Φώτα σκηνής. Ο σταθμός μετρό Συγγρού – Φιξ. Ανθρωποι ξαπλωμένοι, κουκουλωμένοι με sleeping bags, δίπλα σε άλλους που λαγοκοιμούνται πάνω σε πλαστικές καρέκλες. Δύο χημικές τουαλέτες. Δύο μικρά παιδιά που μουδιασμένα παρακολουθούν μια ιδιαίτερα θορυβώδη σειρά κινουμένων σχεδίων, κρατώντας με τέσσερα χέρια ένα τάμπλετ, στις θέσεις του σταθμού. Ροχαλητό από ένα κίτρινο sleeping bag. Ενας μεσήλικος με κοστούμι και γραβάτα που πάει κι έρχεται πληκτρολογώντας στο κινητό του, το οποίο δεν είναι στη σίγαση, κι αυτός πάει κι έρχεται, και το πληκτρολόγιο αφής ηχεί σαν ξύλινη βροχή στους τοίχους και τη σήραγγα, το τακ-τακ-τακ των γραμμάτων και το τρρρρρρρρ του backspace. Δύο θέσεις παραδίπλα από τα δύο παιδιά κάθεται η Ι., ετών 30. Ανασαίνει κοφτά σαν να κάνει οικονομία στο οξυγόνο. Κοιτάζει μια τα χέρια της, μια τον μεσήλικο που πηγαινοέρχεται, τα παιδιά, την ξαπλωμένη γυναίκα μέσα στο μπλε sleeping bag μπροστά στα πόδια της, ύστερα πάλι τα χέρια της. Τσιμπάει με δύναμη το χέρι της. Κλείνει τα μάτια. Μετράει.

Ι.: Ενα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε, έξι…
Ν.: Μπίλι; Μπίλι; Μπίλι;

Η Ι. ανοίγει τα μάτια. Τα παιδιά, ο μεσήλικος, οι καθιστοί στις πλαστικές καρέκλες και κάποιοι από τους ξαπλωμένους γυρνούν να δουν ποιος φωνάζει. Στην άκρη της σκηνής, ο Ν., ετών 30, τρέχει ψάχνοντας.

Ν.: Μπίλι;

Οι υπόλοιποι γυρνούν και πάλι στη δουλειά τους, εκτός από την Ι., που κοιτάζει τον Ν. επίμονα. Σηκώνεται και περπατάει ανάμεσα στα sleeping bags, προς το μέρος του. Στέκεται πίσω του.

Ι.: Ν.;

Ο Ν. πάει να την προσπεράσει αλλά κοντοστέκεται.

Ν.: Γεια.
Ι.: Με θυμάσαι;
Ν.: Ναι, ε… έχω καιρό να σε δω. Από την αποφοίτηση.
Ι.: Δεκατρία χρόνια.
Ν.: Θύμισέ μου.
Ι.: Τι;
Ν.: Το όνομά σου.
Ι.: Ι.
Ν.: Ναι, μωρέ. Σόρι. Λοιπόν, με συγχωρείς.
Ο Ν. την προσπερνάει. Ψάχνει εδώ κι εκεί. Σκύβει για να δει κάτω από τις καρέκλες. Η Ι. ακολουθεί.

Ι.: Ποιος είναι ο Μπίλι;
Ν.: Η Μπίλι. Η γάτα μου.
Ι.: Την έχασες;
Ν.: Προφανώς.
Ι.: Την άφησες ελεύθερη;
Ν.: Πάντα ελεύθερη την αφήνω. Τρεις μήνες τώρα, κάθε μέρα κατεβαίνουμε, ούτε μια φορά δεν την έδεσα. Ούτε στο κλουβί την έβαλα. Είναι πιο πολύ σκύλος από γάτα. Γάτα είναι. Συμπεριφέρεται πιο πολύ σαν σκύλος, κατάλαβες. Αν βρήκε όμως κάνα ποντίκι…
Ι.: Εχει ποντίκια το μετρό;
Ν.: Ε, δεν θα έχει;
Ι.: Ε, τότε τι την άφηνες ελεύθερη;
Ν.: Τι θες;

Παύση.

Ι.: Τίποτα.

Ο Ν. κάθεται στην άκρη της αποβάθρας (δηλαδή της σκηνής) με τα πόδια κρεμασμένα πάνω από τις ράγες. Γέρνει να μετρήσει νοερά το ύψος.

