«Γιατί αυτό θεωρείται τέχνη;». Είναι το ερώτημα που πολλοί έχουμε ακούσει ή ίσως έχουμε εκφράσει οι ίδιοι.
Γύρω από το έργο του Μαρσέλ Ντισάν (1887-1968) η συγκεκριμένη απορία έχει διατυπωθεί, αφελώς, κατ’ επανάληψη. Για τον ίδιο, περισσότερο από κάθε άλλον μοντέρνο καλλιτέχνη, η απάντηση δεν βρίσκεται στην αισθητική ή στην τεχνική χειρονομία, αλλά στο ότι το έργο τέχνης γίνεται μέσο αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού του ίδιου του όρου «τέχνη». Ο Ντισάν μετατρέπει το έργο σε εργαλείο σκέψης, προκαλώντας το κοινό να επανεξετάσει τις καθιερωμένες αντιλήψεις για το τι είναι και τι μπορεί να είναι τέχνη. Η επιρροή του είναι ανυπολόγιστη και τον καθιστά μια κομβική μορφή της σύγχρονης δημιουργίας. Μέσα από την ιδέα των readymades, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το γνωστό «Fountain» του 1917, έναν απλό ανδρικό ουρητήρα που ο Ντισάν παρουσίασε ως έργο τέχνης με την υπογραφή R. Mutt και τελικά θεωρήθηκε το επιδραστικότερο του 20ού αιώνα, έθεσε υπό αμφισβήτηση το εικαστικό κατεστημένο και την έννοια του πρωτοτύπου και του αντιγράφου. Με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο άλλαξε την αντίληψη για το τι συνιστά ένα έργο, αλλά άνοιξε δρόμους για τη σύγχρονη τέχνη προκειμένου να επαναχαράσσει συνεχώς τα όριά της, μετατρέποντας το ίδιο το ερώτημα «τι είναι τέχνη;» σε ένα από τα πιο δημιουργικά της εργαλεία.
Οι Αµερικανοί τον αγκάλιασαν από νωρίς, και η ιδέα τού readymade έγινε θεµέλιο για ολόκληρη τη µεταπολεµική καλλιτεχνική σκηνή. Πάνω σε αυτή τη λογική στηρίχθηκε η pop art του Αντι Γουόρχολ, ενώ καλλιτέχνες όπως ο Τζάσπερ Τζονς και ο Ρόµπερτ Ράουσενµπεργκ ανέπτυξαν το έργο τους µέσα από µια αντίστοιχη προσέγγιση της καθηµερινότητας και των αντικειµένων. Στο ίδιο πνεύµα, και µε αφορµή την «παρουσία» του Τζεφ Κουνς στην Αθήνα µέσα από την έκθεση «Jeff Koons: Αφροδίτη του Lespugue» στο Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, αξίζει να σηµειωθεί ότι η επιρροή αυτή παραµένει ενεργή µέχρι σήµερα, διαπερνώντας και το δικό του έργο µε διαφορετικούς τρόπους, πάντα αρχής γενοµένης από τα readymades που έκανε στα τέλη της δεκαετίας του ’70 έως τα πορσελάνινα γλυπτά του
– ένας φόρος τιµής στο υλικό τού ταπεινού ουρητήρα τού Ντισάν. «Η απλότητα της ιδέας του είναι τεράστια, ανατρέπει τα πάντα. Δεν πρόκειται απλώς για το να σκέφτεσαι έξω από τα συνηθισµένα, αλλά για το να ανοίγεσαι πραγµατικά: να αφήνεις χώρο για ελευθερία, για νέες πιθανότητες, για έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο να βλέπεις τα πράγµατα», όπως έλεγε σε συνέντευξή του στην Αλισον Μακ Ντόναλντ στο τελευταίο τεύχος του περιοδικoύ «Gagosian Quarterly».\

Δεν συνιστά συνεπώς έκπληξη ότι παρόµοιες είναι και οι απόψεις της Αν Τέµκιν και της Μισέλ Κουό, οι οποίες είναι αμφότερες επιμελήτριες στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης (ΜοΜΑ) της Νέας Υόρκης και τονίζουν ότι οι πολυάριθμες και ποικίλες συνεισφορές του Ντισάν τον καθιστούν μία από τις κεντρικές μορφές του μοντέρνου πολιτισμού. Οι ίδιες «υπογράφουν» την έκθεση «Marcel Duchamp», που θα παρουσιαστεί στο ΜοΜΑ από τις 12 Απριλίου έως τις 22 Αυγούστου, σηματοδοτώντας την πρώτη μεγάλη αναδρομική παρουσίαση της δουλειάς του γάλλου γαλλοαμερικανού καλλιτέχνη στη Βόρεια Αμερική εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια. Στον 6ο όροφο του μουσείου θα φιλοξενηθούν λοιπόν 300 έργα που καλύπτουν έξι δεκαετίες από την πορεία του Ντισάν, ένα δείγμα από όλα τα μέσα που κατά καιρούς χρησιμοποίησε, όπως ζωγραφική, γλυπτική, σχέδιο, έντυπα, κινηματογράφο και φωτογραφία, σε μια χρονολογική παρουσίαση από το 1900 έως το 1968, έτος θανάτου του.
