Το μυαλό όλων τριβελίζει ένα ερώτημα: Πότε θα τελειώσει ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν ή πότε θα τελειώσουν οι πόλεμοι στην ευρύτερη περιοχή (Ουκρανία, Γάζα, Λίβανος κ.λπ.). Μάλλον σύντομα γιατί η Δύση δεν είναι «δρομέας μεγάλων αποστάσεων», ενώ οι κοινωνίες που αντιμάχεται έχουν συνηθίσει να υποφέρουν και να θυσιάζονται. Τα περισσότερα έθνη στη Δύση υπολογίζουν οικονομίστικα πόσο επηρεάζονται το εμπόριο, ο τουρισμός, η ευημερία τους. Δεν συνειδητοποιούν, όμως, ότι οι πόλεμοι θα έχουν μακρόσυρτο αντίκτυπο σε όλους τους τομείς. Δύσκολα θα επιστρέψουν σε μια ειρηνική ανέφελη ζωή. Για τα έθνη που εμπλέκονται άμεσα στον πόλεμο τα πράγματα είναι δυσκολότερα. Μετρούν εκατοντάδες χιλιάδες απώλειες ανθρώπινων ζωών, πολύ περισσότερων σακάτηδων, κατεστραμμένων υποδομών, διαλυμένης πολιτιστικής κληρονομιάς και μιας γενιάς ριζοσπαστικοποιημένων νέων που θα ζουν τη συμφορά μέσα στο σπίτι τους. Αυτό δεν θα ξεπεραστεί τον 21ο αιώνα. Το δυσοίωνο σενάριο είναι ότι σε 10 χρόνια πάλι στο ίδιο σημείο θα είμαστε, τουλάχιστον στη Μέση Ανατολή.
Αλλά ο κόσμος δεν θα είναι πια ίδιος. Στο μεταπολεμικό πλαίσιο, δημιουργείται μια νέα ισορροπία δυνάμεων μέσω της ρήξης που σηματοδοτούν οι πόλεμοι. Σύμφωνα με την πολιτική θεωρία, θα ακολουθήσει η τομή από το παρελθόν εν είδει σιωπηρής «επανάστασης». Αυτό σημαίνει ότι τελειώνει η παγκοσμιοποίηση, επανεθνικοποιούνται πολιτικές, ορθώνονται σύνορα παντού – π.χ., δασμοί –, ιδρύονται διεθνείς οργανισμοί (βλ. Συμβούλιο Ειρήνης) και συσπειρώνονται οι λαοί «γύρω από τη σημαία». Αυτό δεν σημαίνει ότι αλλάζει το μεταπολεμικό σύστημα.
Εξακολουθεί η ισχύς να συγκεντρώνεται στα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, όπου κάθονται οι ΗΠΑ, η Ρωσία, και η Κίνα – δίπλα στη Βρετανία και τη Γαλλία. Αλλωστε, οι τρεις υπερ-δυνάμεις, παρότι εκπροσωπούν αντίθετες κοσμοθεωρίες, έχουν συνεργαστεί επανειλημμένως στο παρελθόν για μεγάλα παγκόσμια ζητήματα, σε διαφορετικούς συνδυασμούς. Είναι μάλλον απίθανο να προσχωρήσουν ποτέ η Γερμανία, η Ιαπωνία, ή η Ιταλία. Αλλά μεταβάλλεται η ισορροπία ανάμεσά τους μέχρι να ισχύσει ένα παραλλαγμένο διεθνές δίκαιο, προσαρμοσμένο στις εισβολές σε μικρότερες χώρες. Μικρή σημασία έχει αν εισέβαλαν κατόπιν πρόκλησης ή απρόκλητα. Μεγαλύτερη σημασία έχει ότι η περίοδος του εφησυχασμού στο διεθνές δίκαιο έχει παρέλθει. Χρειάζεται να βαρύνουν άλλα εργαλεία για να αντιμετωπιστεί ο εκάστοτε εχθρός ή αντίπαλος: δεσμευτικές συμμαχίες, διπλωματική εξισορρόπηση, στρατιωτική αποτροπή κ.ά.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση που επιμένει στη στρατηγική του διεθνούς δικαίου το συνειδητοποιεί πικρά κάθε μέρα. Αμεσα διά μέσου του λογαριασμού ηλεκτρικής ενέργειας, αφού δεν διαθέτει σχετικές πρώτες ύλες, έμμεσα διά μέσου της ασυνεννοησίας των κρατών-μελών της σε ζητήματα ασφάλειας, άμυνας και μετανάστευσης όταν λείπουν οι κεντρομόλες ΗΠΑ. Είναι σήμερα κομπάρσος των εξελίξεων. Γι’ αυτό δεν φταίει ο Τραμπ, τον οποίο πολλοί κατακεραυνώνουν, αλλά η έλλειψη συνοχής των 27. Που υποδηλώνει ένα έλλειμμα κοινού σκοπού. Οι πόλεμοι είναι μια – τελευταία; – ευκαιρία για την ΕΕ να τον βρει, προάγοντας αυτό που έμαθε μετά το 1945: την ειρήνη.
Και η Ελλάδα πού βρίσκεται; Για την ώρα «πατά σε δύο βάρκες», μια της ΕΕ και μια των ΗΠΑ – κυρίως για να μην την τιμωρήσει που ταυτίζεται με την ΕΕ – και κραδαίνει το διεθνές δίκαιο, που αποδεικνύεται αδύναμο. Ζει με το άγχος της Τουρκίας και ακολουθεί μια μονομερή εξωτερική πολιτική στήριξης της Ουκρανίας ή του Ισραήλ αναχωρώντας από την κλασική ελληνική εξωτερική πολιτική της εξισορρόπησης.
Αυτόν τον ρόλο έχει αναλάβει προσώρας η Τουρκία με θετικά αποτελέσματα. Θα φανεί στην έκβαση των πολέμων αν η αλλαγή πορείας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έχει επίσης θετικό πρόσημο.



