• Αναζήτηση
  • Το παραγνωρισμένο και υποτιμημένο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον της ελληνικής πρωτεύουσας μέσα από μια διαδρομή

    Η θωπευτική ψηλάφηση της Αθήνας

    αρχιτεκτονική Η θωπευτική ψηλάφηση της Αθήνας Το παραγνωρισμένο και υποτιμημένο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον της ελληνικής πρωτεύουσας μέσα από μια διαδρομή ΑΓΓΕΛΟΣ ΔΕΛΗΒΟΡΡΙΑΣ Η ευγλωττία της εικόνας και η εκφραστικότητα του λόγου λειτουργούν συμπληρωματικά, σημαίνοντας με διαφορετικούς τρόπους τα ίδια πράγματα και τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια αισθήματα και τις ίδιες έννοιες, έτσι ώστε δικαιολογημένα

    Η ευγλωττία της εικόνας και η εκφραστικότητα του λόγου λειτουργούν συμπληρωματικά, σημαίνοντας με διαφορετικούς τρόπους τα ίδια πράγματα και τις ίδιες καταστάσεις, τα ίδια αισθήματα και τις ίδιες έννοιες, έτσι ώστε δικαιολογημένα θα έλεγε κανείς ότι διέπονται από μια εξαιρετικά στενή συγγενική σχέση. Οπως συμβαίνει ωστόσο και στις συγγενικές σχέσεις, την καθόλου συχνή αρμονική τους σύνταξη ταράζουν συνηθέστερα οι αναφλέξεις μιας αμοιβαίας εχθρότητας. Τέτοιου είδους αντιπαλότητες ενθαρρύνουν τις διαφοροποιήσεις των απόψεων και τις διχαστικές οροθετήσεις της πρόσληψης, τις σχισματικές διακρίσεις της πράξεως και της θεωρίας, τις μονόπλευρες και τις μονοσήμαντες προσεγγίσεις των φαινομένων. Κάτι που δεν ισχύει πάντως στην περίπτωση Του προσώπου της Αθήνας, με την ανίχνευση ή μάλλον τη θωπευτική του ψηλάφηση από τα κείμενα του Νίκου Βατόπουλου και τις φωτογραφίες του Βασίλη Μακρή.


    Οι σελίδες του βιβλίου καταγράφουν ευδιάκριτα τις οφειλές τους σε μια γνωστική επάρκεια, κατακτημένη με την επίπονη και μαχητική υπεράσπιση του δομημένου ιστού της πόλεως στη διάρκεια μιας μακροχρόνιας, συστηματικής ενασχόλησης με το ίδιο θέμα. Εναν πλούτο από εμπειρίες που αποκτήθηκαν χάρη σε παλαιότερους πιεστικούς προβληματισμούς και προγενέστερες πνευματικές καταθέσεις, έχοντας ήδη συμβάλει στην ανάδειξη μεμονωμένων δειγμάτων της νεοελληνικής αρχιτεκτονικής, στην επισήμανση της μορφολογίας και στον αξιολογικό τους συσχετισμό με αντίστοιχα παράλληλα του ευρωπαϊκού χώρου, κυρίως όμως στην αφύπνιση μιας γενικότερης έγνοιας για την οικιστική περιπέτεια της Αθήνας. Και αυτό όχι περιστασιακά ή ανερμάτιστα, αλλά με τη συνέπεια τακτικών και υπευθύνων παρεμβάσεων, με την παρότρυνση της ερευνητικής περιέργειας για την ιστορική διάσταση των σχετικών ζητημάτων, με την απελευθέρωση της κριτικής από τη συμπλεγματική ντροπή της άγνοιας που καλλιεργεί η αβασάνιστη επανάληψη καταδικαστικών πορισμάτων για την αναρχία της δόμησης και την αισθητική υποβάθμιση του ζωτικού χώρου των Αθηναίων.


