Μήπως πίσω από μεγάλο μέρος της κίνησης των ανθρώπων, νεότερων και μεγαλύτερων, προς τις δημοφιλείς εφαρμογές της Τεχνητής Νοημοσύνης βρίσκεται η κόπωση; Αυτό σκεφτόμουν παρακολουθώντας το ενδιαφέρον και επιτυχημένο διήμερο της Εταιρείας Συγγραφέων στο Ινστιτούτο Γκαίτε, με θέμα την Τεχνητή Νοημοσύνη και τη συγγραφή.
Είναι βέβαια υπόθεση κάπως απομυθοποιητική για τα καθημερινά και συχνά «αδήλωτα» κίνητρα που βρίσκονται πίσω από την καταφυγή σε κάποια εφαρμογή ΤΝ. Οχι ακριβώς τεμπελιά, ούτε όμως και κάποια ακόρεστη περιέργεια για το νέο όσο αυτή η χαρακτηριστικά σύγχρονη κούραση που ψάχνει αποφόρτιση και ανάθεση.
Μια νέα γαλλίδα φιλόσοφος, η Αν Αλομπέρ, θεωρεί πως ειδικά με την παραγωγική Τεχνητή Νοημοσύνη, οι άνθρωποι επιτελούν την εξωτερική ανάθεση των γνωστικών τους ικανοτήτων, ένα ιδιότυπο γνωσιακό outsourcing. Από την άλλη, ισχυρίζονται πολλοί στη δημόσια συζήτηση – και έχουν κάποιο δίκιο – ότι ο άνθρωπος πάντα συνομιλούσε με μη ανθρώπινες οντότητες. Με Θεούς, δαίμονες, ζώα, δέντρα. Τα τέρατα και τα φανταστικά όντα – αρκεί να θυμηθούμε τον Μπόρχες και το βιβλίο των φανταστικών όντων – βρίσκονταν σε απόσταση αναπνοής από τις μύχιες ανθρώπινες αγωνίες. Ο άνθρωπος δεν είναι μια ατομικότητα για τον εαυτό της, ένας αποκομμένος νους όσο συνεχής διαλογική σχέση με άλλους, με έργα, εμπειρίες και συμπράξεις που υπερβαίνουν, όπως ξέρουμε, την «πρόθεση του δημιουργού».
Ωστόσο η λογική που διαπνέει την κουρασμένη ανάθεση σήμερα είναι κάτι πολύ διαφορετικό από τη σχέση με μη ανθρώπινες οντότητες. Μοιάζει με εξελισσόμενη διαδικασία παραίτησης της σκέψης και της κρίσης, με εθελούσια απεμπόληση της προσωπικής σκέψης και κρίσης. Δεν περιορίζεται καθόλου στην απαλλαγή από τα άχρηστα και άχαρα. Επεκτείνεται προς κάθε κατεύθυνση. Και είναι δύσκολο να μη μας έρθει στον νου το παράλληλο ανάμεσα στο on demand για αποκρίσεις μέσω Τεχνητής Νοημοσύνης και στη γενικότερη τάση για απόσχιση από τις ευθύνες του πολιτικού υποκειμένου, του ενεργού πολίτη.
Οπως η δημοκρατία ως μορφή και τελετουργία αδειάζει από δημοκράτες που την ορέγονται, έτσι και η γνώση, η δημιουργία, η γλωσσική έκφραση γίνονται ετοιμοπαράδοτες στοίβες δίχως πραγματική εμπλοκή των χρηστών τους. Ο πολίτης που δεσμευόταν εσωτερικά ψάχνοντας μια αλήθεια, μια γνώση, μια αισθητική συγκίνηση, δίνει τη θέση του στο «χρυσόψαρο» των αδέσμευτων τσαλαβουτημάτων. Η λογική της ανάθεσης έχει επιστρέψει στην πιο συντηρητική της εκδοχή και στην πολιτική με την αναζήτηση ισχυρών ή λαμπερών προσώπων που νομίζουμε πως θα άρουν τις αμαρτίες της χώρας ή θα μας βγάλουν από τα πολιτικά μας αδιέξοδα, όσο εμείς θα παίζουμε με τα chatbots.
