από metereologos.gr
Δευτέρα 23 Ιουλίου 2018
 
 
Ο οικισμός στο Ακρωτήρι της Θήρας και οι διασταυρούμενες ερμηνείες

H αρχαιολογία των αρχιτεκτόνων

* επιχειρήματα
H αρχαιολογία των αρχιτεκτόνων
εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

 

«H Αρχαιολογία, αυτός είναι ο εχθρός!» διακήρυττε το 1882 ο διάσημος γάλλος αρχιτέκτων Julien Guadet, έχοντας ήδη στο βιογραφικό του την επιτόπια, σχολαστική μελέτη της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής: ο απελευθερωμένος εκλεκτικισμός του δεν μπορούσε πλέον να συμβιβαστεί με τον φιλολογισμό του κλασικού κανόνα. H σχέση αρχαιοτήτων και αρχιτεκτόνων πέρασε από διάφορες φάσεις κατά τους τρεις τελευταίους αιώνες. Τουλάχιστον ως τα μέσα του 19ου αιώνα οι αρχιτέκτονες υπήρξαν οι πρωταγωνιστές της αρχαιολογικής έρευνας. Ο αρχιτέκτων δεν είχε μόνο την ικανότητα της ακριβούς αποτύπωσης αλλά, ακόμα πιο σημαντικό, της ολοκληρωμένης δομικής αναπαράστασης του μνημείου. Στη συνέχεια μπορούσε να κάνει κάτι επιπλέον: να ερμηνεύσει αυτή τη γνώση κατά το δοκούν και να τη θέσει στην υπηρεσία του προσωπικού του αρχιτεκτονικού ιδιώματος.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, όσο εκλεπτύνονται τα εργαλεία της αρχαιολογικής έρευνας τόσο αρχίζει να περιορίζεται ο ρόλος των αρχιτεκτόνων που αρκούνται στον ρόλο του σχεδιαστή της ανασκαφής. Το ενδιαφέρον τους εντούτοις αρχίζει να μετατοπίζεται προς τους αρχαίους οικισμούς που αντιμετωπίζονται ως πολεοδομικά επιτεύγματα: δεν είναι τυχαίο ότι ο Tony Garnier, ένας από τους θεμελιωτές της μοντέρνας πολεοδομίας, αμέσως μετά το τέλος της παραμονής του στη Ρώμη διατυπώνει το 1904 τις αρχές της Βιομηχανικής πόλης. Στον 20ό αιώνα το αρχαίο μνημείο θα αποτελέσει πλέον ένα εκτός χρόνου πλαστικό πρότυπο: ο Παρθενώνας συμπυκνώνει το κλασικό ιδεώδες για αρχιτέκτονες από τον Le Corbusier ως τον Louis Kahn.

Οικοδομική τεχνολογία

H αρχαιολογική ανασκαφή λοιπόν ως παρούσα αρχιτεκτονική, ως ζώσα πόλη, ως οικισμός οργανικά συνδεδεμένος με το περιβάλλον και την τυπολογική και κατασκευαστική παράδοση του τόπου. H αρχαιολογική ανασκαφή στην αναμέτρησή της με έννοιες που στη μοντέρνα αρχιτεκτονική έχουν αποκτήσει νέο περιεχόμενο, όπως μορφή και λειτουργία. Με αυτή τη λογική η αρχιτέκτων Κλαίρη Παλυβού προσεγγίζει το θέμα του οικισμού του Ακρωτηρίου στη Θήρα, ως μιας «αρχιτεκτονικής της ευημερίας» 3500 ετών. H καθηγήτρια και συγγραφέας του βιβλίου - που εκδόθηκε από τον εξειδικευμένο οίκο INSTAP της Φιλαδέλφειας - έχει μακρά εξοικείωση με το θέμα που την απασχολεί από το 1977 και την οδήγησε και στην εκπόνηση μιας διδακτορικής διατριβής για την «οικοδομική τέχνη» στο Ακρωτήρι. Τα ζητήματα της οικοδομικής τεχνολογίας παρουσιάζονται με εξαιρετικά συστηματικό τρόπο και σε αυτή την έκδοση.

Στα 12 κεφάλαια του βιβλίου ξετυλίγεται μια αφήγηση για τον προϊστορικό οικισμό που αντιμετωπίζεται ως πολεοδομική πραγματικότητα και ως αρχιτεκτονικό σύνολο. H αναφορά στην «αφήγηση» δεν είναι τυχαία: η Παλυβού διακρίνεται για την αμεσότητα της γραφής, έχει την ικανότητα μιας εύστοχης και τεκμηριωμένης αλλά ταυτόχρονα επικοινωνιακής πρόζας. Το κείμενο δεν είναι απρόσωπα επιστημονικό αλλά γλαφυρό στον βαθμό που επιχειρεί να δώσει απαντήσεις στα πολυάριθμα ερωτήματα γι' αυτό το συναρπαστικό «θρίλερ της αρχαιότητας» σχετικό με τη βραχύβια πόλη της ύστερης εποχής του χαλκού στο Ακρωτήρι.