Η προηγούμενη αντίστοιχη έκθεση είχε λάβει χώρα το 1973, σε συνεργασία του MoMA με το Philadelphia Museum of Art. Οπως και τότε, η νέα έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τα ίδια μεγάλα διεθνή μουσεία (την άνοιξη του ’74 είχε ταξιδέψει και στο Art Institute of Chicago), ενώ στη διοργάνωση συμμετέχει επίσης το παρισινό Centre Pompidou, προσφέροντας γενναιόδωρα υλικό και τεκμήρια – αν και κλειστό για εκ βάθρων ανακαίνιση, είναι πανταχού παρόν, όπως αποδεικνύεται. Την επιμέλεια της έκθεσης συνυπογράφει, εκτός από την Τέμκιν (επικεφαλής επιμελήτρια ζωγραφικής και γλυπτικής στο MoMA) και την Κουό (επικεφαλής επιμελήτρια και υπεύθυνη εκδόσεων του μουσείου), ο Μάθιου Αφρον (επιμελητής σύγχρονης τέχνης στο Philadelphia Museum of Art). Δεν είναι τυχαία η συνέργεια. Το ΜοΜΑ υπήρξε το πρώτο μουσείο που απέκτησε έργο του Ντισάν και συμπεριέλαβε τη δουλειά του σε σημαντικές ιστορικές εκθέσεις, όπως οι τιτλοφορούμενες «Fantastic Art, Dada, Surrealism» (1936) και «The Art of Assemblage» (1961), οι οποίες συνέβαλαν στην καθιέρωση των πρωτοποριακών κινημάτων του 20ού αιώνα. Από την άλλη, το Philadelphia Museum of Art κατέχει τη μεγαλύτερη συλλογή έργων Ντισάν στον κόσμο – εκεί βρίσκεται η περίφημη Louise and Walter Arensberg Collection, που περιλαμβάνει πολλές δημιουργίες του καλλιτέχνη. Ο Αρενσμπεργκ ήταν συλλέκτης, κριτικός και ποιητής, γιος προέδρου εταιρείας χαλυβουργίας, που μαζί με τη σύζυγό του υπήρξαν σημαντικοί υποστηρικτές της πρωτοπορίας και ιδιαίτερα του Ντισάν.
Στο ίδιο μουσείο εκτίθενται μόνιμα δύο από τα πιο σημαντικά έργα του καλλιτέχνη, τα «The Large Glass» (1915-1923), επίσης γνωστό ως «The Bride Stripped Bare by Her Bachelors, Even», που απεικονίζει, με μηχανική και συμβολική γλώσσα, τη σχέση ανάμεσα σε μια «νύφη» και τους «εργένηδες» και θεωρείται αινιγματικό διάγραμμα της επιθυμίας, σκόπιμα «ανολοκλήρωτο», και «Étant donnés: 1° la chute d’eau, 2° le gaz d’éclairage…» (1946-1966), στο οποίο μέσα από μια πόρτα διακρίνεται μια γυμνή γυναικεία μορφή σε τοπίο, αντικατοπτρίζοντας την εμμονή του Ντισάν με το μυστήριο και τη συμμετοχή του θεατή στη διαδικασία της τέχνης – συνδέεται βέβαια άμεσα με τη διαρκή αναζήτηση του καλλιτέχνη για νέους τρόπους αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού των παραδοσιακών κανόνων της τέχνης.