Ξέρουμε πως υπάρχουν ορισμένα συμβολικά αγαθά που έχουν έναν σκληρό πυρήνα δέσμευσης. Δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς δίχως ακριβό τίμημα. Η γραφή, ας πούμε, ως άσκηση προσωπική, η διαμόρφωση μιας ταυτότητας μέσα από συνομιλίες με άλλα ανθρώπινα υποκείμενα, η ενσώματη συμμετοχή, η ερωτική περιπέτεια που αφυπνίζεται με ανθρώπινα σώματα και απαιτητικές συναισθηματικές ανταλλαγές. Η ιδέα πως όλα αυτά μπορεί να μην είναι πλέον τόσο σημαντικά και πως για να προσαρμοστούμε πρέπει να υποταχτούμε στην προσταγή μιας επείγουσας ανθρωπολογικής μεταμόρφωσης, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη.
Η συζήτηση και μέσα από την πρόσφατη πρωτοβουλία της Εταιρείας Συγγραφέων έχει πολλά επίπεδα και όψεις. Δεν στέκεται μόνο στα λογοτεχνικά, μεταφραστικά, εκφραστικά θέματα. Αγγίζει θέματα φιλοσοφικής ανθρωπολογίας και παιδείας ενώ φυσικά εκτείνεται σε πιο απτά (σπουδαία, παρ’ όλα αυτά) θέματα όπως τα πνευματικά δικαιώματα, το μέλλον συγκεκριμένων ρόλων, το πεπρωμένο του πολιτισμού της γραφής.
Για μένα το πιο σημαντικό είναι η άσκηση της κρίσης μας ως ικανότητας να διακρίνουμε, ως πρακτική και στοχαστική δοκιμασία με το βάρος του άγνωστου, με τα κενά της γνώσης μας, με την έλλειψη που μας συγκροτεί ως ευάλωτα και θνητά όντα. Η ολιστική και αδιάκριτη επέλαση όχι κάποιων νέων εργαλείων ούτε κάποιας νέας τεχνολογίας αλλά μιας «νέας μορφής ύπαρξης» δεν μπορεί να περνάει δίχως φίλτρα, δίχως έγκριση, συλλογική διαβούλευση. Η ρητορική μιας αφθονίας που ζητά εν λευκώ ανάθεση στους «πράκτορες» της ΤΝ μού φαίνεται μια πολύ κακής κοπής ουτοπία. Σε αντίθεση μάλιστα με τις πραγματικά ριζοσπαστικές ουτοπίες που είχαν ως αιχμή την ίση ελευθερία όλων, ο τεχνο-ολιγαρχικός λόγος προεξοφλεί την υπερβατική ελευθερία μιας νέας φυλής πειραματιστών που θα αφήσει πίσω της τις βαριές και απροσάρμοστες μάζες, τα περιττά επαγγέλματα και την ιστορική ανθρωπότητα. Μέσα όμως στην ιστορική, σωματική ανθρωπότητα γεννήθηκε και η ίδια η δημοκρατική ιδέα και τα πάθη που τη σμίλευσαν.
Δεν είναι «λογικό» ούτε αυτονόητο για ποιον λόγο οφείλουμε να είμαστε σύγχρονοι αναθέτοντας στο Big Tech την παιδαγωγική και τον πολιτισμό της προσεχούς ζωής μας. Θα έλεγα το αντίθετο: να αμφισβητήσουμε την ιδεολογία της πολλαπλής ανάθεσης που συρρικνώνει και φθείρει την ικανότητα να κρίνουμε, να σχηματίζουμε τις δικές μας απαντήσεις. Δεν έχει άλλωστε τίποτα το απελευθερωτικό ένας πολιτισμός ψηφιακών ζόμπι όπου θα κυκλοφορούν ως μοδάτες διάφορες εκδοχές της φασιστικής, νεοδαρβινιστικής και «φυλετικής» ιδεολογίας.
Η λογική της ανάθεσης, όταν ξεπερνά κατά πολύ τη λειτουργική υποβοήθηση των ανθρώπων, όταν γίνεται αντανακλαστικό ετερονομίας και αδιαφανούς εξάρτησης, μοιάζει περισσότερο με εμπειρία καθυπόταξης. Αμφιβάλλω πολύ αν μια τέτοια προοπτική πρέπει να μας ενθουσιάζει ή ακόμα να μας αφήνει αδιάφορους. Θα έπρεπε να μας κινητοποιεί. Με μεγάλη ανησυχία παρατηρώ να συμβαίνει το πρώτο, κυρίως όμως να επιλέγεται το δεύτερο. Πιστεύω πως είναι η βαθιά κούραση που μας σπρώχνει σε μια όλο και πιο σαρωτική ανάθεση σκέψεων, ιδεών και μάλλον και συναισθημάτων. Κάτι όλο και πιο ξένο προς το αίτημα για μια δημοκρατική πνευματικότητα που μας χειραφετεί.
Ο κ. Νικόλας Σεβαστάκης είναι καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, συγγραφέας.



