ΟΓκρεγκ Τζάκσον πιστεύει ότι οι Ελληνες έχουν πολύ καλό γούστο. Δεν έχει έρθει στη χώρα, δεν γνωρίζει τη γλώσσα, αν και, όπως λέει, πολύ θα ήθελε να μείνει για ένα διάστημα σε κάποιο νησί, όμως αυτή «η απομακρυσμένη χώρα» τον έχει τιμήσει με τρόπο που δεν έχει ακόμη συμβεί στη γενέτειρά του. Και αυτό γιατί το πρώτο βιβλίο του, η συλλογή διηγημάτων «Ασωτοι» (εκδόσεις Αντίποδες), έχει αρχίσει να αποκτά φανατικούς οπαδούς στην ημεδαπή μέσω ενός φρενήρους word-of-mouth. Κοινώς, μοιάζει να έχει αποκτήσει «cult following», για να μιλήσουμε λίγο ακόμη στη γλώσσα του.
«Ο,τι ακριβώς επιθυμώ να συμβεί στις ΗΠΑ συμβαίνει στην Ελλάδα» λέει μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, χαμογελαστός και ευδιάθετος, αν και λίγο αμήχανος για τον τρόπο που είμαστε αναγκασμένοι να επικοινωνήσουμε. Θα του αφηγηθώ εν τάχει ιστορίες για συγκροτήματα και μουσικούς όπως η LP ή οι Madrugada, οι οποίοι, αν δεν με απατούν η μνήμη μου, η ελλιπής μουσική παιδεία μου και ο ευσεβής πόθος που πηγάζει από τον επαρχιωτισμό μου, κρατήθηκαν στο μουσικό στερέωμα χάρη στην υποδοχή που είχαν στην Ελλάδα και έκτοτε έλαμψαν διεθνώς. «Μακάρι να είναι αλήθεια αυτές οι ιστορίες» θα πει. Ο πάγος έχει σπάσει και γελάμε κυρίως επειδή γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι.
Γιατί μπορεί «ο κόσμος στην Αμερική να προτιμά να διαβάζει μυθιστορήματα», όμως χάρη στα διηγήματά του ο Τζάκσον επιλέχθηκε το 2016 για το βραβείο «5 under 35» και «αναμένεται να αφήσει το ανεξίτηλο αποτύπωμά του στο λογοτεχνικό τοπίο», σύμφωνα με το National Book Foundation. Αυτό ακριβώς επιτυγχάνουν οι γοητευτικοί, απαθείς, αφόρητοι, διχασμένοι, ετερόκλητοι «Ασωτοι». Αποτυπώνονται στη μνήμη γιατί η διαύγεια με την οποία περιγράφει ο συγγραφέας τους τις εσωτερικές ζωές τους, καθώς περιδινούνται σε μια ξέφρενη πορεία αναζήτησης νοήματος, ενόσω ταυτόχρονα καταναλώνουν MDMA ή ριζότο με μελάνι σουπιάς και πορτσίνι, είναι απόλυτα αποκαλυπτική όσον αφορά τις ανθρώπινες αντιφάσεις. Ετσι είμαστε όλοι μας, με ή χωρίς κατανάλωση ναρκωτικών ουσιών ή γκουρμέ πιάτων. «Εμπεριέχουμε πολλαπλότητα», όπως λέει ο Γουόλτ Γουίτμαν και υπερθεματίζει ο Τζάκσον. «Εσωκλείουμε πολύ περισσότερα απ’ ό,τι συνειδητοποιούμε». Γι’ αυτό και «κανείς συγγραφέας δεν μπορεί να αποτυπώσει στην ολότητά του τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος» θα πει ο μόλις 34 ετών συγγραφέας.
