Η εξουσία τρελαίνει. – Αλαίν
Γι’ αυτό και ο Ντελέζ διακρίνει «δύο καθεστώτα τρελών»*: του αυτοκράτορα, δηλαδή, του ανθρώπου τού «παρανοϊκού παραληρήματος», και του πολιτικού στις σημερινές δημοκρατίες της αγοράς, κάποιου δηλαδή, του οποίου το σκέπτεσθαι και το πράττειν συνιστούν εαυτόν, αυτοβιογραφικό στοιχείο.
Τον αυτοκράτορα, «μπορούμε πάντα να τον κλείσουμε μέσα». Παρουσιάζει «όλα τα σημάδια της τρέλας, αλλά από μια άλλη σκοπιά δεν είναι καθόλου τρελός». (Η λογική του είναι άψογη.)
Ο άνθρωπος όμως «του παθηματικού παραληρήματος» – ο πολιτικός –, που δεν εμφανίζει σημάδια τρέλας εκτός από μερικά, αυτός είναι τρελός. Η τρέλα του εμφανίζεται ξαφνικά, «σε απότομα περάσματα στην πράξη». Παράδειγμα; Ας ανοίξουμε την τηλεόραση στα βραδινά δελτία και ας αποφανθούμε σε ποιο καθεστώς τρελών εντάσσεται ο Γεωργιάδης ή η Κωνσταντοπούλου και, κυρίως, σε ποιο καθεστώς εντασσόμαστε εμείς που, ενώ τους βλέπουμε, τους ψηφίζουμε.
Δεν ξεχνώ, παρεμπιπτόντως, τότε που παρακολουθούσα τον Ντελέζ στις Βενσέν στο Παρίσι, τι με είχε ρωτήσει το βαριεστημένο γκαρσόνι σ’ ένα καφέ στα πέριξ, όπου βλέπαμε στην τηλεόραση τον Λακάν να μιλάει με έναν ασθενή του: «Πείτε μου, εσείς που πάτε στο Πανεπιστήμιο, ποιος είναι ο τρελός από τους δύο και ποιος ο γιατρός;».
Υπάρχει ένα «λογισμικό» εντός του καπιταλισμού, που συνδέει αφηρημένες γραμμές, «γραμμές φυγής» (απεδαφικοποιήσεις), «γραμμές κατάτμησης», εύκαμπτες ή σκληρές μέσα στις οποίες εμπλέκεται η επιθυμία, μετατρέποντας τη μία γραμμή σε άλλη. Ομως, το καθεστώς όπου ένα σημείο παραπέμπει επ’ άπειρον σε άλλα και διαχέει ένα πάθημα επίσης σε άλλα, χαρακτηρίζει τόσο την Αυτοκρατορία όσο και τη Δημοκρατία.
Εξετάζοντας μάλιστα, τον «τύπο» του καπιταλισμού, βλέπουμε, αντίθετα απ’ ό,τι συμβαίνει στα παρανοϊκά αυτοκρατορικά μορφώματα, να εμφανίζεται το «παθηματικό παραλήρημα» όπου περιγράφονται ορθολογικά και με συμβατικούς, θεσμικούς όρους, όλες οι ανωμαλίες αυτού που ο Αλαίν αποδίδει στην εξουσία με την περιβόητη ρήση: «Η εξουσία τρελαίνει».
Αναλογίζομαι, για παράδειγμα, το σκεπτικό του κυρίου Τζαβέλλα ως προς την αρχειοθέτηση του φακέλου «Υποκλοπές» και δεν διερωτώμαι μόνο, γιατί δεν λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 37 του ΚΠΔ σύμφωνα με το οποίο «πηγή πληροφόρησης» ενός εισαγγελικού λειτουργού για την τέλεση ενός εγκλήματος, το οποίο διώκεται αυτεπαγγέλτως, είναι δυνατό να είναι και οποιαδήποτε άλλη «πληροφορία» (εκτός από τη μήνυση ή την αναφορά), αλλά τρελαίνομαι στην ιδέα πως ο άνθρωπος αυτός υπήρξε, απ’ ό,τι διαβάζω, ο εποπτεύων εισαγγελέας που ενέκρινε τις επισυνδέσεις και τώρα, αποφάσισε την αρχειοθέτηση της υπόθεσης.
Κάθε αιρετός άρχοντας, που διαθέτει εξουσία στις δυτικές κοινωνίες και την ασκεί πέραν οποιουδήποτε ελέγχου από τη δημόσια σφαίρα, εάν «εξελιχθεί», δηλαδή κατά το κοινώς λεγόμενο, «ξεφύγει» πάνω στην αυτοκρατορική, παρανοϊκή γραμμή φυγής, περνώντας από τον Μπερλουσκόνι ή τον Ορμπαν, καταλήγει μοιραία στον Τραμπ. Οπότε, δεν πρέπει να ξενίζει το οριστικό άρθρο «Οι Τραμπ» του τίτλου. Διότι, όταν η εξουσία λειτουργεί ως μονοπρόσωπη εταιρεία, τότε η αντιπροσώπευση – το «εν ονόματι» ενός λαού – χάνει την ονομαστική του αξία, επειδή δεν ενεργοποιείται συγχρόνως το «εν δυνάμει» του λαού.
