Η έναρξη του εθνικού προγράμματος ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ, το οποίο συνίσταται στη διενέργεια δωρεάν προληπτικών εξετάσεων για τα καρδιαγγειακά νοσήματα, έφερε στο προσκήνιο εξετάσεις που μέχρι πρόσφατα δεν περιλαμβάνονταν στον συνήθη εργαστηριακό έλεγχο.
Κρίνοντας από τα ερωτήματα που δεχόμαστε τόσο από τους ασθενείς στην Α’ Παθολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Γενικού Νοσοκομείου Ιωαννίνων όσο και από τους ανθρώπους που ωφελούνται από το πρόγραμμα, διαπιστώνουμε ότι η μέτρηση της λιποπρωτεΐνης-α [Lp(a)], ενός έως πρόσφατα λιγότερο γνωστού αλλά ιδιαίτερα σημαντικού παράγοντα καρδιαγγειακού κινδύνου, δημιουργεί ιδιαίτερη ανησυχία και γεννά πλήθος ερωτήματα. Παρακάτω δίδονται απαντήσεις στα συνηθέστερα από αυτά.
Τι είναι η λιποπρωτεΐνη (α);
Η λιποπρωτεΐνη (α) [Lp(a)] είναι ένα σωματίδιο που κυκλοφορεί στο αίμα και μοιάζει με την «κακή» χοληστερόλη (LDL). Η βασική διαφορά είναι ότι φέρει μία επιπλέον πρωτεΐνη, την απολιποπρωτεΐνη (α), η οποία την καθιστά πιο επικίνδυνη για τα αγγεία μας.
Οσον αφορά τις φυσιολογικές της λειτουργίες, θεωρείται ότι η λιποπρωτεΐνη (α) μπορεί να συμμετέχει σε μηχανισμούς επούλωσης τραυμάτων και άμυνας του οργανισμού. Ωστόσο, όταν τα επίπεδά της είναι υψηλά, οι αρνητικές της επιδράσεις υπερτερούν των πιθανών ωφελειών.
Πώς καθορίζονται τα επίπεδά της στο αίμα;
Η ιδιαιτερότητα της λιποπρωτεΐνης (α) είναι ότι καθορίζεται σχεδόν αποκλειστικά από τα γονίδιά μας. Ετσι, υπάρχει αυξημένη πιθανότητα να έχει κάποιος υψηλή λιποπρωτεΐνη (α) όταν ένας από τους γονείς του έχει ή είχε αυξημένα επίπεδα.
Δεν επηρεάζεται σημαντικά από τη διατροφή, τη σωματική άσκηση ή τον τρόπο ζωής, ενώ τα επίπεδά της διαμορφώνονται ήδη από την παιδική ηλικία και, συνήθως έως την ηλικία των 5 ετών, φτάνουν στις τιμές που θα διατηρηθούν σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Ανδρες και γυναίκες επηρεάζονται εξίσου, αν και στις γυναίκες μπορεί να παρατηρηθεί μια ήπια αύξηση μετά την εμμηνόπαυση.
Γιατί είναι επικίνδυνη;
Η αυξημένη λιποπρωτεΐνη (α) δεν είναι νόσος από μόνη της, αλλά αποτελεί ισχυρό παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση εμφράγματος του μυοκαρδίου, αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, περιφερικής αρτηριακής νόσου, στένωσης της αορτικής βαλβίδας και καρδιακής ανεπάρκειας. Το ανησυχητικό είναι ότι συχνά δεν προκαλεί συμπτώματα, μέχρι να εκδηλωθεί ένα σοβαρό καρδιαγγειακό επεισόδιο. Υπολογίζεται ότι περίπου 1 στους 5 ανθρώπους παγκοσμίως έχει αυξημένα επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α), γεγονός που αντιστοιχεί σε περίπου 2 εκατομμύρια άτομα στην Ελλάδα.
Γιατί δεν τη γνωρίζουμε;
Η λιποπρωτεΐνη (α) δεν συμπεριλαμβάνεται στις συνήθεις εξετάσεις χοληστερόλης. Ετσι, πολλοί άνθρωποι με «φυσιολογικές» ή και αυξημένες τιμές χοληστερόλης μπορεί να έχουν αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο λόγω υψηλής λιποπρωτεΐνης (α), χωρίς να το γνωρίζουν.
Ποιοι πρέπει να ελεγχθούν;
Πολλές επιστημονικές εταιρείες προτείνουν πλέον τουλάχιστον μία μέτρηση λιποπρωτεΐνης (α) στη διάρκεια της ζωής σε κάθε ενήλικα, και ιδιαίτερα σε άτομα που ανήκουν σε ομάδες αυξημένου καρδιαγγειακού κινδύνου – όπως όσοι έχουν ιστορικό εμφράγματος του μυοκαρδίου ή εγκεφαλικού επεισοδίου, οικογενειακό ιστορικό πρόωρης καρδιαγγειακής νόσου ή αυξημένης λιποπρωτεΐνης (α), πάσχουν από οικογενή υπερχοληστερολαιμία, παρουσιάζουν επαναλαμβανόμενα καρδιακά επεισόδια, παρά τη σωστή θεραπευτική αγωγή, ή έχουν διαγνωσθεί με στένωση της αορτικής βαλβίδας.
