«Μη δείχνεις την κίνηση, απλώς κάνε την κίνηση». Για τον Ανζελάν Πρελζοκάζ υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα δύο, όπως δηλαδή συνέβαινε με έναν από τους δασκάλους του και χορογράφους του, τον Μερς Κάνιγχαμ, έναν από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της σύγχρονης εποχής, από τον οποίο κρατάει σαν φυλαχτό τη συγκεκριμένη διδαχή. «Ορισμένοι χορευτές έχουν την επιθυμία να σου δείξουν την κίνηση, όμως ο Κάνιγχαμ πρέσβευε ότι αν κάνεις την κίνηση στην ολότητά της, θα είναι αρκετό γιατί αυτό είναι το πιο σημαντικό πράγμα στον χορό. Η κίνηση είναι λεξιλόγιο, είναι γραμματική, μια γραφή με την οποία χτίζεις το «κείμενο». Αν τη δείχνεις με έναν συγκεκριμένο τρόπο δεν σημαίνει ότι καταλαβαίνεις τι «γράφεις», ότι μπορείς να την αρθρώσεις και ότι αποδίδεις την αίσθησή της» θα εξηγήσει ο χορογράφος μιλώντας το BHMAgazino. Ανυπομονούμε λοιπόν να δούμε το δείγμα γραφής του με αφορμή τη δουλειά του πάνω στη «Λίμνη των Κύκνων», καθότι το Ballet Preljocaj έρχεται για πρώτη φορά στην Αθήνα και στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στο πλαίσιο του Φεστιβάλ της Ανοιξης, όπου ο γάλλος χορογράφος αλβανικής καταγωγής θα παρουσιάσει την «πειραγμένη» εκδοχή του διάσημου έργου του κλασικού ρεπερτορίου σε δύο παραστάσεις μέσα στον Απρίλιο. Στην Ελλάδα το βάπτισμα του πυρός το είχε πάρει στο Διεθνές Φεστιβάλ Χορού Καλαμάτας επί καλλιτεχνικής διεύθυνσης Βίκυς Μαραγκοπούλου τo 1996. H δε συνομιλία του με κλασικά έργα στο παρελθόν είχε γίνει με θεαματικά αποτελέσματα με τη «Χιονάτη» (2008) και τον «Ρωμαίο και Ιουλιέτα» (1998) και μάλιστα με συνεργάτες και συνοδοιπόρους καλλιτέχνες όπως ο Ζαν-Πολ Γκοτιέ ή ο σκιτσογράφος Ενκί Μπιλάλ – στον σχεδιασμό κοστουμιών και σκηνικών αντίστοιχα. Η «Λίμνη των Κύκνων», το «Εβερεστ του κλασικού μπαλέτου» σύμφωνα με τον Πρελζοκάζ, είναι μια μεγάλη, αλλά επιθυμητή πρόκληση που πρωτοπαρουσιάστηκε στη δική του εκδοχή το 2020 με 26 χορευτές. «Η πρόκληση έγκειται στο ότι πρέπει να διατηρήσεις το μυστήριο, τα κομμάτια που συνδέονται με τη μαγεία αυτής της ιστορίας και παράλληλα να εισαγάγεις το έργο στο σύγχρονο πλαίσιο της κοινωνίας μας με όλες τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο πλανήτης μας. Μία από αυτές είναι η περιβαλλοντική κρίση. Κι αυτό γιατί ήδη από τις δύο λέξεις του τίτλου «Λίμνη των Κύκνων» αναδεικνύεται αυτό το μείζον πρόβλημα: από τη μία ξέρουμε ότι πολλά είδη ζώων έχουν ήδη εξαφανιστεί από τον πλανήτη, ενώ από την άλλη ακούμε πολύ συχνά για λίμνες που έχουν ξεραθεί ή που έχουν μολυνθεί από πετρέλαιο ή άλλες αιτίες» θα εξηγήσει. Ετσι, για παράδειγμα, ο σατανικός Ρόθμπαρτ που θα μεταμορφώσει την Οντέτ σε κύκνο είναι property developer, ενώ ο πατέρας του πρίγκιπα Ζίγκφριντ που γοητεύεται από την ομορφιά της θέλει να δημιουργήσει ένα χημικό εργοστάσιο που θα σημάνει το τέλος της λίμνης. Ο ίδιος ο Πρελζοκάζ έχει επιλέξει ως βάση του την Εξ-αν-Προβάνς της Νότιας Γαλλίας, «ένα περιβάλλον που είναι σαφέστατα πιο κοντά στη φύση και ίσως και αυτή η παράμετρος να συνέβαλε να υιοθετήσω τη συγκεκριμένη προσέγγιση. Ο ζωγράφος Πολ Σεζάν είχε ζήσει εδώ και αγαπούσε πολύ τη φύση και η όλη του φιλοσοφία ήταν ένα στοιχείο έμπνευσης για εμένα» θα εξηγήσει.