Ολοι ωστόσο ή σχεδόν όλοι, για να είμαστε σε συμφωνία και με την έλλειψη απολυτότητας που χαρακτηρίζει τον Τζάκσον, αναζητούμε ένα κάποιο νόημα. Νιώθουμε έναν διακαή υπαρξιακό πόθο, μια επιθυμία για πνευματικότητα, ακριβώς όπως κάνουν οι «Ασωτοι». «Εως έναν βαθμό αυτό που είναι πραγματικά σημαντικό στις ζωές μας είναι να βρούμε έναν σκοπό, ένα νόημα» θα πει ο Τζάκσον. «Προσωπικά, αισθάνομαι την ανάγκη να το πάρω στα σοβαρά και να παρουσιάσω ανθρώπους που αγωνίζονται να βρουν μια ισορροπία ανάμεσα στις πρακτικές πτυχές της ζωής, την ανάγκη να βρεις μια δουλειά, έναν τρόπο να υπάρχεις στην κοινωνία, την τάση που έχεις να εναρμονιστείς με τις κοινωνικές και πολιτισμικές νόρμες, όσο ανόητες κι αν σου φαίνονται όταν τις κοιτάς από απόσταση, και την ικανότητα να ακολουθήσεις ένα βαθύτερο νόημα έτσι ώστε να μη νιώθεις ότι είσαι ασήμαντος και ότι απλώς αναπαράγεις το είδος σου. Η λογοτεχνία μπορεί να μας βοηθήσει να δούμε πόσο αυθαίρετα και ανόητα είναι τα περισσότερα πράγματα που κάνουμε και παράλληλα να δώσει σε κάποιον την ανακουφιστική αίσθηση ότι τις αντιφάσεις και το μπέρδεμα που νιώθει τα αισθάνονται και άλλοι. Γιατί πέρα από την επιφάνεια της δημόσιας ζωής, όπου διαμένουμε όλοι μαζί, υπάρχει μια ιδιωτική ζωή για τον καθένα μας που είναι πολύ πιο περίπλοκη και αμφιλεγόμενη απ’ όλα όσα φανερώνει η εξωτερική εικόνα μας».
Να γιατί ο αναγνώστης εν πολλοίς ταυτίζεται και διανύει τις δικές του διαδρομές πάνω στην πρόζα του Τζάκσον. Ακόμη και αν δεν έχει καμία σχέση με τον προνομιούχο κόσμο των μεγαλοαστών, από όπου προέρχονται οι ήρωές του. Ανθρωποι ως επί το πλείστον συνομήλικοι με τον Τζάκσον που αποπειρώνται να αφήσουν το δικό τους αποτύπωμα στις δημιουργικές βιομηχανίες των ΗΠΑ και διερωτώνται πότε θα έρθει, αν θα έρθει, η στιγμή που θα τους συνθλίψουν τα γρανάζια τους ή θα αναγκαστούν να είναι ικανοποιημένοι με το να γίνουν δουλικοί υπάλληλοι που θα τα λαδώνουν. Αυτός είναι ο κόσμος και του ίδιου του Τζάκσον, όπως τον δείχνει η εικόνα στον υπολογιστή μπροστά από μια μεγάλη, επιβλητική τζαμαρία. Βρίσκεται στο σπίτι του πατέρα του, στη γενέτειρά του, το Μέιν, όπου έχει καταφύγει από τη γειτονιά του στο Μπρούκλιν προκειμένου να απομονωθεί από τον κόσμο και να γράψει.
Γόνος οικογένειας αρχιτεκτόνων, με μητέρα καθηγήτρια Λογοτεχνίας σε κολέγιο, ποιήτρια και εσχάτως visual artist, ο ίδιος μεγάλωσε στο Μέιν και στη Βοστώνη σε μια «ευρωκεντρική οικογένεια», έχει ζήσει μάλιστα στο Παρίσι και στο Βερολίνο, μιλάει γαλλικά και γερμανικά, αν και «τα ισπανικά μου με έχουν αφήσει», όπως θα πει δίχως ίχνη αυταρέσκειας, και είναι απόφοιτος έγκριτου πανεπιστημίου όπως είναι, δίχως αμφιβολία, το Χάρβαρντ. Μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου υπήρχαν πάντα πολλοί ακαδημαϊκοί, επιστήμονες, διανοούμενοι, άνθρωποι με πνευματική καλλιέργεια, πρόσβαση σε υψηλόβαθμη εκπαίδευση και συνεπακόλουθα κάτοχοι προνομιούχων μετοχών στο κοινωνικό κεφάλαιο. «Ναι, γνωρίζω περισσότερα γι’ αυτόν τον κόσμο απ’ ό,τι για άλλους» παραδέχεται.
