Η συνέντευξη που έδωσε η Λάουρα Κοβέσι στον Παύλο Τσίμα, στο πλαίσιο του Φόρουμ των Δελφών, ήταν για εμένα άκρως διαφωτιστική. Μου άνοιξε τα μάτια, μπορώ να πω. Διαπίστωσα, πρώτα απ’ όλα, ότι η κυρία Κοβέσι δεν είναι το αποφώλιον τέρας, όπως ήταν η εντύπωση που είχα σχηματίσει επιπόλαια, βασιζόμενος στις σπανίως κολακευτικές φωτογραφίες της και στις επιθέσεις εναντίον της από μερίδα του Τύπου και ορισμένους πολιτικούς.
Δεν βοηθά και η φυσιογνωμία της, εδώ που τα λέμε, ώστε να γίνεται συμπαθητική. Την πήρα στραβά, πρέπει να παραδεχθώ, και λόγω της ομοιότητάς της με μια δασκάλα Γαλλικών που είχα στη Β’ Δημοτικού στη Λεόντειο, από την οποία το ξύλο που έχω φάει μου έχει μείνει αξέχαστο. Την είχα αδικήσει την κυρία Κοβέσι. Μια εισαγγελέας είναι, που κάνει τη δουλειά της – άλλο αν η δουλειά που κάνει δεν αρέσει σε εμάς. Πάντως, το τέρας της Αποκαλύψεως δεν είναι, ας ηρεμήσουμε. Είναι προφανές, επίσης, ότι έχει αυτοπεποίθηση και πίστη στον ρόλο της – και αυτό όμως μας ενοχλεί, θα την προτιμούσαμε λιγότερο άκαμπτη.
Η ουσία του ζητήματος του ΟΠΕΚΕΠΕ για την κυρία Κοβέσι, όπως είπε, είναι το τρίπτυχο διαφθοράς, νεποτισμού και πλατειασμού. Ετσι το αντιλαμβάνεται εκείνη ως εισαγγελέας – πρόκειται, έχετε υπ’ όψιν, για ξεχωριστό είδος. Εγώ όμως, που δεν είμαι εισαγγελέας, το αντιλαμβάνομαι κάπως ευρύτερα και εντοπίζω την ουσία του στο γεγονός ότι ένα κατασκευαστικό λάθος στην αρχιτεκτονική της Ευρωπαϊκής Ενωσης (η Εισαγγελία) αναδεικνύει τα όρια του ευρωπαϊκού πρότζεκτ και του ονείρου της ενοποίησης.
Δεχθήκαμε τη δικαιοδοσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χωρίς να ξέρουμε τι ακριβώς κάνουμε – άλλωστε και η Εισαγγελία προέκυψε βάσει οδηγίας της Επιτροπής, χωρίς να προηγηθεί ευρεία συζήτηση. Εν πάση περιπτώσει, εμείς συμφωνήσαμε, αφού στο κάτω-κάτω το πεδίο δράσης της περιορίζεται στη χρήση των οικονομικών πόρων της ΕΕ. Τώρα, όμως, που η Εισαγγελία κάνει τη δουλειά για την οποία συμφωνήσαμε, κλωτσάμε και φέρνουμε αντιρρήσεις. Η κυρία Κοβέσι όμως δεν κάνει τίποτα παραπάνω από το να εφαρμόζει κατά γράμμα την ελληνική νομοθεσία! Την κατηγορούμε, λ.χ., ότι στέλνει αστείες δικογραφίες στη Βουλή. Και τι να κάνει αφού έχουμε αστείους νόμους, που απαγορεύουν στους εισαγγελείς να ερευνούν υπουργούς εφόσον αναφέρεται το όνομά τους και επιβάλλουν να στείλουν τη δικογραφία αμελλητί στη Βουλή; Δεν είναι επιλογή της αυτό, τον ελληνικό νόμο εφαρμόζει η κυρία Κοβέσι.