Ενα πρώτο θέμα αφορά την αποκατάσταση της συνολικής εικόνας του τοπίου της εποχής, της εικόνας του περιβάλλοντος της προϊστορικής πόλης. Ενα δεύτερο έχει να κάνει με την ανάλυση που επιχειρείται, της κτιριολογικής οργάνωσης και των τυπολογικών χαρακτηριστικών των μεμονωμένων κατοικιών. Αποτελεί μάλλον διεθνή μοναδικότητα το γεγονός ότι στη Σαντορίνη βρίσκονται στη διάθεση των μελετητών κατόψεις δύο και τριών ορόφων ενός μεμονωμένου κτιρίου που δίνουν τη δυνατότητα μιας αρχιτεκτονικής αλλά και κοινωνικής και ανθρωπολογικής ανάλυσης του κτιριακού κελύφους και του ευρύτερου αστικού περιβάλλοντος. Στο 7ο κεφάλαιο του βιβλίου προτείνεται μάλιστα μια «τουριστική περιήγηση στην πόλη», από τον Νότο στον Βορρά του συγκροτήματος, γεγονός που προκαλεί την ανάλυση των κτιρίων ένα προς ένα. Προκύπτει έτσι με σαφήνεια και επιστημονική ειλικρίνεια (πράγμα που διακρίνει το σύνολο της εργασίας), τι γνωρίζουμε και τι δεν γνωρίζουμε ως σήμερα, τι μπορούμε να υποθέσουμε και τι πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο σε σχέση με την αρχιτεκτονική και τον πολιτισμό του Ακρωτηρίου.

Πολιτισμικό κατασκεύασμα

H ανάλυση της Παλυβού και οι αποκαλυπτικές σχεδιαστικές αναπαραστάσεις των οικιών που περιέχονται στο βιβλίο οδηγούν αναπόφευκτα σε παραλληλισμούς αφενός με εμπειρίες της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής, αφετέρου με πλαστικές εκφράσεις του 20ού αιώνα όπως ο πρωτομοντέρνος αρχαϊσμός του Adolf Loos ή η αισθητική του Mondrian. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι επίσης η ανάλυση (σ. 107-9) σχετικά με την αδυναμία ταύτισης συγκεκριμένων καθημερινών λειτουργιών και αντίστοιχων χώρων στα σπίτια του Ακρωτηρίου: η συγγραφέας, επικαλούμενη τον K. Nesbitt, υποστηρίζει ότι, αντίθετα από τις επιταγές του μοντέρνου κινήματος, οι χώροι έχουν ανάγκη από την ανάλογη σημασιοδότηση, καθώς η έννοια - της συγκεκριμένης χρήσης - δεν περιέχεται στις μορφές αλλά αποτελεί πολιτισμικό κατασκεύασμα. H αναφορά της συγγραφέως στην αρχή «η μορφή ακολουθεί τη λειτουργία» (L. Sullivan) συνδέεται με την παραίνεσή της για την αποφυγή «της υπερεκτίμησης των αρχαιολογικών δεδομένων», ταυτόχρονα με την αναγνώριση ότι τα προβλήματα σχέσης κελύφους και λειτουργίας είναι σύμφυτα με την ίδια την αρχιτεκτονική που «συνεισφέρει στην αρχαιολογία τα δικά της εγγενή προβλήματα ερμηνείας».

Το βιβλίο ολοκληρώνεται με ένα είδος φιλμ, την «αναπαράσταση» της καταστροφικής τελικής έκρηξης το 1525 (ή το 1646 π.X.;), την περιγραφή της συμπεριφοράς των κατοίκων, τις περιστάσεις της τελικής τους αναχώρησης από το νησί και τις πιθανές τους περιπλανήσεις. Με την ευκαιρία αυτή γίνεται μια πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση των ομοιοτήτων, των διαφορών και των επιρροών μεταξύ του κτιριακού πολιτισμού της Κρήτης και εκείνου της Θήρας. Προικισμένη με κάθε δυνατή πληροφορία όσον αφορά τα επιστημονικά δεδομένα και την ως σήμερα αποκτημένη γνώση για τον οικισμό του Ακρωτηρίου, η εργασία της Παλυβού αποκαλύπτεται στο διεθνές κοινό όχι μόνο για τη νέα οπτική της διεπιστημονικής της προσέγγισης αλλά και για τη διατύπωση ερωτημάτων που δείχνουν πιο διαφωτιστικά από τις ενδεχόμενες - και ίσως αδύνατες - απαντήσεις τους.

Ο κ. Αντρέας Γιακουμακάτος είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας και Θεωρίας της Αρχιτεκτονικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης



Βιβλία + ιδέες περισσότερες ειδήσεις

εκτύπωσημικρό μέγεθος  μεγάλο μέγεθος

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 
 
σχόλια (0)
 
 
απομένουν 700 χαρακτήρες
Τα πεδία που είναι σημειωμένα με * είναι υποχρεωτικά
 
Τα μηνύματα που δημοσιεύονται στο χώρο αυτό εκφράζουν τις απόψεις των αποστολέων τους. Το ΒΗΜΑ δεν υιοθετεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο τις απόψεις αυτές. Ο καθένας έχει δικαίωμα να εκφράζει την γνώμη του, όποια και να είναι αυτή. Δεν δημοσιεύονται συκοφαντικά ή υβριστικά σχόλια και όσα είναι γραμμένα με κεφαλαία γράμματα. Τέτοια μηνύματα θα διαγράφονται όποτε εντοπίζονται.