Ενας πίνακας του Μάικλ Αντριους, στίχοι της Βισουάβα Σιμπόρσκα, ατμόσφαιρα αμφίσημη και στοχαστική, γλώσσα ρυθμική, το κέντρο της Αθήνας, αλλά και η ορεινή Κορινθία, αστικός ιστός και εξοχή, δύο άνθρωποι που τυχαία συγκλίνουν και έρχονται κοντά. Μια σχέση, δηλαδή. Ανάμεσα στη Μαρίνα Λιοντήρη και τον Πέτρο Χατζημιχαήλ, τον «άντρα της πτώσης», ο οποίος γίνεται εν συνεχεία ο «άντρας που αγαπά» η πρωταγωνίστρια στο νέο, σύντομο μυθιστόρημα της Μαρίας Φακίνου με τίτλο Ολα τα δέντρα. Πρόκειται για το πέμπτο της βιβλίο, μια «σημερινή ερωτική ιστορία», όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της έκδοσης και, πράγματι, έτσι είναι.

Ωστόσο, με ποιον τρόπο γράφουμε σήμερα κάτι τέτοιο, κάτι που όντως να ξεχωρίζει, να μην είναι κοινότοπο; Δεδομένης και της πείρας της πλέον, είχε η ίδια κάποια ανάλογη αγωνία πριν ή κατά τη διάρκεια της συγγραφής; «Μα κάθε αφήγηση ιστορίας, όποιο επίθετο κι αν της βάλουμε, είναι μια αφορμή να μιλήσουμε για τον κόσμο, την ανθρώπινη συνθήκη. Ομολογώ ότι αποφεύγω τις “ερωτικές ιστορίες”, από φόβο μήπως διαβάσω κάτι φορτωμένο από συναισθηματισμούς. Υπήρχε, σαφώς, μια τέτοια αγωνία, όμως πιστεύω στη φράση που λέει ότι σημασία δεν έχει τι αφηγείσαι αλλά το πώς. Αλλωστε, αυτό που με προκαλούσε εδώ δεν ήταν η αποτύπωση ενός έρωτα, αλλά ο εσωτερικός κόσμος του γυναικείου χαρακτήρα, οι σκέψεις κι η ματιά της, οι μετατοπίσεις – γλωσσικές και συναισθηματικές – που συντελούνται μέσα από τη σύνδεση με ένα ερωτικό υποκείμενο» εξηγεί στο «Βήμα» η Φακίνου.

Βίωμα και μυθοπλασία

Επισημαίνουμε, έπειτα, τις μάλλον ισχυρές αυτοβιογραφικές δόσεις στην αφήγησή της. Αραγε πώς θα περιέγραφε η ίδια τη συνέργεια βιώματος και μυθοπλασίας στο βιβλίο της; Κατά πόσον είναι περιοριστική και κατά πόσον είναι δημιουργική; «Είχα δύο φράσεις γραμμένες σε ένα χαρτάκι στο γραφείο μου, κάπως σαν οδηγούς. “Ηθελα να επινοήσω εκ νέου τον εαυτό μου σαν χαρακτήρα μυθοπλασίας” (Αντριαν Ριτς) και, “Προσπαθώ να διαγράψω τον εαυτό μου” (Σίντι Σέρμαν). Αυτοπαρατήρηση και επαναπροσδιορισμός. Το είδος της αυτομυθοπλασίας με ενδιαφέρει, συγγραφικά και αναγνωστικά. Κινείται πάνω σε μια λεπτή γραμμή που από τη μία είναι ο γκρεμός κι από την άλλη ένα χωράφι έτοιμο να το καλλιεργήσεις. Η κομβική στιγμή είναι όταν – για λόγους πλοκής – καλείσαι να πας κόντρα σε αυτό που είσαι, να επινοήσεις εκ νέου ή να διαγράψεις τον εαυτό σου. Μπορεί να γίνει απελευθερωτικό (εγώ ως κάποια άλλη), μπορεί και να προκαλέσει εσωτερική αναταραχή (εγώ ποτέ δεν θα έκανα/έλεγα κάτι τέτοιο). Βρίσκω σημαντικό και επιτακτικό να μιλούν για το βίωμά τους οι ίδιες οι γυναίκες, να ακούμε τη φωνή τους. Στο παρελθόν, οι άντρες συγγραφείς μάς έδειχναν πώς – νόμιζαν ότι – σκέφτονταν ή βίωναν κάτι οι γυναίκες. Οπως η Τόνι Μόρισον μας περιέγραψε από πρώτο χέρι ποια ήταν η ζωή των μαύρων γυναικών μες στις κουζίνες των λευκών της Αμερικής, έτσι και οι γυναίκες, οι συγγραφείς αποικιοκρατικών χωρών, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα, διεκδικούν μέσα από τον λόγο να αποτυπώσουν το προσωπικό βίωμα για να μιλήσουν για μια εμπειρία κοινή αλλά αποσιωπημένη ή και διαστρεβλωμένη από τη ματιά των πιο “ισχυρών“».