Και εξηγεί: «Νομίζω ότι ζώντας σε ένα τέτοιο περιβάλλον είδα πολύ κόσμο να επιτυγχάνει επαγγελματικά, άτομα που άξιζαν την επιτυχία, αλλά κατείχαν παράλληλα και πολλά προνόμια που τους τη διασφάλιζαν. Γινόμουν μάρτυρας λοιπόν της κατάρρευσης του μύθου περί αξιοκρατίας στην Αμερική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει εξαφανιστεί
η αίσθηση πως αν δουλέψεις πολύ σκληρά θα τα καταφέρεις. Ομως, ο βαθμός στον οποίο οι γονείς παραδίδουν τη δύναμη και την κοινωνική θέση τους στα παιδιά τους είναι ανάλογος με τον βαθμό στον οποίο τούς κληροδοτούν το ύψος τους. Υπάρχει μικρότερη κοινωνική κινητικότητα στις ΗΠΑ απ’ ό,τι στη Βρετανία, η οποία, όπως όλοι γνωρίζουμε, έχει πιο αυστηρή κοινωνική διαστρωμάτωση. Εβλεπα λοιπόν ανθρώπους να ισχυρίζονται ότι μόνοι τους κέρδισαν την επιτυχία τους και παράλληλα διαπίστωνα ότι ακόμη και όταν τους δίνονταν οι ευκαιρίες για να προχωρήσουν στη ζωή, δυσκολεύονταν να βρουν ένα νόημα ή μια δουλειά που να τους γεμίζει. Παρατηρούσα πολλούς από αυτούς να κάνουν μεταβολή και να επιστρέφουν για να ακολουθήσουν το παράδειγμα των γονιών τους. Να βρίσκουν τελικά τις ίδιες χαρακτηριστικές δουλειές της τάξης τους, όπως είχαν κάνει πριν από αυτούς και οι γονείς τους».
«Είναι απόλυτα κατανοητό», συνεχίζει ο Τζάκσον, «αλλά παράλληλα με κάνει να διερωτώμαι αν όλα όσα μάς μάθαιναν όταν ήμασταν νέοι, το ότι μπορείς να βρεις τον προσωπικό σου δρόμο στη ζωή, να αναζητήσεις ένα νόημα, να πιστεύεις ότι μπορείς να αλλάξεις τον κόσμο και να τον φέρεις σε συμφωνία με τις αξίες και τα ευγενικά ιδανικά σου, δεν ήταν τίποτε περισσότερο από βλακείες. Πότε προλάβαμε να σταματήσουμε να θεωρούμε σημαντική αυτή τη στάση ζωής, πότε εγκαταλείψαμε τα ιδανικά μας; Προσωπικά, δεν έτρεφα ποτέ τέτοιες ψευδαισθήσεις, ότι μπορούσα να πάω κόντρα στο ρεύμα, και παρ’ όλα αυτά σήμερα, απ’ ό,τι φαίνεται, εγώ έχω πάρει πιο απερίσκεπτες ή παράτολμες ιδεαλιστικές αποφάσεις στη ζωή μου σε σχέση με πολλούς ανθρώπους που γνωρίζω».