    Παιχνίδι ταυτοτήτων


    Η ίδια συμφιλιωτική διάθεση κατασταλάζει και από το οδοιπορικό της νέας εξερευνητικής διαδρομής, από μια περιδιάβαση η οποία διαπερνά τις επιφάνειες των προσόψεων για να εισχωρήσει σε βαθύτερες, αλληλεξαρτημένες πτυχές κοινωνικών και οικονομικών, πολιτικών και ψυχολογικών ακόμη παραμέτρων, αναζητώντας τον εσωτερικό λόγο της αλληλουχίας στις σταδιακές μεταμορφώσεις μιας «ιδέας» και στις επανειλημμένες προσπάθειες του αυτοπροσδιορισμού της από τη δεκαετία κιόλας του 1830. Ετσι ώστε και ο αναγνώστης που την παρακολουθεί να παίρνει τελικά μέρος σε ένα «παιχνίδι ταυτοτήτων», όπου τη μονοτονία της ευθύγραμμης προοπτικής διασκεδάζουν απρόβλεπτοι συντελεστές με τις εναλλαγές των ποσοτικών και των ποιοτικών τους μέτρων. Στο επίκεντρο όμως της αντιπαράθεσης του συγγραφέα με το θέμα του και με το αναγνωστικό του κοινό δεν βρίσκεται ο 19ος αιώνας ούτε το ρεύμα του νεοκλασικισμού που διαδόθηκε και επικράτησε «ως ό,τι πιο νεωτερικό και ριζοσπαστικό μπορούσε να συνδέσει τη χώρα με το άρμα της Δύσεως», για να εκφυλιστεί «λόγω διάρκειας σε μια μάλλον συντηρητική επιλογή»· αλλά ο 20ός αιώνας και μάλιστα όχι της μνημειακής αρχιτεκτονικής του δημόσιου τομέα, γιατί το στόχαστρό του είναι στραμμένο αποκλειστικά στη λιγότερη φιλόδοξη αρχιτεκτονική του ιδιωτικού, η ανίχνευση της οποίας επιτρέπει τη νηφάλια επανεκτίμηση πολλών απ’ όσα δεδομένα συναρθρώνουν τις συγκυρίες των ιστορικών προϋποθέσεων με τους δείκτες των αισθητικών αναπροσανατολισμών.


    Ο υποψιασμένος κόσμος


    Ο αναγνώστης καλείται να ασκηθεί στις δοκιμασίες της εννοήσεως μιας συνεχιζόμενης εξελικτικής διαδικασίας με το περιεχόμενο των προλόγων, τα εισαγωγικά κείμενα και τα 14 κύρια μέρη που απαρτίζουν το σώμα τού υπό διαπραγμάτευση αποδεικτικού υλικού. Πρώτα εξετάζονται οι γυναικείες κατά κανόνα μορφές, οι οποίες εξαίρουν την πλαστικότητα των όψεων στα κτίρια της ακμής και της παρακμής του νεοκλασικισμού, σε μια εποχή δηλαδή που διαρκεί περίπου από το 1834 ως το 1922 και που δύσκολα γίνεται σήμερα αντιληπτή απ’ ό,τι άφησε άθικτο η καταστροφική μανία της περιόδου 1955-1975. Ακολουθούν κάποιες αναφορές στα συκοφαντημένα από τον μοντερνισμό διακοσμητικά μοτίβα που επιβίωναν ως το 1930 και στο πνεύμα του ρομαντικού εκλεκτισμού που γεφύρωσε τον νεοκλασικισμό με τις νεότερες τάσεις. Τα επόμενα τρία μέρη θίγουν ζητήματα γύρω από την ανάγκη ενός «υποψιασμένου κόσμου» για ό,τι θα αποκαλούσαμε σήμερα δυτικό προσανατολισμό μιας πόλεως «που υπηρετεί τη γεωμετρία και όχι τη φαντασία», με τους πειραματισμούς της περιόδου 1910-1930 πάνω σε ιδέες της αρ νουβό και της αρ ντεκό. Στη συνέχεια εξετάζονται η μοντέρνα δεκαετία του 1930, οι νέες πολυκατοικίες της μεσογειακής εκδοχής του Μπαουχάουζ και η ορμή της εκσυγχρονιστικής αισιοδοξίας, την οποία ανέκοψε βίαια η έκρηξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου: «όταν η Αθήνα άνοιξε και πάλι τα μάτια της, το ημερολόγιο έδειχνε 1950 και ο κόσμος είχε αλλάξει οριστικά και τελεσίδικα». Τα δύο επόμενα κεφάλαια, με τους ενδεικτικούς τίτλους «Η Αναγέννηση» και «Η Νέα Πόλη», είναι αφιερωμένα στην περίοδο από το 1950 ως το 1975, κατά την οποία η εσωτερική μετανάστευση, η ανασυγκρότηση της οικονομίας και η εύλογη επιθυμία μιας πιο άνετης ζωής επιβάλλουν εκβιαστικά ένα νέο μοντέλο ανοικοδόμησης. Ακολουθούν τα «Τελευταία Χρόνια» και η διαπραγμάτευση των συντελεστών του δυναμισμού που εμψυχώνει την υποδοχή του 21ου αιώνα. Στα δύο καταληκτικά μέρη, τέλος, γίνεται λόγος για ορισμένες αναμνηστικές πλάκες με ονόματα αρχιτεκτόνων και χρονολογίες που δεν αφανίστηκαν με τις κατεδαφίσεις της δεκαετίας του 1960, καθώς και για τις πολύ λιγότερες που αποτίουν κάποιο φόρο τιμής σε ανθρώπους του πνεύματος, της τέχνης και της πολιτικής, οι οποίοι σημάδεψαν με τη ζωή και τη δράση τους αρκετά από τα σπίτια της πόλεως.