Μαρία Φακίνου

Oλα τα δέντρα

Εκδόσεις Αντίποδες, 2026, σελ. 176, τιμή 14,40 ευρώ

Η πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια της Φακίνου αφήνει έναν άντρα (τον λεγόμενο και «ποτάμι») και πλησιάζει όλο και περισσότερο τον Πέτρο. Πλην όμως, τι ακριβώς έχει συμβεί; Καταχρηστικά μιλώντας, προκύπτει απλώς ένας «καλύτερος» έρωτας, οπότε ο «λιγότερο καλός» θολώνει και χάνεται; Πώς εκτιμά η συγγραφέας τη συγκεκριμένη κίνηση της ηρωίδας της; «Θα απέφευγα τους όρους καλύτερος/λιγότερο καλός, όπως και τον όρο “ευτυχία” που χρησιμοποιεί η μητέρα της Μαρίνας. Αν κάτι διαφαίνεται με αυτή την κίνηση είναι μια αίσθηση κατεπείγοντος, όπως καθετί άγνωστο. Ο “άντρας της πτώσης” είναι η αφορμή για μια εσωτερική μετατόπιση της ηρωίδας που ξεκινά από την ίδια και για την ίδια και θα έχει εκπλήξεις, ματαιώσεις, στάσεις σε άγνωστες αποβάθρες τρένων, και που ξέρουμε ότι κάποια στιγμή κάπου θα καταλήξει χωρίς να γνωρίζουμε το πώς ή το γιατί».

Το αρχείο του έρωτα

Από την άλλη μεριά, αυτό το «σε διάλεξα» της Μαρίνας, που διαβάζουμε σε μια κρίσιμη καμπή του κειμένου, τι μπορεί να σημαίνει; «Μια στιγμιαία αίσθηση παρόντος, την ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας ότι ορίζεις τον εαυτό σου κάνοντας μία επιλογή έναντι άλλων που ανοίγονται μπροστά σου. Αυτή η επιλογή φέρει τα στοιχεία του συγκεκριμένου παρόντος, γι’ αυτό αναγκαστικά επανεξετάζεται στο μέλλον ή στο τέλος. Το αν είναι πιο επίπονο ή πιο διαχειρίσιμο εξαρτάται από τις συνδέσεις που έχουν μεσολαβήσει ανάμεσα σε εκείνο το στιγμιαίο παρόν που είναι ήδη παρελθόν και στο τώρα».

Τι είναι πιο ενδιαφέρον αφηγηματικά; Η αρχή ενός έρωτα (το θέλω) ή το τέλος του (δεν θέλω πια); Και γιατί αντιμετωπίζει ως «αρχείο» αυτόν τον έρωτα στο βιβλίο της η Φακίνου; «Κάθε τέλος εμπεριέχει και την αρχή του, όπως και τη γνώση του τέλους. Ωστόσο, κάθε αρχή έχει ένα ανοιχτό τέλος που ακόμα δεν διαφαίνεται. Αφηγηματικά είναι και τα δύο ερεθιστικά. Η οπτική αλλάζει. Ενα αρχείο έχει την έννοια της τακτοποίησης, της τάξης, ενός κλεισίματος. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, γίνονται πιο αντιληπτοί οι λόγοι που μια εμπειρία ήταν πολύτιμη και άρα άξια διαφύλαξης, αποκτά ταυτότητα, και γίνεται πάντα εκ των υστέρων».

Ειδικό βάρος, πάντως, έχει η συνύπαρξη της Μαρίνας με τις άλλες γυναίκες του μυθιστορήματος, τη μητέρα της, τις δύο κολλητές της, την παλιά της καθηγήτρια από το πανεπιστήμιο, μα και τη νεαρή κόρη του Πέτρου. «Ηθελα, μεταξύ άλλων, να μιλήσω για την έννοια της φροντίδας που εκφράζεται μέσα από τις σχέσεις με τις υπόλοιπες γυναίκες και μέσα από το φαγητό. Η οπτική των πολύ κοντινών ανθρώπων της Μαρίνας την κάνουν να κοντοσταθεί, να πάει παραπέρα τη σκέψη της, να εμβαθύνει τη σχέση της με τον εαυτό της και με τους άλλους. Μέσα απ’ αυτές τις συναντήσεις, με τις αντιφάσεις και τις συγκλίσεις τους, εκείνη συμπορεύεται κι εξελίσσεται. Πιστεύω στη γυναικεία φιλία, στην ιδιότητα που έχει να στηρίζει, να καταπραΰνει, να ενδυναμώνει, όπως πιστεύω και στη γυναικεία αλληλεγγύη που την έχουμε δει να εφαρμόζεται έμπρακτα μέσα από κινήματα και συλλογικότητες».

Γλώσσα και επιθυμία

Η γλώσσα μπορεί να καθορίσει έναν έρωτα περισσότερο από την ίδια την επιθυμία; Και πότε γίνεται «λέξη-παγίδα» η αγάπη; «Μια λέξη μπορεί να στρέψει το βλέμμα σου προς κάποιον, όπως μπορεί και να το αποστρέψει. Μια γλώσσα είναι ένας κώδικας που αναπτύσσουν όσοι είναι δύο ή όσοι είναι μια παρέα κάνοντας τον δεσμό ακόμα πιο ισχυρό, δημιουργώντας κάτι πολύ δικό τους. Οπότε, ναι, για μένα που γράφω, η γλώσσα καθορίζει την επιθυμία συνύπαρξης επειδή δείχνει για τον καθένα το σύμπαν του, αναφορές, προσλαμβάνουσες, εκλεκτικές συγγένειες. Η αγάπη μπορεί να γίνει μια “λέξη-παγίδα” όταν λειτουργεί καθηλωτικά αντί για απελευθερωτικά, όταν τη χρησιμοποιούμε για να παραμείνουμε σε κάτι γνώριμο που μπορεί όμως να είναι πια φθαρμένο ή και επιζήμιο».