Πάντως, εκεί που δυσκολεύεται ενδεχομένως να ταυτιστεί ο μέσος (έλληνας) αναγνώστης είναι όταν μαθαίνει ότι η συγγραφική και πολλά υποσχόμενη πορεία του Τζάκσον οφείλεται στη ραπ. Στα πρώτα του δηλαδή ακούσματα όταν ήταν έφηβος και σε μια επίσκεψη στα ξαδέλφια του στη Νέα Υόρκη, η οποία τον έφερε σε επαφή με τη hip-hop μουσική του Aesop Rock και του δημιούργησε την επιθυμία να γράψει τα δικά του τραγούδια. «H ραπ που άκουγα ήταν πολύ περιθωριακή και μπορούσες να την ακούσεις στο Napster χάρη σε μια κοινότητα του Internet που μοιραζόταν δουλειά καλλιτεχνών η οποία δεν θα ακουγόταν ποτέ στα mainstream media. Αυτό που μου άρεσε ήταν ότι η συγκεκριμένη μουσική αξιοποιεί τις ηχητικές ποιότητες της γλώσσας έτσι όπως οι εσωτερικές αντηχήσεις των φωνηέντων και των συμφώνων παίζουν έναν αγώνα νοκ άουτ. Η ιδέα ότι η έννοια των λέξεων είναι κλειδωμένη στους ήχους των γραμμάτων και όχι μόνο στο νόημά τους με βοήθησε στην προσπάθειά μου να γίνω συγγραφέας. Επειτα, μέχρι τότε δεν είχα σκεφθεί ποτέ ότι μπορεί να αποφασίσεις να κάνεις κάτι που απαιτεί προσπάθεια μόνος σου και να το καταφέρεις ή πόση ικανοποίηση μπορεί να σου δώσει η δημιουργία».
Αναµφίβολα, στην περίπτωσή του, πολύ μεγάλη. Γιατί με ή χωρίς προνόμια, με ή χωρίς ιδεαλισμό, ο Τζάκσον ξέρει πολύ καλά ένα πράγμα: να δουλεύει. Τους «Ασωτους», για την ακρίβεια ορισμένα από τα 11 διηγήματα που περιλαμβάνονται σε αυτούς, άρχισε να τους γράφει όταν ήταν 29 ετών. Ολοκληρώθηκαν μέσα σε τρία χρόνια, ορισμένα αφότου είχαν αγοραστεί από τον εκδοτικό οίκο Farrar, Straus and Giroux. «Με ορισμένες ιστορίες αισθανόμουν ότι δίδασκα τον εαυτό μου πώς να γράφω. Χρειάστηκε λοιπόν να διορθώσω κάποιες από την αρχή ως το τέλος, ενίοτε ξεκινώντας από το μηδέν με μια λευκή κόλλα. Ορισμένες χρειάστηκε να τις ξαναγράψω πενήντα φορές. Πλέον είμαι πολύ πιο αποτελεσματικός συγγραφέας. Μπορώ να γράψω μια ιστορία σε λίγες εβδομάδες». Αυτό βέβαια δεν είναι σίγουρο ότι τον ωφελεί οικονομικά, τουλάχιστον για την ώρα.
Οσο γράφει το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο εργασίας «The Dimensions of a Cave», μια αστυνομική ιστορία για τις μηχανορραφίες και τη μικροπολιτική και μακροπολιτική στα κέντρα αποφάσεων της Ουάσιγκτον, απόρροια της συνεργασίας του με τον ερευνητή δημοσιογράφο Ρον Σάσκιντ, τον οποίο βοήθησε να γράψει τρία βιβλία, ανάμεσά τους το «The Way of the World: A Story of Truth and Hope in an Age of Extremism», βασανίζεται με διλήμματα παρόμοια με αυτά των ηρώων του. «Σκέφτομαι να κάνω τη διδασκαλία βασικό μέσο βιοπορισμού. Γνωρίζω όμως ότι ο χρόνος που αφιερώνω στη δουλειά μου αναπόφευκτα θα μειωθεί και αυτό με τρομάζει. Ενα κομμάτι του εαυτού μου μού λέει να περιορίσω τις ανάγκες μου, να ζήσω μια απλή ζωή και να γράφω, γιατί η δουλειά μου μού αρέσει περισσότερο απ’ ό,τι μου αρέσουν άλλα πράγματα».
* Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 23 Δεκεμβρίου 2017.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