Παρά τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης των τελευταίων ετών και τη δημοσιονομική εξυγίανση που έχει επιτευχθεί, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να υστερεί σε ανταγωνιστικότητα, σύμφωνα με έρευνα των «ΝΕΩΝ» (14/2).
Οπως προκύπτει από τα στοιχεία της Παγκόσμιας Επετηρίδας Ανταγωνιστικότητας 2025, που κατάρτισε το International Institute for Management Development για το 2024, η Ελλάδα όχι μόνο δεν έχει βελτιώσει την ανταγωνιστικότητά της, αλλά έχει χάσει έδαφος στη συνολική ανταγωνιστικότητα και κατατάσσεται στην 50ή θέση μεταξύ 69 οικονομιών παγκοσμίως και 22η μεταξύ των 26 κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Ειδικότερα η Ελλάδα υποχώρησε κατά 9 θέσεις ως προς την επιχειρηματική αποτελεσματικότητα και βρέθηκε στην 53η από την 44η θέση με τη μέτρηση του 2024. Υποχώρησε κατά μία θέση ως προς την οικονομική αποτελεσματικότητα και βρέθηκε στην 22η θέση, ενώ παρέμεινε στην ίδια θέση (22η) και ως προς την κυβερνητική αποτελεσματικότητα και στην 40ή θέση ως προς τις υποδομές.
Στον τομέα της τεχνολογίας κατατάσσεται 16η στην Ευρωπαϊκή Ενωση των 27 και 22η στον πυλώνα των δεδομένων και των υποδομών. Σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου η χώρα μας βρίσκεται αρκετά χαμηλότερα, καθώς η Πορτογαλία είναι στην 37η θέση, η Ισπανία στην 39η, η Ιταλία στην 43η θέση και η Κύπρος στην 44η, ενώ υπολείπεται σε ανταγωνιστικότητα και βαλκανικών χωρών και χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ρουμανία, η Ουγγαρία, η Σλοβενία και η Τσεχία.
Στο μέτωπο της φορολογίας, η Ελλάδα βρίσκεται στην 23η θέση ανάμεσα στις 38 χώρες του ΟΟΣΑ στον δείκτη της διεθνούς φορολογικής ανταγωνιστικότητας και ειδικότερα στη 16η θέση στην εταιρική φορολόγηση, στην 4η θέση στη φορολόγηση φυσικών προσώπων, στην 30ή θέση στη φορολόγηση της κατανάλωσης και στην 29η θέση στους φόρους επί της ιδιοκτησίας.
Οι αδυναμίες του ελληνικού φορολογικού συστήματος εντοπίζονται στα εξής:
- Οι εταιρείες στην Ελλάδα αντιμετωπίζουν αυστηρούς περιορισμούς ως προς τα ποσά των καθαρών ζημιών χρήσης με τα οποία μπορούν να αντισταθμίσουν μελλοντικά κέρδη. Επίσης δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν ζημιές για να μειώσουν προηγούμενο φορολογητέο εισόδημα.
- Η Ελλάδα έχει έναν σχετικά περιορισμένο δείκτη φορολογικών συμβάσεων (58 συμβάσεις έναντι 76 του μέσου όρου του ΟΟΣΑ). •] Η Ελλάδα έχει έναν από τους υψηλότερους συντελεστές ΦΠΑ στον ΟΟΣΑ (24%) με μία από τις πιο περιορισμένες φορολογικές βάσεις, καθώς καλύπτει περίπου το 43% της τελικής κατανάλωσης.
Ωστόσο έχουμε και δυνατά σημεία στο ελληνικό φορολογικό σύστημα, που είναι τα εξής:
- Ο καθαρός φορολογικός συντελεστής φυσικών προσώπων επί μερισμάτων (5%) είναι σημαντικά κάτω του μέσου όρου του ΟΟΣΑ (24,7%), ενώ απαλλάσσονται από φορολόγηση οι υπεραξίες από εισηγμένες μετοχές χωρίς ουσιώδη συμμετοχή.
- Ο συντελεστής φορολόγησης εταιρικού εισοδήματος στο 22% είναι χαμηλότερος από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ (24,2%).
Σύμφωνα με το ΚΕΠΕ, η αδυναμία της Ελλάδας σε θέματα αποτελεσματικότητας της κυβέρνησης και των επιχειρήσεων, σε συνδυασμό με τους αδύναμους θεσμούς και τις βαριές ρυθμίσεις, εμποδίζει την ικανότητά της να προσελκύσει τόσο εγχώριες όσο και ξένες επενδύσεις, με αποτέλεσμα τη χαμηλή παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, τη χαμηλή συνολική παραγωγή και εξαγωγές, καθώς και τη χαμηλή ψηφιακή ανταγωνιστικότητα. Τα πλέον αδύνατα σημεία της ελληνική οικονομίας είναι το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ, το κόστος κεφαλαίου, η μη επαρκής στήριξη των επιχειρήσεων από τις τράπεζες και το συνεχιζόμενο brain drain.