    Ο ειρμός της διηγηματικής ροής στην περιγραφή των εναλλαγών του αστικού τοπίου είναι συγχρονισμένος με τον ρυθμό που συνέχει τις ιστορικές συντεταγμένες στο υπόβαθρο των κοινωνικών μετασχηματισμών: από τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Μικρασιατική Καταστροφή, το προσφυγικό κύμα και την ανατροπή των δημογραφικών δεδομένων ως τον Β’ Παγκόσμιο και τον εμφύλιο πόλεμο, με την επίταση του ρεύματος της αστυφιλίας και τη διόγκωση του υδροκεφαλισμού, από την ανασυγκρότηση της οικονομίας κατά τη δεκαετία του 1950, τη νέα εσωτερική μετανάστευση και το οικονομικό θαύμα της επόμενης δεκαετίας ως τη δικτατορία του 1967, την εξέγερση του Πολυτεχνείου, την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και την αποκατάσταση της δημοκρατίας το 1974, από τις κρίσεις των δεκαετιών του 1970 και του 1980 ως τις ευεργετικές επιπτώσεις του ανανεωτικού ψυχολογικού κλίματος, που προκαλεί η επίγνωση της μετάβασης σε μια άλλη εποχή. Γιατί από τη δεκαετία του 1990 και μετά, μολονότι αλλάζει και πάλι η πληθυσμική σύνθεση της Αθήνας με την εγκατάσταση χιλιάδων μεταναστών από τα Βαλκάνια, την Ασία και την Αφρική, ανατέλλει μια περίοδος σταδιακής ανάκαμψης.


    Αισιοδοξία για το μέλλον


    Τη διαπραγμάτευση του θέματος χαρακτηρίζει η γνώση και ο έγκυρος προβληματισμός, η προφανής αγάπη των καταθέσεων του παρελθόντος και των αξιών της ιστορικής συνέχειας, κυρίως όμως μια ιδιαίτερα τονωτική αισιοδοξία για το μέλλον. Ο συγγραφέας δεν αμφιβάλλει καθόλου ότι ο 21ος αιώνας θα αναδείξει την πρωτεύουσα ως «σύγχρονη, παραγωγική, ευχάριστη και επί της ουσίας διαχρονικά ωραία» μεγαλούπολη. Χωρίς να παραβλέπει μάλιστα τη σωρεία των ασυγχώρητων λαθών και των εγκληματικών παραλείψεων που ανέκοψαν τη φυσιολογική της ανάπτυξη, δεν αυτοαναλώνεται σε στείρες κριτικές θεωρήσεις. Αλλά επιμένει στα στοιχεία ακριβώς εκείνα που αναθερμαίνουν την εσωτερική δυναμική, χάρη στην οποία, μέσα σε διάστημα «τουλάχιστον μισού αιώνα […] σε ένα διεθνές και εξαιρετικά κρίσιμο γεωπολιτικό περιβάλλον», κατακτήθηκε η μητροπολιτική της ταυτότητα. Αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τις νέες συνθήκες της πολιτικής και της αστικής γεωγραφίας, όπως τονίζεται σωστά, επιβάλλουν την ανάληψη ενός νέου ρόλου περισσότερο απαιτητικού και σύνθετου ως προς τη διαχείριση και την αξιοποίηση των ανθρωπίνων πόρων. Επιβάλλουν την εξίσωση της πολεοδομικής με την αρχιτεκτονική και την αισθητική αναβάθμιση, επιτάσσοντας κατ’ επέκταση την αναθεώρηση των σταθερών που ρύθμιζαν ως τώρα τις οικονομικές και τις πολιτικές προοπτικές.


    Είναι παρηγορητική και ενθαρρυντική μαζί η βεβαιότητα του Νίκου Βατόπουλου ότι δεν θα υπήρχε τίποτε το ρομαντικό σε μια υπεύθυνη «επιχείρηση ηθικής ανάτασης της Αθήνας», κάτι που θα προϋπέθετε αναμφίβολα έναν πολύ σοβαρό σχεδιασμό. Που θα μπορούσε όμως «να μετρηθεί με ακρίβεια και, αν επιτύχει, να προσλάβει τα χαρακτηριστικά χιονοστιβάδας».


    Το βιβλίο του δεν προσφέρει εξάλλου τη διέξοδο μιας νοσταλγικής αναδρομής στο χθες της αθηναϊκής αρχιτεκτονικής, αλλά την απαραίτητη θεωρητική στήριξη στην αισιόδοξη άποψη ότι «η Αθήνα είναι μια πόλη με πολύ περισσότερα ποιοτικά χαρακτηριστικά από όσα της επιτρέπεται συχνά να διεκδικήσει για τον εαυτό της». Μια διακήρυξη πίστεως στη λογική των επιχειρημάτων που έχει ανάγκη η πρακτική εφαρμογή κάθε μεγαλόπνοου εγχειρήματος.


    Ο κ. Αγγελος Δεληβορριάς είναι διευθυντής του Μουσείου Μπενάκη.

    Βιβλία
    Σίβυλλα
    • Έντυπη έκδοση Extravagant σκηνικό… Η στάχτη από το πούρο έπεσε ξαφνικά πάνω στο βαρύτιμο χαλί του 18ου αιώνα. Δίπλα ακριβώς στον πίνακα του... ΣΙΒΥΛΛΑ
    Helios Kiosk