Ι.: Τι κάνεις;
Ν.: Τι κάνω, πάω να τη βρω.

Παύση.

Ι.: Να έρθω κι εγώ;
Ν.: Δεν χρειάζεται.

Ο Ν. κάνει να πηδήξει στις ράγες – αλλά δεν το κάνει. Γέρνει και κοιτάζει μέσα στη σήραγγα: έχει απόλυτο σκοτάδι ως εκεί που φθάνει το μάτι. Διστάζει. Γυρνάει ξανά στην Ι.

Ν.: Αλλά έλα. Αν θες.

Η Ι. κάθεται δίπλα του, σπρώχνει με τα χέρια της και πηδάει στις ράγες. Ο Ν. χαμογελάει. Την ακολουθεί. Τα φώτα σβήνουν.

Φώτα. Ο Ι. και η Ν. περπατούν στη σήραγγα, δηλαδή πάνω στην περιστρεφόμενη πλατφόρμα στο κέντρο της σκηνής, που γυρνάει με αντίθετη φορά. Τους φωτίζει περιοδικά ένα θαμπό κίτρινο φως από ψηλά: οι λάμπες στα τείχη της σήραγγας. Περπατούν αργά. Ο Ν. σκοντάφτει, ρίχνει ματιές πίσω τους και σκοντάφτει στις ράγες. Τους βρίσκουμε στη μέση της συζήτησης.

Ν.: …από τον Κ. Τον θυμάσαι τον Κ.;
Ι.: Εναν χρόνο μεγαλύτερος;
Ν.: Ναι.
Ι.: Κολλητοί δεν ήσασταν;
Ν.: Ε, κάναμε παρέα τότε, ναι. Αλλά έχουμε, πόσο. Δέκα χρόνια τώρα.
Ι.: Α.
Ν.: Ενα βράδυ ερχόταν σπίτι μου – έμενα ακόμα Χολαργό τότε – και άκουσε την Μπίλι να κλαψουρίζει μέσα από έναν κάδο. Μέσα στα σκουπίδια, ήταν ξαπλωμένη πάνω στο πεθαμένο αδερφάκι της. Νεογέννητη. Εμένα δεν μου άρεσαν οι γάτες. Ούτε τώρα μου αρέσουν. Αλλά αυτή είναι πιο πολύ σκύλος από γάτα. Την τυλίξαμε με κουβέρτες, της βάλαμε μπουκάλια με ζεστό νερό τριγύρω. Θα την έπαιρνε ο Κ. είχε πει, αλλά δεν την πήρε ποτέ. Και έμεινε σπίτι μου.
Σιωπή.

Ι.: Το ξέρεις ότι ο Κ…
Ν.: Οτι τι;
Ι.: Οτι πέθανε;

Ο Ν. σταματάει. Το ίδιο και η περιστρεφόμενη πλατφόρμα.
Ν.: Οχι, δεν το ήξερα.
Ι.: Α. Συγγνώμη.
Ν.: Πώς;
Ι.: Ηταν στο Γουδή. Σε ένα από τα κτίρια, δεν ξέρω σε ποιο.
Ν.: Την πρώτη μέρα;
Ι.: Ναι.
Ν.: Πώς το έμαθες;
Ι.: Εκεί κοντά δουλεύω. Πριν από τον πόλεμο τον πετύχαινα συχνά τα πρωινά.
Ν.: Και πώς ήταν; Πώς σου φαινόταν;
Ι.: Ιδιος. Ησυχος, ξέρεις, κάπως κλειστός. Απρόσιτος.
Ν.: Ετσι ήταν.

Ξεκινούν και πάλι το περπάτημα. Η πλατφόρμα περιστρέφεται. Μια μακρά σιωπή.

