Αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των γαλλικών δημοτικών εκλογών, ο θριαμβευτής στο Παρίσι Εμανουέλ Γκρεγκουάρ (που εκλέχθηκε με ψηφοδέλτιο συμμαχίας Σοσιαλιστών – Πρασίνων – Κομμουνιστών) αγκαλιάζει συγκινημένος τον πρώην δήμαρχο και εν πολλοίς μέντορά του Μπερτράν Ντελανοέ.

Με εκείνο το διαδρομίστικο στυλ που είχαν κάποτε τελειοποιήσει οι Σοσιαλιστές δημοτικοί άρχοντες, ο Ντελανοέ σκύβει και του λέει «θέλω να σου μιλήσω μια στιγμή, ιδιωτικά».

Ο Γκρεγκουάρ γελάει, πλαγίως κοιτάζει τις κάμερες – «τι έχεις, δηλαδή, να μου πεις, τους κρυφούς κωδικούς για τα πυρηνικά όπλα του Παρισιού;». Η σκηνή, εκτός από αστεία, είναι ενδεικτική για το πώς αλλάζουν οι πολιτικές γενιές. Αλλά και για τον αυτοσαρκασμό της: τι εξουσία πια να έχει ένας δήμαρχος, ακόμα και μιας μεγάλης πόλης όπως το Παρίσι, σήμερα; Αλλοι, αλλού, αποφασίζουν. Μοιάζει σαν να ασχολούμαστε με το ελάχιστο, τη στιγμή που η υφήλιος, σε ένα άλλο επίπεδο, βαδίζει επί ξυρού ακμής, διαρκώς στα πρόθυρα της καταστροφής (ενδεχομένως και πυρηνικής). Μέσα σε πόλεμο, φαντάσου, δημοτικές εκλογές.

Από την άλλη, η εικόνα που ακολούθησε, με τον Γκρεγκουάρ να πηγαίνει με δημοτικό ποδήλατο, μαζί με τις συνεργάτιδες και τους συνεργάτες του, να κάνει την ομιλία της νίκης μπροστά στο δημαρχείο του Παρισιού, οι κάμερες αναγκασμένες και αυτές να τους ακολουθούν στον ίδιο ρυθμό, τα φαναράκια από τα ποδήλατα να κινούνται σαν ζωντανά, πήρε στα μάτια μου μια περίεργη, ανοίκεια δύναμη.

Πυγολαμπίδες μέσα στην πόλη. Ηταν μια σκηνή με την οποία μπορούσες να ταυτιστείς (πολλοί άνθρωποι κάνουν καθημερινά μια τέτοια διαδρομή) και έτσι άρχισε να παίρνει, καθώς εξελισσόταν αργά, μια δύναμη πολύ μεγαλύτερη από την αλληγορία της.

Επειτα από δεκαετίες υπονόμευσης και υποτίμησης της πολιτικής διακυβέρνησης σε τοπική κλίμακα, έπειτα από δεκαετίες όπου «δήμαρχος και δημαρχία» σήμαινε η απόλυτη απουσία λογοδοσίας και διαφανούς διαχείρισης, μήπως τελικά, αυτή, η τοπική κλίμακα, είναι και η μόνη μάχη που μας έχει απομείνει για να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει συμμετοχή; Αυτή από την οποία μάλλον θα πρέπει να ξεκινήσουμε αν θέλουμε να ξανασκεφτούμε τι σημαίνει πολιτική σήμερα;

Το λέω αυτό (και) γιατί σε διάφορα επίπεδα οι πρόσφατες δημοτικές εκλογές στη Γαλλία έδειξαν πόσο πρόσφορο είναι το πεδίο της τοπικής πολιτικής για να αναδειχθούν διαφορές, ανταγωνισμοί, αδύναμες συμμαχίες, αλλά και τα αντίθετά τους, συγκεκριμένες θέσεις.

Στο τοπικό επίπεδο, επίσης, αναγνωρίζεις ακόμα τον φασίστα και το ψηφοδέλτιό του, αλλά και ποιοι, πώς και γιατί το σιγοντάρουν.

Σε τοπικό επίπεδο βλέπεις τη σύνδεση ανάμεσα σε ένα πολιτικό επίδικο, την ένταση και τη συμμετοχή γύρω από τη διεκδίκησή του, και το αποτέλεσμα: αυτή ακριβώς δηλαδή τη σύνδεση που τεχνηέντως «χάνεται» πια στο εθνικό και στο υπερεθνικό επίπεδο.

Σε αυτό το επίπεδο βλέπεις ακόμα τόσο καλά τη μηχανική της φοβίας και της προπαγάνδας, το πώς δημιουργείται και εργαλειοποιείται ο ρατσισμός, το πώς χρησιμοποιείται το επιχείρημα της «εισβολής των ξένων» και της ασφάλειας για να φοβίσει και να χειραγωγήσει.