Πώς γίνεται η εξέταση και πώς την ερμηνεύουμε;
Η εξέταση της λιποπρωτεΐνης (α) πραγματοποιείται με απλή αιμοληψία, χωρίς να απαιτείται νηστεία. Τα αυξημένα επίπεδα ορίζονται συνήθως πάνω από 50 mg/dL ή 105 nmol/L, ανάλογα με τη μέθοδο που χρησιμοποιεί το εργαστήριο. Ωστόσο, ο πραγματικός κίνδυνος που διατρέχει κάποιος δεν εξαρτάται μόνο από την τιμή της λιποπρωτεΐνης (α), αλλά από το συνολικό προφίλ καρδιαγγειακού κινδύνου.
Για παράδειγμα, εάν ένα νεαρό άτομο χωρίς σημαντικά αυξημένους παράγοντες κινδύνου έχει περίπου 5% πιθανότητα να εμφανίσει καρδιαγγειακό επεισόδιο κατά τη διάρκεια της ζωής του, μια τιμή λιποπρωτεΐνης (α) στα 100 mg/dL (ή 230 nmol/L) μπορεί να αυξήσει αυτή την πιθανότητα στο ~10%.
Αντίθετα, σε ένα άτομο μεγαλύτερης ηλικίας με πολλαπλούς παράγοντες κινδύνου, ο αντίστοιχος κίνδυνος μπορεί να αυξηθεί από 25% σε ~50%. Παρότι και στις δύο περιπτώσεις ο κίνδυνος σχεδόν διπλασιάζεται, το απόλυτο φορτίο κινδύνου διαφέρει σημαντικά. Επιπλέον, σε ασθενείς με εγκατεστημένη καρδιαγγειακή νόσο, όπως όσοι έχουν υποστεί οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου, ακόμη και χαμηλότερες τιμές λιποπρωτεΐνης (α), όπως 50 mg/dL (ή 105 nmol/L), σχετίζονται με αυξημένο κίνδυνο επανεμφάνισης νέου καρδιαγγειακού επεισοδίου.
Τι μπορούμε να κάνουμε αν είναι αυξημένη;
Αν και προς το παρόν δεν υπάρχει εγκεκριμένη ειδική θεραπεία που να μειώνει δραστικά τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α), αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να δράσουμε.
Η αντιμετώπιση βασίζεται κυρίως στον αυστηρό έλεγχο όλων των υπολοίπων παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, με στόχο τη μέγιστη δυνατή μείωση της «κακής» χοληστερόλης (LDL), τον αποτελεσματικό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου στο αίμα, τη διακοπή του καπνίσματος, καθώς και την υιοθέτηση ενός υγιεινού τρόπου ζωής που περιλαμβάνει ισορροπημένη διατροφή και συστηματική σωματική άσκηση.
Σε ιδιαίτερες περιπτώσεις, όπως σε ασθενείς με υποτροπιάζοντα καρδιαγγειακά επεισόδια ή/και πολύ αυξημένες τιμές λιποπρωτεΐνης (α) (πάνω από 180 mg/dL ή 430 nmol/L), σε ορισμένες χώρες, όπως και στην Ελλάδα σε εξειδικευμένα κέντρα, εφαρμόζεται η λιποπρωτεϊνική αφαίρεση, μια επεμβατική διαδικασία παρόμοια με την αιμοκάθαρση, η οποία αφαιρεί προσωρινά τη λιποπρωτεΐνη(α) από το αίμα.
Παράλληλα, νέες φαρμακευτικές θεραπείες που μειώνουν αποτελεσματικά τα επίπεδα της λιποπρωτεΐνης (α) βρίσκονται σε προχωρημένες κλινικές μελέτες. Το κρίσιμο ερώτημα, δηλαδή αν η μείωση της λιποπρωτεΐνης (α) οδηγεί πράγματι σε μείωση των καρδιαγγειακών επεισοδίων, αναμένεται να απαντηθεί σύντομα, καθώς μέσα στο έτος θα ανακοινωθούν τα πρώτα αποτελέσματα.
Η διάγνωση αυξημένης λιποπρωτεΐνης (α) μπορεί να προκαλέσει άγχος ή ανασφάλεια. Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν είμαστε μόνοι. Η σωστή ενημέρωση, η συνεργασία με τον γιατρό και η ενεργή συμμετοχή στη φροντίδα της υγείας μας μπορούν να μετατρέψουν τη γνώση σε δύναμη.
Τελικό μήνυμα
Η λιποπρωτεΐνη (α) είναι ένας αόρατος αλλά σημαντικός παράγοντας καρδιαγγειακού κινδύνου. Η ενημέρωση και η έγκαιρη διάγνωση μπορούν να σώσουν ζωές. Με άλλα λόγια, η γνώση του γενετικού μας κινδύνου δεν είναι καταδίκη, είναι ευκαιρία πρόληψης.
Ο κ. Φώτης Μπάρκας είναι επίκουρος καθηγητής Παθολογίας στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.



