Ο κρύος καπουτσίνο θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίσει την εκδίκηση όλων όσοι ενηλικιώθηκαν με παγωτό ξυλάκι



Ο καφές ήταν στο παρελθόν αιτία για να υφίστανται πολιτισμικό σοκ οι Ελληνες που ταξίδευαν στο εξωτερικό και αντιστοίχως οι ξένοι που έρχονταν στην Ελλάδα. «Δεν έχετε φραπέ!» αναφωνούσε ο Ελληνας στην Ιταλία· «non c’ e caffe freddo!» αναφωνούσε ο Ιταλός στην Ελλάδα, αμφότεροι με ένα μείγμα έκπληξης και απογοήτευσης στο πρόσωπο.


Σήμερα ευτυχώς η κορυφαία αυτή πολιτισμική διαφορά έχει εκλείψει. Οχι επειδή καταφέραμε να εξαγάγουμε τον φραπέ ως φολκλόρ ελληνικό έδεσμα, μαζί με το σουβλάκι, τη χωριάτικη και την ταραμοσαλάτα (αν και δεν βλέπω τον λόγο γιατί δεν θα μπορούσε να γίνει και αυτό), αλλά γιατί εισαγάγαμε τον κρύο καπουτσίνο, κοινώς φρέντο, ως εναλλακτική λύση στα παραδοσιακά ροφήματα του καλοκαιριού. Με αυτό τον τρόπο βρεθήκαμε στη μάλλον δυσάρεστη θέση να τον κλίνουμε ­ ο φρέντος, του φρέντου… ­ ή να του προσθέτουμε ένα επιπλέον νι ­ τον φρένντο (frendo) ­ αλλά το σημαντικό είναι ότι τον σερβίρουμε.


Οπως ο τούρκικος, που αργότερα μετονομάστηκε σε ελληνικός, ήταν ο καφές-σύμβολο του καφενείου, έτσι και ο φραπέ ήταν ο καφές-σύμβολο της καφετέριας ενώ ο φρέντο είναι ο καφές-σύμβολο του καφέ. Πώς όμως τα καφενεία μετεξελίχθηκαν σε καφετέριες τη δεκαετία του ’80 και αυτές σε καφέ την παρούσα δεκαετία; Κυρίως με δύο τρόπους: πρώτον, αλλάζοντας τα είδη που σέρβιραν και δεύτερον, προσαρμόζοντας αναλόγως την επίπλωση του χώρου τους.


Θυμάστε το μενού των παραδοσιακών καφενείων: βαρύς γλυκός ή σκέτος, γλυκό κουταλιού, σουμάδα για κάτι πιο ελαφρύ, ρακί για κάτι πιο βαρύ; Φαντάζει σχεδόν αδιανόητο να τα απολαύσει κάποιος σε καρέκλες διαφορετικές από εκείνες τις σκούρες ξύλινες με την κυρτή πλάτη που ανάγκαζαν τους καφενόβιους να κάθονται σε όρθια στάση, αν και με κίνδυνο να πάθουν ελαφρά κύφωση. Στη συνέχεια εμφανίστηκαν οι καφετέριες, η αστική εκδοχή του καφενείου και η νεανική εκδοχή του ζαχαροπλαστείου. Το μενού τους περιλάμβανε τοστ με ζαμπόν-τυρί, πάστες (σοκολατίνες, σεράνο, νουγκατίνες) και φυσικά φραπέ, σκέτο αλλά κυρίως με γάλα. Το γνωστό «φραπόγαλο» χαρακτήρισε μια ολόκληρη γενιά που ακουμπούσε τα Marlboro στο τραπέζι δίπλα στα κλειδιά της μηχανής (κατά προτίμηση «εντούρο») και στρογγυλοκαθόταν επί ώρες σε καρέκλες τύπου πολυθρόνας με πλαστικά (απαραιτήτως) μαξιλάρια, τα οποία συχνά ήταν σκισμένα (λόγω διαρκούς χρήσης και ανύπαρκτης αντικατάστασης), και όταν είχε βρέξει απελευθέρωναν όλο το νερό που είχαν ρουφήξει στα ρούχα του ανυποψίαστου πελάτη.