Εχει ενδιαφέρον, επίσης, ότι η κριτική εις βάρος της (στην πιο λυσσαλέα εκδοχή της, τουλάχιστον) επιχειρεί να την παρουσιάσει εμμέσως ως κάτι υποδεέστερο. Είναι Ρουμάνα, ας πούμε, και έχει μεγαλώσει στα χρόνια του Τσαουσέσκου, μαθημένη στον αυταρχισμό, στερημένη. Επομένως, καταλαβαίνετε, η καημένη… Οχι, εγώ δεν καταλαβαίνω και να με συγχωρείτε! Εκείνο που καταλαβαίνω όμως είναι ότι δεν μας αρέσει ξένοι εισαγγελείς να ανακατεύονται στις κομπίνες μας. Αν ήταν δικοί μας, πάει κι έρχεται, γιατί τουλάχιστον το ρεζιλίκι μένει εντός συνόρων. Ξένοι όμως; Βέβαια, εμείς που αγανακτούμε με τους ξένους εισαγγελείς θα θέλαμε, την ίδια ώρα, να πολεμήσουν ξένοι στρατιώτες (Ευρωπαίοι, δεν έχει σημασία…) για την Κύπρο ή για την ΑΟΖ του Καστελλόριζου. Σε αυτή την αντίφαση, που λίγο ή πολύ ισχύει και για τους περισσότερους άλλους Ευρωπαίους, συναντάμε τα όρια του ευρωπαϊκού πρότζεκτ και καταλαβαίνουμε ως πού μπορεί να φτάσει η ενοποίηση από κάτω.
Οσο για ενοποίηση από πάνω προς τα κάτω, με την παραδοσιακή μέθοδο, αυτή δεν μπορεί να γίνει στην εποχή μας. Δεν υπάρχουν πια Ρωμαίοι, ξέρετε, για να μας συμμαζέψουν όλους. Πάνε αυτοί, τους κατέστρεψε ο χριστιανισμός…
ΤΟ ΜΟΙΡΑΙΟ ΛΑΘΟΣ
Οσοι παρακολούθησαν την ομιλία του Καρόλου Γ΄ στο Κογκρέσο ίσως θα ένιωσαν, όπως εγώ, ότι δεν έχουν ακούσει ποτέ άλλοτε τόσο παρατεταμένο χειροκρότημα κατά την είσοδο ενός ομιλητή σε χώρο ομιλίας. Πόσο κράτησε αυτό; Σχεδόν τρία λεπτά! Ακούγεται λίγο, είναι όμως υπερβολικά πολύ την ώρα που συμβαίνει. Δεν έλεγε να τελειώσει το χειροκρότημα με το οποίο υποδέχθηκε τον βασιλιά Κάρολο σύσσωμη η πολιτική ηγεσία των ΗΠΑ.
Τρία λεπτά, χωρίς να κοπάζει ο ρυθμός, προτού ακόμη εκείνος αρθρώσει λέξη. Προσωπικά, σας το εξομολογούμαι, συγκινήθηκα και θα σας πω τον λόγο. Επειδή όλοι εκεί μέσα που τον χειροκροτούσαν τόσο θερμά είναι, κατά το Σύνταγμά τους, η πολιτική ηγεσία αυτής της μεγάλης και παντοδύναμης χώρας, προς στιγμήν μου γεννήθηκε η φευγαλέα ελπίδα μήπως είχαν καταλάβει το μοιραίο λάθος που έκαναν οι πρόγονοί τους το 1776 (του οποίου γιορτάζουν τώρα την 250ή επέτειο) και αποφάσισαν να επιστρέψουν στη μητέρα αυτοκρατορία.
Μετά την εμπειρία της δεύτερης φοράς Τραμπ, δεν θα μου έκανε εντύπωση. Είναι κάπως περίπλοκο συνταγματικά, είναι αλήθεια, σίγουρα όμως θα ήταν προτιμότερο να έχουν τον Κάρολο για αρχηγό του κράτους τους. Κάποιοι από τους χειροκροτητές θα το σκέφτηκαν αυτό…