Το «εν ονόματι» ως αόριστο («ενός λαού») – αλλά όχι απροσδιόριστο (διότι ο λαός κυβερνά) – μεταβάλλεται σε οριστικό άρθρο: «Οι Τραμπ», όλοι οι Τραμπ που, ενώ κυβερνούν «εν ονόματι», κυβερνούν «κατ’ ιδίαν». Υπάρχει εντός αυτού που πολιτεύεται και διατάζει εν ονόματι του νόμου του κεφαλαίου, κάτι που οδηγεί σε ό,τι οι Γάλλοι ονομάζουν «follie de grandeur». Αυτήν, τη μάχεται ένας απροσδιόριστος παράγοντας.
Ενα αστάθμητο συμβάν που τα ανατρέπει όλα. Διότι το ζητούμενο είναι η απειρότητα των εμπειριών, που οι κανόνες επιζητούν να την περιορίσουν τη στιγμή που η εμπειρία δεν υποτάσσεται σε κανόνες αλλά οι κανόνες παράγονται από την εμπειρία και τη ζωή. Ο Ντελέζ κλείνει το κείμενό του με τα εξής: «Οι γραμμές υποκειμενοποίησης του χρηματικού κεφαλαίου δεν παύουν να διακλαδώνονται, πλάγιες, εγκάρσιες, περιθωριακές υποκειμενικότητες και γραμμές εδαφικοποίησης που απειλούν τα σχέδιά τους. Ενας εσωτερικός νομαδισμός, ένας καινούργιος τύπος απεδαφικοποιημένων ροών, α-σημαίνοντα μόρια καταφέρνουν να θέσουν σε κίνδυνο κάποια λεπτομέρεια ή και το ίδιο το σύνολο. Υπόθεση Γουότεργκεϊτ, παγκόσμιος πληθωρισμός».
Εάν αυτό το ίδιο κείμενο του 1974 υπέγραφε σήμερα ο Ζιλ Ντελέζ, η τελευταία του αράδα θα ήταν αντί «Υπόθεση Γουότεργκεϊτ, παγκόσμιος πληθωρισμός», «Υπόθεση Τραμπ-Ιράν, παγκόσμιος πληθωρισμός».
ΥΓ.: Επειδή όμως υπογράφω εγώ (;) αντιγράφοντάς τον, έχω να προσθέσω το εξής: Κουραστήκαμε! Κι όχι μόνον από τις πολιτικές του μίσους αλλά και τις πολιτικές της φιλίας.
Κουραστήκαμε από Φαραντούρηδες, «γυρολόγους», φαντασμένους, λιβανισμένους και λιβανιστές τού κάθε υφυπουργού. Βαρεθήκαμε με τις δημοσκοπήσεις, που νομίζουν ότι καταγράφουν τα απερίγραπτα της πολιτικής σκακιέρας, ενώ διαρκώς τίθεται το ακατανόητο ως πρόκληση και ως αίνιγμα.
Οταν δηλαδή, όπως ο Σαρτρ, δεν θέλουμε να επιβεβαιώσουμε τους μηχανισμούς κατανόησης που είναι κυρίαρχοι υπό το πρόσχημα της δημοσκοπικής πρόβλεψης ή της αναλυτικής σαφήνειας (όπου μας επιστρέφεται η εικόνα των ευρωπαϊκών μέσων την εποχή της κρίσης του χαμερπούς, διεφθαρμένου και πονηρού Ελληνα, η οποία προφανώς δικαιολογεί ότι «τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει» νομιμοποιώντας κράτος και παρακράτος).
Υπάρχει όμως και μια άλλη πολιτική που, εκτός από χειρισμός λέξεων, συνδέεται με την κλίμακα μιας ελάσσονος πολιτικής και μιας ελάσσονος δημοσιογραφίας, και αυτό επιχειρώ να κάνω αναλογιζόμενος όσους εμμένουν, διότι «η αμιγής εμμένεια είναι ΜΙΑ ΖΩΗ και τίποτα άλλο». Οπως τα μικρά παιδιά για τα οποία γράφει ο Ντελέζ ότι «δεν έχουν καθόλου ατομικότητα, έχουν όμως ενικότητες, ένα χαμόγελο, μια χειρονομία, μια γκριμάτσα, συμβάντα που δεν έχουν υποκειμενικό χαρακτήρα».
Κι αν προσφεύγω στους όρους και τη δύσκολη γλώσσα του Ντελέζ είναι γιατί, ως πιο «οικονομική» και πιο «τρελή», μου δίνει τη δυνατότητα μέσα στο Ganzfeld που ζούμε, δηλαδή μέσα σε ένα φαινόμενο της αντίληψης εντελώς ομοιόμορφο που προκαλεί παραισθήσεις, να φωνάξω εκκωφαντικά και πιο δυσάρεστα για όσους νομίζουν πως (με) διαβάζουν ακόμη. Αλλά «ένα κείμενο δεν ζει παρά εάν επι-βιώνει, και δεν επι-βιώνει παρά εάν είναι ταυτόχρονα μεταφράσιμο και αμετάφραστο».
(*) Ζ. Ντελέζ, Δύο καθεστώτα τρελών. Κείμενα και συνεντεύξεις 1975-1995, επιμ. Ντ. Λαπουζάντ, μτφρ. Κ. Β. Μπουντάς, Εκκρεμές, Αθήνα 2026.