Από την αρχή μέχρι το τέλος
Η έκθεση ξεκινά παρουσιάζοντας τα πρώτα βήματα του Μαρσέλ Ντισάν, με σχέδια και ζωγραφικά έργα που υπέβαλλε στα γαλλικά Salons στις αρχές του 20ού αιώνα. Γεννημένος το 1887 στην κοινότητα της Μπλενβίλ-Κρεβόν στη Νορμανδία, είχε μεγαλώσει σε μια οικογένεια με εικαστική παιδεία – τρία από τα αδέλφια του έγιναν επίσης καλλιτέχνες. Από νωρίς επέδειξε ενδιαφέρον για τη ζωγραφική και τη δημιουργία και το 1904 μετακόμισε στο Παρίσι για να σπουδάσει στην Académie Julian – αν και προτιμούσε το μπιλιάρδο από τα μαθήματα. Η πρώτη ενότητα της έκθεσης αναδεικνύει αυτή την πρώιμη πειραματική διάθεση και την αναζήτηση νέων εκφραστικών τρόπων, ενώ κορυφώνεται με το εμβληματικό κυβιστικό έργο του «Nude Descending a Staircase No. 2» (1912), το οποίο ενσωματώνει την επιρροή του κυβισμού και του φουτουρισμού και καταδεικνύει την καινοτόμο προσέγγισή του στην απεικόνιση της κίνησης και του χρόνου. Το έργο αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στις ΗΠΑ, στο Armory Show της Νέας Υόρκης, το 1913, και σηματοδοτεί την εμφάνιση μιας νέας μοντέρνας αισθητικής.
Η επόμενη ενότητα εστιάζει στην επινόηση των readymades, όπου συνηθισμένα αντικείμενα μετατρέπονται σε έργα τέχνης. Το 1915 ο Ντισάν μετακόμισε προσωρινά στη Νέα Υόρκη και άρχισε να πειραματίζεται με αντικείμενα καθημερινής χρήσης, όπως το προαναφερθέν πορσελάνινο «Fountain» του 1917, που παρουσίασε σε έκθεση της Society of Independent Artists στη Νέα Υόρκη. Μέσα από τα readymades αμφισβητεί τη συμβατική αντίληψη για το τι συνιστά έργο τέχνης, τη διάκριση πρωτοτύπου και αντιγράφου, καθώς και τη σχέση ύλης, χειρονομίας και ιδέας. Η ενότητα αυτή δείχνει τη βαθιά του πρόθεση να αναδιαμορφώσει τη σύλληψη του έργου τέχνης και να προκαλέσει το κοινό να επανεξετάσει τις καθιερωμένες νόρμες.
Στην ίδια λογική εντάσσεται το προαναφερθέν μεγαλειώδες έργο «The Large Glass», κατασκευασμένο επάνω σε γυαλί, το οποίο απελευθερώνει τη ζωγραφική από τα όρια του παραδοσιακού καμβά και του τοίχου. Η ενότητα αυτή επιτρέπει στους επισκέπτες να δουν από κοντά τις μεθόδους, τα σχέδια και τα υλικά που χρησιμοποίησε ο Ντισάν, αναδεικνύοντας τόσο τη διαδικασία όσο και το αποτέλεσμα της δημιουργίας. Το συγκεκριμένο έργο αντικατοπτρίζει την ακρίβεια, την πειθαρχία και την επιστημονική προσέγγιση που χαρακτήριζαν τον καλλιτέχνη.
Στη συνέχεια, η έκθεση στρέφεται στη συμμετοχή του Ντισάν στο κίνημα Dada στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι της δεκαετίας του 1920. Εκεί παρουσιάζονται έργα όπως το «L.H.O.O.Q.» (1919), στο οποίο προσθέτει µουστάκι σε µια καρτ ποστάλ που απεικονίζει τη «Μόνα Λίζα» του Ντα Βίντσι, για να σατιρίσει την ιερότητα και τον ακαδημαϊκό χαρακτήρα της τέχνης ή την ιδέα του «αριστουργήματος». Παράλληλα, εκτίθενται πειράματα με κινηματογραφικές και οπτικές συσκευές, όπως η ταινία του με τίτλο «Anemic Cinema» (1926), και αναδεικνύεται η περσόνα Rrose Sélavy, ένα γυναικείο alter ego του καλλιτέχνη που αποτέλεσε πειραματικό μέσο διερεύνησης φύλου και καλλιτεχνικής υπογραφής. Το όνομα της περσόνας προκύπτει από ένα λογοπαίγνιο με τη φράση «Eros, c’est la vie» (Ο Ερως είναι η ζωή). Μέσα από τη Rrose Sélavy, την οποία απαθανάτισε και ο Μαν Ρέι σε μια σειρά φωτογραφιών τη δεκαετία του ’20, ο Ντισάν αμφισβητεί τις παραδοσιακές έννοιες της ταυτότητας και της δημιουργικής αυθεντίας, δείχνοντας ότι η τέχνη μπορεί να είναι ταυτόχρονα προσωπική και δημόσια, σοβαρή και σατιρική.

