Το στεγαστικό πρόβλημα στην Ελλάδα έχει αρχίσει να παίρνει εκρηκτικές διαστάσεις, οι οποίες οξύνονται περαιτέρω από την εν γένει ακρίβεια που έχει προκύψει ως απόρροια της λήξης της πανδημίας COVID-19 αλλά και της ενεργειακής κρίσης που οξύνει η επίθεση της Ρωσίας στην Ουκρανία. Παρότι δεν υπάρχουν δημόσια διαθέσιμα στατιστικά για τα μεγέθη της αγοράς κατοικίας, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πηγές αλλά και τις εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος η αύξηση τιμών κατά την τελευταία τετραετία και μόνο υπερβαίνει κατά μέσον όρο το 35%, γεγονός το οποίο βρίσκεται σε προφανή αναντιστοιχία με την πορεία των εισοδημάτων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα. Αποτέλεσμα αυτού είναι η ιδιοκτησία κατοικίας να έχει γίνει «άπιαστο όνειρο» για πολλούς Eλληνες, ενώ αντίστοιχα η άνοδος των ενοικίων είναι τόσο ισχυρή που πλέον το κόστος στέγασης είναι δυσανάλογα υψηλό σε σχέση με το εισόδημα μεγάλων ομάδων του πληθυσμού. Oπως είναι εύλογο, η ανισορροπία αυτή έχει αρχίσει και εξασκεί σημαντική πολιτική πίεση και έτσι η κυβέρνηση ανακοίνωσε σειρά μέτρων με σκοπό την αντιμετώπιση του προβλήματος όσον αφορά τους νέους. Τα μέτρα αυτά, αν δεν αποτελέσουν μέρος ευρύτερων πολιτικών, θα αποδειχθούν μάλλον λίγα και αποσπασματικά, έρχονται αργά και πιθανώς ορισμένα από αυτά είναι στη λάθος κατεύθυνση.

Η ανάγκη στέγασης είναι μια από τις βασικές κοινωνικές ανάγκες και η επαρκής κάλυψή της πρέπει να αποτελεί βασικό στόχο κάθε κυβέρνησης. Μια αειφόρος πολιτική στέγασης καλό είναι να στοχεύει στην ομαλά εξελισσόμενη προσφορά στέγης με όρους που θα διασφαλίζουν την κάλυψη της σχετικής ζήτησης ενώ παράλληλα θα συμβάλλουν στην ομαλή ανάπτυξη της αξίας των ακινήτων, έτσι ώστε να αποτελούν παράλληλα μιαν ασφαλή μορφή αποταμίευσης για τους επενδυτές σε κατοικία. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα όπου υπάρχει μια ισχυρή παράδοση ιδιοκατοίκησης αυτή η στόχευση ανταποκρίνεται σε μια από τις βασικές επιθυμίες πολύ μεγάλου μέρους του πληθυσμού. Η κρίση της Ελλάδας την τελευταία δωδεκαετία, η οποία προκάλεσε την κατάργηση ή κατάρρευση πολλών κρατικών φορέων που σχεδίαζαν και υλοποιούσαν συναφείς πολιτικές χωρίς διαδοχή, και η στη συνέχεια απότομη ανάκαμψη της αγοράς, η οποία εντάθηκε από τις πληθωριστικές συνέπειες της πανδημίας και του ενεργειακού προβλήματος που βιώνουμε, είναι τα βασικά αίτια του στεγαστικού προβλήματος και χρήζουν μακρόπνοης επίλυσης πέραν κάποιων άμεσων μέτρων ανακούφισης αυτών που έχουν οδηγηθεί ή οδηγούνται σε αδιέξοδο σύντομα.

Περιεχόμενο για συνδρομητές

Το παρόν άρθρο, όπως κι ένα μέρος του περιεχομένου από tovima.gr, είναι διαθέσιμο μόνο σε συνδρομητές.

Έχετε ήδη
συνδρομή;

Μπορείτε να συνδεθείτε από εδω

Θέλετε να γίνετε συνδρομητής;

Μπορείτε να αποκτήσετε την συνδρομή σας από εδω