με τις ενδείξεις που παρέχουν άλλοι επίσημοι, επίσης, δείκτες, που αναφέρονται στη δραστηριότητα των διαφόρων κλάδων παραγωγής.


    Η στάθμιση όλων των διαθεσίμων ενδείξεων οδηγεί σε εκτίμηση για πολύ χαμηλότερο ρυθμό αναπτύξεως το 2001· χαμηλότερο και από 3,5%. Ρυθμός της τάξεως του 3,5% αποτελεί την πλέον αισιόδοξη προσέγγιση για την αναπτυξιακή επίδοση του παρελθόντος έτους. Με μείωση των εξαγωγών – βάσει εμπορευματικής στατιστικής – κατά 19,2% κατά το εννεάμηνο Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου και των εισαγωγών κατά 4,3%, μείωση της αγροτικής παραγωγής, αύξηση του δείκτη βιομηχανικής παραγωγής μόλις κατά 1% και των κλαδικών δεικτών που συνδέονται με την κατασκευαστική δραστηριότητα με τα οριακά ποσοστά της τάξεως του 1%-2%, δεν είναι λογικώς επιτρεπτόν να υιοθετούνται ποσοστά αυξήσεως της καταναλώσεως και των επενδύσεων συνεπαγόμενα ρυθμό αναπτύξεως υψηλότερο του 3,5%. Η μείωση εισαγωγών προϊδεάζει, σε συνδυασμό με τον πολύ χαμηλό ρυθμό αυξήσεως υλικών αγαθών και του στάσιμου τουρισμού, για χαμηλό ρυθμό αυξήσεως της ιδιωτικής καταναλώσεως και επενδύσεων. Εν συνόψει, οι ενδείξεις από πλευράς παραγωγής και ζητήσεως είναι επιεικώς αντιφατικές, και δεν επιτρέπουν καν σκέψη για τόσο υψηλό ρυθμό αναπτύξεως, όπως είναι ο επισήμως αναφερόμενος (4,1%).


    Πράγματι, με ρυθμό αυξήσεως της υλικής παραγωγής 1,4%, η τριτογενής παραγωγή πρέπει να έχει αυξηθεί με ρυθμό 5,3% για να προκύψει ρυθμός αναπτύξεως 4,1%. Θεωρητικώς, βεβαίως, υπάρχει βραχυπροθέσμως συμβατότητα μεταξύ των ανωτέρω ρυθμών υπό ένα βασικό όρο: ότι ο τριτογενής τομέας είναι σε ασυνήθη βαθμό εξαγωγικός, κατά το συγκεκριμένο δε έτος η εξαγωγική επίδοση συνέβη να είναι, επίσης, ασυνήθως μεγάλη. Τα στατιστικά δεδομένα εντούτοις περί του αντιθέτου παρέχουν ενδείξεις. Ο τουρισμός ήταν στάσιμος, καθ’ ον χρόνο τα λοιπά εισοδηματικά στοιχεία του ισοζυγίου, συνολικώς, διεμορφώθησαν δυσμενώς. Με περίπου στάσιμη υλική παραγωγή, πώς είναι δυνατόν οι υπηρεσίες να αυξηθούν 5,3%; Αλλά και οι εισαγωγές είναι περίπου στάσιμες, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο πολύπλοκο το ζήτημα. Διότι, με στάσιμες ή και φθίνουσες εισαγωγές, φθίνουσα αγροτική παραγωγή και τελείως οριακή αύξηση της παραγωγής καταναλωτικών αγαθών (περίπου 1,5%), πόθεν έσχεν εις αγαθά η κατά 3,1% αύξηση της ιδιωτικής καταναλώσεως;


    Αλλά και η πρόβλεψη για την ανάπτυξη κατά το τρέχον έτος, την οποία υιοθετεί η Τράπεζα της Ελλάδος, βρίσκεται σε αναντιστοιχία με τα οικονομικά δεδομένα: (α) ο κατά το παρελθόν έτος υψηλός ρυθμός αυξήσεως του όγκου νέων οικοδομών βάσει αδειών θα δώσει σημαντική ώθηση στην εγχώρια παραγωγή, (β) οι δημόσιες επενδύσεις θα συνεχίσουν να αυξάνονται, (γ) ο εξωτερικός τουρισμός, παρά τη μη συγγνωστή αδράνεια της χώρας προς αξιοποίηση της συγκεκριμένης συγκυρίας, είναι πολύ λίγο πιθανό να υπολειφθεί του περυσινού επιπέδου, και (δ) η ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας και το κλίμα αισιοδοξίας που πηγάζει από αυτήν αποτελεί ασφαλώς θετικό στοιχείο και ενθαρρύνει δαπάνες – και παραγωγή. Είναι για τους λόγους αυτούς υπερβαλλόντως συντηρητική η επίσημη πρόβλεψη και εκπέμπει λάθος μήνυμα στην αγορά, όπως ακριβώς συνέβη όταν καθ’ ον χρόνο η χρηματιστηριακή αγορά χρειαζόταν αποθέρμανση, η Τράπεζα της Ελλάδος έρριπτε σε αυτήν πρόσθετη καύσιμη ύλη. Η πιο λογική εκτίμηση που συνάγεται από τις υφιστάμενες ενδείξεις είναι ο ρυθμός αναπτύξεως να προσεγγίσει το 4%. Υπό την ισχυρή, τω όντι, παραδοχή ότι δεν θα εμφιλοχωρήσει καθ’ οδόν μείζονος σημασίας διαταρακτικός παράγων.


    Σημειώνεται ότι ο ρυθμός αναπτύξεως 3,5% για το 2001 είναι ευπρεπής, αξιολογούμενος υπό το πρίσμα της οικονομικής επιβραδύνσεως της παγκόσμιας οικονομίας και της στασιμότητας του αλλοδαπού τουρισμού στη χώρα μας. Βρίσκεται, ωστόσο, σε αναντιστοιχία με τις δυνατότητες που παρέχουν οι εισρέοντες από την ΕΕ οικονομικοί πόροι. Είναι για τον λόγο αυτό ασύνετο να αρυόμεθα ικανοποίηση επειδή αναπτυσσόμεθα ταχύτερα από τους εταίρους μας. Μετ’ ου πολύ, οι κρουνοί θα κλείσουν και τα ογκούμενα ελλείμματα του «ιδεατού» ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, συμπαρομαρτούσης και της εξαντλήσεως των τρεχόντων μεγάλων περιθωρίων ρευστότητος, θα καταστήσουν τον δανεισμό ακριβό και θα αποθαρρύνουν την ανάληψη επενδυτικών πρωτοβουλιών. Οι νέες υποδομές και το κοινό νόμισμα δεν πρόκειται να τιθασεύσουν τις δυνάμεις αδρανείας που έχουν αναπτυχθεί στην ελληνική κοινωνία κατά τα τελευταία 20-25 έτη. Η χαμηλή ροπή προς εργασία, η χαμηλή παραγωγικότητα του κεφαλαίου, η χαμηλή ροπή προς αποταμίευση συνδέονται αιτιωδώς με το πλέγμα δήθεν προστασίας της εργασίας, τώρα δε και με την σε ακραία όρια λειτουργούσα διαφθορά. Χωρίς ανασκολόπιση των θεσμών δήθεν προστασίας της εργασίας και των δομών και μηχανισμών που καταστρέφουν την κοινωνική συνοχή η πάλαι ποτέ αναπτυξιακή δυναμική θα παραμείνει στη μνήμη μας ως απλό ιστορικό επεισόδιο.


    Ο κ. Παναγιώτης Παυλόπουλος είναι καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

    Οικονομία