Ενα κουτί σε μια βαλίτσα
Στην κεντρική αίθουσα ξεχωρίζει το «Box in a Valise», ένα από τα πιο χαρακτηριστικά και καινοτόμα έργα του Μαρσέλ Ντισάν. Πρόκειται για ένα «φορητό μουσείο», όπου ο καλλιτέχνης αναδημιούργησε σε μικρή κλίμακα τα πιο σημαντικά έργα της πορείας του και τα τοποθέτησε μέσα σε μια βαλίτσα. Η ιδέα αυτή ξεκίνησε τη δεκαετία του 1930, ενώ οι πρώτες εκδόσεις υλοποιήθηκαν το 1941. Η έκθεση φιλοξενεί την πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση αυτού του έργου μέχρι σήμερα, συνδυάζοντας πολυτελείς εκδόσεις της δεκαετίας του 1940, καθώς και μεταγενέστερες, μαζί με άγνωστο προπαρασκευαστικό υλικό. Το «Box in a Valise» αποτέλεσε καθοριστικό μέσο για τη διάδοση της τέχνης του Ντισάν σε ευρύτερο κοινό, ειδικά σε μια περίοδο που ο καλλιτέχνης ζούσε κυρίως στο Παρίσι και το έργο του δεν ήταν ακόμη ευρέως γνωστό στη Βόρεια Αμερική. Μέσα από αυτή τη «μικρογραφία» της δημιουργίας του, οι θεατές έχουν την ευκαιρία να δουν συνοπτικά και να κατανοήσουν τη διαχρονική ποικιλία και την πρωτοποριακή φύση της δουλειάς του, από τα πρώιμα κυβιστικά και φουτουριστικά σχέδια μέχρι τα readymades και τα γλυπτά του, αναδεικνύοντας την επιθυμία του να επαναπροσδιορίσει την έννοια του έργου τέχνης και τον τρόπο που αυτό προσεγγίζεται από το κοινό. Να πούμε σε αυτό τη σημείο ότι είδαμε μια εκδοχή του εν λόγω έργου στην έκθεση «Re(a)Duchamp» στην Eleftheria Tseliou Gallery στην Αθήνα το 2024, την πρώτη μεγάλης κλίμακας παρουσίαση έργων του Ντισάν στην Ελλάδα, σε επιμέλεια του αείμνηστου μελετητή του και εικαστικού Κύριλλου Σαρρή.
Τα τελευταία είκοσι χρόνια της καριέρας του Ντισάν σημαδεύτηκαν από τη σταδιακή διεθνή αναγνώρισή του και από μεγάλες παρουσιάσεις του έργου του σε διαφορετικά μέρη του κόσμου. Ιδιαίτερη θέση κατέχει η πρώτη μεγάλη αναδρομική του στο Pasadena Art Museum το 1963, ενώ είχε προηγηθεί η συμμετοχή του σε σειρά από σημαντικές εκθέσεις. Σε πολλές από αυτές φιλοξενήθηκαν αντίγραφα έργων, με έγκριση του ίδιου του καλλιτέχνη, κάτι που αντικατοπτρίζει τον συνεχή προβληματισμό του γύρω από το ζήτημα της αναπαραγωγής και τις παραδοσιακές αντιλήψεις για την καλλιτεχνική αυθεντία. Συνέχισε πάντως να πειραματίζεται μέχρι το τέλος της ζωής του. Ενα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα είναι η προαναφερθείσα μνημειώδης εγκατάσταση «Étant donnés». Το έργο αυτό προετοιμάστηκε μυστικά για περίπου είκοσι χρόνια, ενώ ο Ντισάν δούλευε παράλληλα σε άλλες πρωτοποριακές πρακτικές και readymades. Σχεδιάστηκε ειδικά για τον χώρο του Philadelphia Museum of Art, όπου ολοκληρώθηκε και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά έναν χρόνο μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη, προσφέροντας στο κοινό την πιο προσωπική και συναρπαστική όψη της δημιουργικής του σκέψης.
INFO
«Marcel Duchamp»: ΜοΜΑ (The Steven and Alexandra Cohen Center for Special Exhibitions), Νέα Υόρκη, από τις 12 Απριλίου έως τις 22 Αυγούστου.



