Διαβάζεις κάτι, άρθρο, post, οτιδήποτε, και είναι όλο σωστό. Καθαρό, στρωτό, λογικό, ούτε μια λέξη παραπανίσια, ούτε μία δεν περισσεύει. Και όμως, όταν τελειώσεις, νιώθεις σαν να άδειασε λίγο ο αέρας. Οχι ότι διαφώνησες. Οχι ότι ήταν κακό. Απλώς… δεν άφησε ίχνος. Σαν το κείμενο να πέρασε μέσα σου χωρίς να ακουμπήσει πουθενά. Το κλείνεις και μετά από δέκα λεπτά δεν θυμάσαι ούτε μία φράση. Φσστ, πάει!

Κάποτε, χωρίς να το σκεφτόμαστε, θεωρούσαμε ότι αν κάτι ήταν καλογραμμένο, κάποιος, διάολε, είχε ζοριστεί για να το γράψει. Οτι πριν από τη σαφήνεια είχε προηγηθεί ένα κάποιο μπέρδεμα. Οτι για να βγει μια καθαρή πρόταση, κάποιος είχε σβήσει και δέκα πρόχειρες. Το κείμενο ήταν το ίζημα μιας διαδικασίας, σαν τον καφέ που αφήνει κατακάθι. Τώρα πολλές φορές μοιάζει σαν να εμφανίζεται κατευθείαν το αποτέλεσμα, χωρίς τη διαδρομή, χωρίς την πορεία. Ενα άψογο τελικό προϊόν που δεν σε αφήνει να φανταστείς τι προηγήθηκε, αν βέβαια προηγήθηκε κάτι. Ενα άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά, που λέει και ο ποιητής.

Oπως γράφει ο Tζον Νόστα, στη σελίδα του The Digital Self, ο Πλάτων το είχε φοβηθεί ήδη από την εποχή του. Στον Φαίδρο, ο Σωκράτης αφηγείται την ιστορία του Θευθ, που εφηύρε τη γραφή και την παρουσίασε ως δώρο που θα έκανε τους ανθρώπους σοφότερους. Ο βασιλιάς Θαμούς του απάντησε όμως ότι θα συμβεί το αντίθετο. Οι άνθρωποι θα πάψουν να θυμούνται και θα νομίζουν ότι ξέρουν, επειδή έχουν τα πράγματα γραμμένα μπροστά τους. Θα έχουν την εμφάνιση της γνώσης χωρίς την ουσία της.

Οταν η δεξιοτεχνία μπορεί να υπάρξει χωρίς κόστος, χάνει την αποδεικτική της αξία. Δεν σημαίνει πια ότι κάποιος πέρασε από εκεί, ότι ίδρωσε, ότι ρίσκαρε να κάνει λάθος. Αρχίζουμε λοιπόν να ψάχνουμε για άλλα σημάδια παρουσίας της παλιάς καλής γραφής. Μια άκομψη φράση. Μια άσχετη παρένθεση. Ενα σημείο όπου ο άλλος δείχνει να κουράστηκε ή να μην είναι σίγουρος. Παράξενο, αλλά αυτά καθησυχάζουν. Σου λένε, κάποιος ήταν εδώ.

Ισως τελικά, περισσότερο από την ευφυΐα ή την πληροφορία, να μας λείπει το ίχνος της ευθύνης. Η αυθεντική σκέψη πάντα διακινδυνεύει κάτι. Μπορεί να εκτεθεί, να διαψευστεί, να φανεί ανεπαρκής. Σε έναν κόσμο όπου μπορείς να παράγεις αψεγάδιαστο λόγο χωρίς να διακινδυνεύεις τίποτα, η ατέλεια γίνεται το τελευταίο αποδεικτικό στοιχείο ότι υπάρχει άνθρωπος πίσω από τις λέξεις. Και ίσως γι’ αυτό, όταν ακούμε κάποιον στη ζωή να σταματά και να λέει «περίμενε, το χάνω», νιώθουμε, παράξενα, ανακούφιση.