Ωσπου τη δεκαετία του ’90 εμφανίστηκαν τα υπαίθρια καφέ, η πιο σικ εκδοχή της καφετέριας. Το μενού τους περιλαμβάνει σάντουιτς με μαύρη μπαγκέτα και προσούτο-μοτσαρέλα (την ευγενή εξέλιξη του τοστ) και τιραμισού (την ευγενή εξέλιξη της πάστας) καθώς και πολλά είδη καφέ: καπουτσίνο, εσπρέσο, γαλλικό, τον απαραίτητο φραπέ διότι συνεχίζει να κατέχει περίοπτη θέση στις προτιμήσεις του κοινού, και βεβαίως τη νέα εναλλακτική λύση του, τον φρέντο. Οι πελάτες των καφέ ακουμπούν το κινητό στο τραπέζι και βολεύονται κάτω από τις ομπρέλες ­ οι οποίες συνήθως φέρουν το όνομα βαρύγδουπης (δηλαδή ιταλικής) μάρκας καφέ που είναι και ο σπόνσοράς τους ­ σε καρέκλες που προσπαθούν να έχουν στυλ αλλά δεν το επιτυγχάνουν πάντα.


Ολα αυτά όμως είναι απολύτως ενθαρρυντικά. Διότι ο κρύος καπουτσίνο θα μπορούσε κάλλιστα να συμβολίσει την εκδίκηση όλων όσοι ενηλικιώθηκαν με παγωτά ξυλάκι που έφεραν την προειδοποίηση «η επικάλυψη δεν είναι σοκολάτα» (αλήθεια, τι ακριβώς ήταν;) και αρνούνται να γίνουν μεσήλικες καταναλώνοντας τις ίδιες σαβούρες. Σε πείσμα όσων επιμένουν ότι «παλαιότερα τρώγαμε καλύτερα, πιο υγιεινά», η γενιά των αδικημένων-στα-παγωτά-παιδιών ψάχνει στη μνήμη της και ανασύρει τις πορτοκαλάδες με περιεκτικότητα 1,5% πορτοκάλι και τη μοναδική εναλλακτική λύση τους, τις λεμονάδες με περιεκτικότητα 1,5% λεμόνι.


Και τότε έχει μια ακατανίκητη επιθυμία να επανέλθει όσο το δυνατόν γρηγορότερα στη σημερινή πραγματικότητα με τους χυμούς γκουάβα, μπανάνα ή βερίκοκο με υψηλή περιεκτικότητα σε φρούτα. Και να βάλει πάραυτα μπροστά τη μηχανή του καπουτσίνο για να φτιάξει έναν σπιτικό φρέντο με πλούσια κρέμα ­ όσο «δήθεν» και αν ακούγεται συχνά αυτό, όσο και αν ορισμένοι θα έλεγαν ότι εκφράζει την κοινωνία της κατανάλωσης και την ισοπεδωτική παγκοσμιοποίηση που καταστρέφει τις γαστριμαργικές ή άλλες εκπλήξεις των ταξιδιών από χώρα σε χώρα. Συγχρόνως μακαρίζει την εξέλιξη που αφαίρεσε τον ταξικό χαρακτήρα του καπουτσίνο (όταν για να τον απολαύσει κάποιος έπρεπε να μεταβεί στην ίδια την Ιταλία) και εύχεται να φθάσει σύντομα εδώ και ο πορτογαλικός καφές galao για να έχουν περισσότερες επιλογές όσοι βάζουν πολύ γάλα στον καφέ τους αλλά δεν ικανοποιούνται με το «φραπόγαλο».