© EPA/SERGEI ILNITSKY

Κινησιολογικά, η α λα Πρελζοκάζ «Λίμνη των Κύκνων» φέρει στοιχεία που είναι πιστά στη χορογραφία των Μαριούς Πετιπά και Λεβ Ιβάνοφ, «ιδίως στη δεύτερη πράξη και όσον αφορά τη γεωμετρία του χώρου», αλλά βέβαια δεν παραλείπει να διοχετεύσει τις κινήσεις δικού του ύφους που είναι πιο επίπεδες, με ένα πιο γειωμένο κέντρο βάρους και ως εκ τούτου ασυνήθιστες ή απρόσμενες σε ένα έργο κλασικού ρεπερτορίου. Είναι κομμάτι του προσωπικού ιδιώματος του Πρελζοκάζ όπως αυτό διαμορφώθηκε από την επιρροή του από τον γερμανικό εξπρεσιονισμό ως απότοκο της μαθητείας του κοντά στην Κάριν Βένερ (μαθήτρια της Μέρι Βίγκμαν) αλλά και στον Μερς Κάνιγχαμ. Αντίστοιχα, η μουσική του Πιότρ Τσαϊκόφσκι που γράφτηκε για το έργο τον 19ο αιώνα συνδιαλέγεται και με αποσπάσματα από άλλα έργα του αλλά και με τις παρεμβολές ηλεκτρονικής μουσικής των 79D. Η παράσταση διανθίζεται σκηνικά από τη χρήση βιντεοπροβολών που δημιούργησε ο εικαστικός και σκηνοθέτης κινούμενης εικόνας Μπορίς Λαμπέ σε συνεργασία με τον Πρελζοκάζ, εν προκειμένω αφηρημένων εικόνων οι οποίες παραπέμπουν σε έναν μεταιχμιακό κόσμο που αναδύεται «ανάμεσα στον δομημένο, κατασκευασμένο χώρο της μεγαλούπολης αλλά και στην αναζήτηση του μυστηρίου της λίμνης και της μαγείας της φύσης».

Ο Πρελζοκάζ φημίζεται και για τις συνεργασίες του με υψηλού κύρους δημιουργούς. Πρόσφατα, για παράδειγμα, ερχόταν σε επαφή με τον Τομά Μπανγκαλτέρ, το ήμισυ του ντουέτου των Daft Punk, στο πλαίσιο της παράστασης «Mythologies» (2022): «Μου αρέσει πολύ η συνεργατική δουλειά. Κάποιες φορές θέλω να πω μια ιστορία και η επαφή με έναν ταλαντούχο άνθρωπο τροφοδοτεί πολύ δημιουργικά αυτή την επιθυμία. Η καθημερινή συνομιλία με τέτοιους ανθρώπους εμπλουτίζει με νέα νοήματα το κάθε έργο. Κάθε φορά που τελειώνει η συνεργασία μου μαζί τους νιώθω ότι έχω αλλάξει, αισθάνομαι διαφορετικός. Είμαι ένας άλλος Ανζελάν».

Από το Παρίσι στα Τίρανα και πάλι πίσω

Ο πυρήνας του διαμορφώθηκε σε μια πόλη και μάλιστα στη λιγότερο ειδυλλιακή πλευρά της. Παιδί πολιτικών προσφύγων από την Αλβανία, γαλουχήθηκε κοντά στο Παρίσι αλλά και τόσο μακριά από αυτό, συγκεκριμένα στο θεωρούμενο ως προάστιο Σουαζί-αν-Μπρι, στη νοτιοανατολική πλευρά της πόλης και περί τα 15 χιλιόμετρα μακριά από το λαμπερό κέντρο της, όπου βέβαια ο χορός δεν είχε θέση. «Οταν ήμουν νέος δεν υπήρχε το χιπ χοπ και οτιδήποτε σχετιζόταν με τον χορό εθεωρείτο θηλυπρεπές. Οπότε όταν εκδήλωσα ενδιαφέρον για τον χορό όλοι οι φίλοι μου και η οικογένειά μου με κοιτούσαν σαν να ήμουν εξωγήινος. Σήμερα τα πράγματα είναι μάλλον λίγο πιο εύκολα. Είναι πολύ εντάξει να χορεύει ένας άνδρας χιπ χοπ, έχει αλλάξει ο κόσμος αλλά και η αντίληψη για το τι συνιστά χορό».

