Επευφημίες, υπέρ του εαυτού μας, προσφάτως για την παγκόσμια ημέρα της ελληνικής γλώσσας. Δικαίως καθιερώθηκε. Αλλά δικαίως κι εμείς θα υπερηφανευόμασταν μόνο εάν δεν διαβάζαμε σε έγκριτα φύλλα και δεν ακούγαμε από πρόσωπα της δημοσιότητας ακυρολογίες όπως: «των προαναφερθέντων χωρών», «έδωσε το παρόν» (το παρόν φαντάζομαι είναι κάτι που το βγάζεις από την τσέπη και το δίνεις, όπως άλλωστε το παρελθόν και το μέλλον), η Πολιτεία του Πλάτων ή ο Γεώργιος Τάδε του Σπυρίδων (όλα τα εις -ων έχουν γίνει άκλιτα πλέον), της «ακριβής ονομασίας» (διότι βεβαίως υπάρχουν ακριβές και φθηνές ονομασίες) ή το πάγκοινο εκείνο «σου λέω απλά ότι…» (δηλαδή, σ’ το λέω με ευκολονόητα λόγια, ενώ πρέπει να πω «σου λέω απλώς ότι…», δηλαδή, σου λέω μόνο αυτό). Αθλια τα ελληνικά των, όπως θα σχολίαζε ο Καβάφης.

Αλλά βέβαια το απλά, όπως και το άλλο ανοσιούργημα, το «πιθανά θα σε δω εκεί», είναι πιο λαϊκό δήθεν σύμφωνα με τον κομματικό ορισμό της λαϊκότητας που επικρατεί παρ’ ημίν. Ασχέτως αν ο λαός δεν μίλησε ποτέ έτσι. (Ωχ!, τι έγκλημα διέπραξα κι εγώ γράφοντας παρ’ ημίν και ασχέτως.) Σύμφωνα λοιπόν με αυτή την παραμόρφωση της γλώσσας δεν θα πρέπει πια να λέμε «εντάξει»: το… σοσιαλιστικό είναι «μες στην τάξη» (κι ό,τι καταλάβεις). Απαγορεύεται και το «εν τω μεταξύ»: το… λαϊκό είναι «χωμένο στο ανάμεσα». Οσο για το παρεμπιπτόντως επιφέρει συνοπτική καταδίκη στο λαοδικείο: θα λέτε «ό,τι πέφτει μέσα από στραβοτιμονιά». Ανάθεμα και στο «υπ’ όψη»: το πολιτικά ορθό είναι «κάτω από τη φάτσα». Κι όποιος βγει ζωντανός μες στην κουρλαμάδα τούτη (όπως λέει ο λαός στην Κεφαλλονιά).

Κι έτσι καταφέραμε να φτιάξουμε μια καινούργια καθαρεύουσα, όπου η καθαρότητα δεν είναι εκείνη του πεθαμένου και θαμμένου λογιοτατισμού. Αλλά μια καθαρότητα άγρια και ζωντανή, αυτή που επιβάλλεται από κομματικά ιερατεία. Συνήθως (ωχ!, πάλι το διέπραξα, σύνηθα έπρεπε να γράψω) τη λέμε «ξύλινη γλώσσα». Δεν είναι όμως καθόλου ξύλινη, αλλά σιδερένια σαν σφυρί. Γιατί κάτω από την αηδή της μορφή κρύβει μια ολόκληρη κοσμοθεωρία και πολιτική στρατηγική, όπου η ελεύθερη ροή των πραγμάτων, η αδέσμευτη σκέψη των ατόμων αλυσοδένονται από αυθαίρετα δόγματα, από τη βία μιας απόλυτης αλήθειας.

Δηλαδή, ποιο ακριβώς είναι το αμάρτημα εάν κάποιος θελήσει σήμερα να εκφραστεί στα δικά του ελληνικά, ακόμα κι αν αυτά είναι η καθαρεύουσα; Ο Εμπειρίκος δεν ήταν άραγε μέγας ποιητής; Καταράστηκαν κάποτε και τον Καβάφη ως καθαρευουσιάνο. Η γλώσσα είναι πνευματική ελευθερία, ή δεν είναι τίποτα. Είναι η ψυχοσύνθεση των ατόμων και των λαών όπως αναβλύζει αυθόρμητα και ορμητικά από βαθύτατες ιστορικές πηγές. Κι όσο πιο βαθιά και πλατιά η ιστορία τους τόσο πιο πρωτεϊκές οι μορφές της γλώσσας τους. Και καμία δεν είναι εκ των προτέρων (από τα μπροστινά έπρεπε να πω!) καταραμένη.

Και ποιο το πρόβλημα, θα αντέτεινε κάποιος, εάν αποφασίζαμε να δημιουργήσουμε μια καινούργια ελληνική, σύμφωνα με τις ανάγκες των σημερινών καιρών; Δύο και μεγάλα. Πρώτον, ποιος εκφράζει γνήσια, και αποκλειστικά μάλιστα, τις «ανάγκες των καιρών»; Δεύτερον, η νέα αυτή λαλιά πώς θα επιβληθεί: διά του νόμου, διά κοινωνικού και πολιτικού στιγματισμού; Γλώσσα και εξουσιαστικός καταναγκασμός είναι νοήματα ασύμβατα. Ούτε πολιτικοί ούτε λεξικογράφοι και φιλόλογοι έχουν δικαίωμα να νομοθετούν εκ των άνω για τη γλώσσα. Η γλώσσα, έλεγε ο Κοραής, είναι «πράγμα δημοκρατικόν». Ανώνυμος συλλογικός νομοθέτης είναι ο λαός που τη μιλάει, κι όχι κάποιοι που αναγορεύουν αυτόκλητα τον εαυτό τους σε μοναδικούς του εκπροσώπους. Αντί λοιπόν να αντιδρούμε με το συμπλεγματικό αντανακλαστικό του αμόρφωτου όταν κάποιος μάς λέει ότι δεν είμαστε βιολογικοί απόγονοι του Αλέξανδρου ή του Περικλή, ας μελετήσουμε και ας αγαπήσουμε τη γλώσσα μας αντί να τη βανδαλίζουμε από κομματική σκοπιμότητα.