Σε τοπικό επίπεδο μπορείς και να του αντισταθείς πολύ συγκεκριμένα, όπως έγινε τελικά σε πόλεις όπως η Λυών ή το Παρίσι. Ισως πιάνομαι από τα μαλλιά, όπως ο πνιγμένος, αν σκέφτομαι ότι μια αποκεντρωμένη διοίκηση, με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αυτονομία στη διαχείριση προγραμμάτων που σχετίζονται με την καθημερινότητα (από την πρωτοβάθμια δημόσια υγεία και τα νηπιαγωγεία μέχρι τη στήριξη συμπολιτών που έχουν ανάγκη, τον αντιρατσισμό και την ουσιαστική κοινωνική ένταξη), θα μπορούσε να είναι μια απάντηση για το πολιτικό κενό που αντιμετωπίζουμε σήμερα. Αλλά μήπως υπάρχει κι άλλη λύση;

Γιατί στον αντίποδα της ειρωνείας του Γκρεγκουάρ, «έχεις να μου δώσεις τους πυρηνικούς κωδικούς;», υπάρχει, προφανώς, ο μπαμπούλας που όντως έχει στα χέρια αυτούς του κωδικούς, ο μέσος Τραμπ, που σιγά-σιγά θα διοικεί την κάθε χώρα, πυρηνική ή μη.

Εχω ακόμα στο μυαλό μου μια εικόνα που κυκλοφόρησε στα ΜΜΕ τις προηγούμενες εβδομάδες, με τον στενό κύκλο Τραμπ, αντιπρόεδρο Βανς και υπουργό εξωτερικών Ρούμπιο, να φορούν ίδια μαύρα παπούτσια σε πολύ μεγάλα μεγέθη.

Απ’ ό,τι φαίνεται, ο Τραμπ αγοράζει ο ίδιος στους άνδρες της ομάδας του παπούτσια τα οποία απαιτεί να φορούν στις επίσημες συναντήσεις. Ολοι ίδια. Τους ρωτάει μάλιστα ενώπιον όλων το νούμερό τους για να τα παραγγείλει.

Για κάποιον λόγο (μάλλον επειδή ο ίδιος είπε μεγαλύτερο νούμερο κομπάζοντας μέγεθος), ειδικά ο Ρούμπιο βρέθηκε να περπατάει, συνάντηση τη συνάντηση, με παπούτσια-βάρκες.
Μια εικόνα παπουτσωμένου γάτου που δεν είναι και εντελώς εκτός του κλίματος που επικρατεί στην αυλή του αμερικανού προέδρου.

Το ενδιαφέρον εδώ είναι πως, μολονότι το καψώνι έχει σχεδιαστεί για να δείχνει την προεδρική εξουσία, καταλήγει να συμβολίζει το αντίθετο. Την πλήρη πολιτική αποδυνάμωση, το κενό. Γιατί αυτό που συμβαίνει στον Ρούμπιο, που όχι μόνο είναι αλλά πρέπει πλέον και να φαίνεται πιόνι, σε ένα επόμενο επίπεδο συμβαίνει και με τον Τραμπ.
Εκπροσωπεί όλο και περισσότερο μια εξουσία που καμώνεται την απόλυτη και ταυτόχρονα όλο και περισσότερο μοιάζει (και αυτοθαυμάζεται χωρίς ίχνος ειρωνείας ως) γελοία.

Οσο περισσότερο μπουφονικά παρασταίνεται αυτή η παντοδυναμία τόσο αναδεικνύει αυτό που πραγματικά συμβαίνει. Το κέντρο των αποφάσεων αλλά και οι συνέπειές τους μετατοπίζονται αλλού.

Ο φασισμός, όπως θα έλεγε και ο Παζολίνι, έχει αλλάξει πίστα. Είναι εντελώς δυσδιάκριτη (ή μάλλον ανύπαρκτη) πια η σχέση συγκεκριμένων πολιτικών διαδικασιών με τις τεράστιες γεωπολιτικές κινήσεις, συμπεριλαμβανομένου του πολέμου, αλλά και της μεταμόρφωσης της παγκόσμιας οικονομίας και της εκμετάλλευσης των πλανητικών πόρων.

Το αίσθημα παραίτησης και μελαγχολίας που φέρνει αυτή η κατάσταση, ειδικά στις χώρες της «Δύσης», χρησιμοποιείται ως μάγμα συναίνεσης, γράσο σε έναν αδιανόητο για τη σύγχρονη ιστορία φαύλο κύκλο. Καθώς ο παράλληλος κόσμος της τεχνητής νοημοσύνης θα επιτείνει αυτή τη συνθήκη, αναρωτιέμαι αν η πραγματική πολιτική αντίσταση θα είναι πια τοπική, ευρετική, βραδεία, χειροτεχνική. Αν από το μικρό θα πρέπει να βρούμε τη δυναμική για να γυρίσουμε τον προβολέα προς το μεγάλο.

Είναι προφανές ότι, έτσι όπως πάνε τα πράγματα, χίλιες φορές να παρακολουθείς τον Γκρεγκουάρ να προσπαθεί να κάνει πετάλι απ’ ό,τι να δοκιμάσεις, έστω για μια στιγμή, να μπεις στα παπούτσια του Ρούμπιο.

Ο κ. Δημήτρης Παπανικολάου είναι καθηγητής Νεοελληνικών και Πολιτισμικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.