Στην πορεία διατήρησε την επαφή με τις ρίζες του, με τον δικό του τρόπο. «Δημιουργικά δεν έκανα ποτέ κάτι που να σχετίζεται άμεσα με την πολιτιστική ή πολιτισμική κληρονομιά της Αλβανίας. Πιστεύω όμως ότι το γεγονός πως μεγάλωσα σε μια οικογένεια Αλβανών και ότι γαλουχήθηκα με την αλβανική παράδοση επηρέασε τη ζωή μου και τον τρόπο σκέψης μου. Η όποια επιρροή από τη χώρα καταγωγής μου είναι πιο υποδόρια και ασυνείδητη, δεν προκύπτει από νοητικές αλλά από ενστικτώδεις διεργασίες. Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι έδινα κάθε χρόνο μια δουλειά μου στο Μπαλέτο της Οπερας των Τιράνων. Αυτός είναι ένας τρόπος για να διατηρήσω την επαφή μου με τη χώρα των γονιών μου, να έχω μια σύνδεση με τις ρίζες μου».

Ο Πρελζοκάζ κατάφερε να ακολουθήσει τον δρόμο του και να αναπτύξει ένα ιδίωμα το οποίο από νωρίς βασιζόταν στο diversity σε εποχές που η λέξη δεν ήταν καθόλου στη μόδα. Aπό όταν δηλαδή δημιούργησε τη δική του ομάδα το 1984 αφότου έγινε μέλος της ομάδας του Ντομινίκ Μπαγκέ και αφότου χόρεψε για τον Κάνιγχαμ το 1980. Εκτοτε χορογράφησε 55 έργα, από σόλο μέχρι και συνθέσεις που περιλαμβάνουν διψήφιο αριθμό χορευτών (η ομάδα του έχει 24 μέλη), ενώ οι παραγωγές του γίνονται μέρος του ρεπερτορίου – συχνά δε αποτελούν απευθείας αναθέσεις – μεγάλων χορευτικών σχημάτων όπως το New York City Ballet ή το Μπαλέτο της Εθνικής Οπερας του Παρισιού. «Για εμένα μια ομάδα χορού είναι σαν μια ανθοδέσμη. Σε άλλες ομάδες έχουν σε πληθώρα ένα μόνο λουλούδι, μόνο τριαντάφυλλα, μόνο τουλίπες, μόνο ίριδες. Στη δική μου θέλω να έχω απ’ όλα: και τριαντάφυλλα και τουλίπες και πασχαλιές. Από την αρχή ήθελα να δουλεύω με διαφορετικού τύπου σώματα, μεγαλόσωμα, μικρόσωμα, με περισσότερα κιλά, για να βλέπω πώς εκφράζεται η κινησιολογία σε κάθε ένα από αυτά. Στη «Λίμνη των Κύκνων» προσπάθησα να εναρμονίζονται πλήρως οι κοπέλες γιατί πρόκειται για την κίνηση του κύκνου, μια εικόνα με συνοχή. Στα πιο πειραματικά μου έργα, όμως, δεν με ενδιαφέρει αυτού του είδους η συνάφεια σωμάτων». Αυτό που αναζητεί, όπως θα πει, δεν είναι οι «καλοί» χορευτές αλλά «άνθρωποι, προσωπικότητες που χορεύουν πολύ καλά. Υπάρχει διαφορά. Οταν ξεκινάς μια οντισιόν με τη νοοτροπία αναζήτησης του καλού χορευτή τότε κατ’ αρχάς ψάχνεις για κάποιον/α που μοιάζει ως τέτοιος/α. Είναι λίγο κλισέ για εμένα αυτή η ιδέα. Αν πεις όμως «ψάχνω ένα άτομο που χορεύει πολύ καλά», μπορείς να δεις ανθρώπους με διαφορετικά σώματα».

ΙΝFO

«Η λίμνη των Κύκνων»: Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, στις 8 και 10 Απριλίου.