Ν.: Ξέρεις και για άλλους από το σχολείο;
Ι.: Ξέρω για τη Δ. και για τη Μ. Μ.
Ν.: Ναι, κι εγώ τα ξέρω αυτά. Και ο Δ. σκοτώθηκε. Και η Μ. Π. Και ο Π. Πάντως το σχολείο δεν έχει πάθει τίποτα. Ασχετο, αλλά κατάλαβες. Πέρασα απ’ έξω. Πενήντα μέτρα πιο πέρα χτύπησε drone και το σχολείο ούτε ζημιά.
Ι.: Χαίρομαι.
Ν.: Δεν έχω χάσει κανέναν κοντινό μου. Ο πιο κοντινός μου ήταν ο πατέρας ενός φίλου από τη δουλειά, κι αυτός πέθανε στον ύπνο του στη Δουκίσσης Πλακεντίας. Αλλά δεν ήξερα πόσο σημαντικά μού ήταν τα… γύρω-γύρω. Κατάλαβες. Τα πράγματα που δεν έδινα πολύ σημασία.
Ι.: Ναι.
Ν.: Με το που αρχίζουν οι σειρήνες κοιτάς τους κοντινούς. Τα σημαντικά. Αλλά όταν αρχίζουν να πέφτουν τα γύρω-γύρω, και οι γύρω-γύρω… είναι σαν να χάνεις έναν πνεύμονα. Ενα νεφρό. Κατάλαβες;
Ι.: Οχι.
Ν.: Που δεν ξέρεις, εννοώ, δεν βλέπεις ότι υπάρχει, δεν το νιώθεις, αλλά χάνεται και ξαφνικά το νιώθεις πολύ έντονα. Το τι σου έδινε.
Ι.: Είχες μπει ποτέ στο τελεφερίκ του Λυκαβηττού;
Ν.: Οχι.
Ι.: Ούτε εγώ. Ούτε που το είχα σκεφτεί να μπω. Τώρα πάει.
Ν.: Δεν πήγα ποτέ στο Πεδίον του Αρεως.
Ι.: Πλάκα κάνεις.
Ν.: Δεν πήγα. Δεν κυκλοφορούσα ποτέ εκεί, Γκύζη, Κυψέλη. Μέχρι Εξάρχεια.
Ι.: Πλανητάριο;
Ν.: Εκεί είχα πάει.
Ι.: Κι εγώ.
Ν.: Με το σχολείο.
Ι.: Εδώ κοντά ήταν. Από πάνω μας.
Ν.: Περίμενα ότι θα βρισκόμασταν με τον Κ. Δεν έγινε κάτι και χαθήκαμε. Απλώς έτυχε.

Ενα νιαούρισμα.

Ν.: Μπίλι!

Αλλο ένα νιαούρισμα. Ο Ν. γελάει ευτυχής. Παίρνει την Ι. από το χέρι και προχωρούν πιο γρήγορα.

Ν,: Μπίλι!

Νιάου. Η ηχώ ταξιδεύει στη σήραγγα. Κοντοστέκονται. Μήπως έρχεται από πίσω τους; Πάνε προς τα πίσω. Η φορά της πλατφόρμας αντιστρέφεται.

Ν. & Ι.: Μπίλι;

Τα νιαουρίσματα φαίνεται να έρχονται μία από μπροστά, μία από πίσω τους. Τα φώτα σταδιακά χαμηλώνουν και όταν πέφτει η αυλαία ακόμα δεν έχουν βρει τη γάτα. Δεν πρέπει να τη βρουν, γιατί αν την έβρισκαν θα ξεθύμαινε τελείως η μεταφορική της σημασία. Θα περνούσαμε σε ένα πλαίσιο πιο ρεαλιστικό, όπου θα έπρεπε το κοινό να αντιληφθεί κάπως αλλιώς το μέγεθος της απώλειας. Θα έπρεπε, ας πούμε, μαζί με τη γάτα να έβρισκαν και εκατοντάδες χιλιάδες άλλα κατοικίδια. Να έβρισκαν τον Κ., τη Δ., τον Δ., τη Μ. Μ., τη Μ. Π. και τον Π. Να έβρισκαν ολόκληρα σχολεία, δασκάλους και γιατρούς, χιλιάδες νεογέννητα μωρά, παππούδες, γιαγιάδες, ιστορίες, ηθοποιούς, εραστές, χωρισμένους, όνειρα, πολιτικούς, ξυλουργούς, χρόνια, μάγειρες, ευκαιρίες, ματαιώσεις, μαρκετίστες, μουσικούς, ναυτικούς, γονείς· και να τους έβρισκαν ζωντανούς. Πράγμα αδύνατο. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αντιληφθεί το κοινό το μέγεθος της απώλειας. Δεν έχουν την παραμικρή ιδέα. Οπότε, τουλάχιστον, ας μη βρεθεί η γάτα.

Ο κ. Φοίβος Οικονομίδης είναι συγγραφέας και τακτικός συνεργάτης του «Βήματος».