Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μόνο περιβαλλοντικό ζήτημα. Επηρεάζει την οικονομία, τη γεωργία, τη διαθεσιμότητα νερού και την ασφάλεια, ενώ ολοένα περισσότερο επηρεάζει και τις αποφάσεις των ανθρώπων για το αν θα μείνουν στον τόπο τους ή θα μετακινηθούν. Σε πολλές περιοχές του κόσμου, η μετακίνηση δεν είναι απλώς επιλογή· γίνεται αναγκαία στρατηγική προσαρμογής απέναντι σε συνθήκες που επιδεινώνονται. Παρ’ όλα αυτά, η σχέση ανάμεσα στο κλίμα και τη μετανάστευση δεν είναι απλή ούτε μονοδιάστατη. Η κλιματική κρίση λειτουργεί συνήθως ως πολλαπλασιαστής κινδύνου, εντείνοντας ήδη υπάρχουσες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές πιέσεις.
Η σημερινή επιστημονική γνώση δείχνει ότι η υπερθέρμανση του πλανήτη επηρεάζει ήδη πολλά ακραία φαινόμενα. Η Διακυβερνητική Επιτροπή για την Αλλαγή του Κλίματος (IPCC) καταγράφει με υψηλή βεβαιότητα αύξηση της συχνότητας και της έντασης των έντονων βροχοπτώσεων σε πολλές περιοχές, καθώς και ενίσχυση ορισμένων μορφών ξηρασίας.
Οι διαθέσιμες εκτιμήσεις δείχνουν ότι η ανθρώπινη κινητικότητα στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης μπορεί να αποκτήσει τεράστια κλίμακα μέσα στις επόμενες δεκαετίες. Η Παγκόσμια Τράπεζα έχει εκτιμήσει ότι χωρίς αποφασιστική δράση για τον περιορισμό των εκπομπών και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας έως και 216 εκατομμύρια άνθρωποι ενδέχεται να μετακινηθούν μέσα στις ίδιες τους τις χώρες έως το 2050. Ο αριθμός αυτός δεν αφορά «πρόσφυγες» με τη νομική έννοια του όρου, ούτε περιγράφει αποκλειστικά διασυνοριακές μετακινήσεις. Αντίθετα, δείχνει ότι το μεγαλύτερο μέρος της κλιματικής κινητικότητας αναμένεται να εκδηλωθεί αρχικά ως εσωτερική μετακίνηση.
Το νομικό κενό του «κλιματικού πρόσφυγα»
Ο όρος «κλιματικός πρόσφυγας» χρησιμοποιείται συχνά στον δημόσιο λόγο, όμως δεν έχει νομική βάση στο διεθνές προσφυγικό δίκαιο. Για τον λόγο αυτόν οργανισμοί όπως ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης προτιμούν τον όρο «ανθρώπινη κινητικότητα στο πλαίσιο της κλιματικής αλλαγής». Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα παραμένει το νομικό κενό. Η Σύμβαση της Γενεύης του 1951 αναγνωρίζει ως πρόσφυγα το πρόσωπο που βρίσκεται εκτός της χώρας του λόγω βάσιμου φόβου δίωξης για συγκεκριμένους λόγους, όπως η φυλή, η θρησκεία, η εθνικότητα, οι πολιτικές πεποιθήσεις ή η συμμετοχή σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα. Η κλιματική αλλαγή, όσο καταστροφική και αν είναι, δεν περιλαμβάνεται από μόνη της σε αυτόν τον ορισμό.
Έτσι, άνθρωποι που αναγκάζονται να μετακινηθούν εξαιτίας της ανόδου της στάθμης της θάλασσας, της ερημοποίησης ή επαναλαμβανόμενων ακραίων φαινομένων συχνά δεν εντάσσονται στο ισχύον προσφυγικό πλαίσιο.
Στην πράξη, οι περισσότεροι άνθρωποι που πλήττονται από φυσικές καταστροφές και περιβαλλοντικές πιέσεις μετακινούνται πρώτα μέσα στην ίδια τους τη χώρα. Οι μετακινήσεις αυτές μπορεί να είναι προσωρινές, επαναλαμβανόμενες ή μόνιμες και συχνά κατευθύνονται από αγροτικές περιοχές προς αστικά κέντρα.
Οι ευπάθειες της Μεσογείου και η Ευρώπη
Η Μεσόγειος αποτελεί χαρακτηριστική περιοχή όπου οι κλιματικές πιέσεις τέμνονται με κοινωνικές και γεωπολιτικές ευπάθειες. Ένα από τα πιο συζητημένα παραδείγματα είναι το Δέλτα του Νείλου στην Αίγυπτο, μια εξαιρετικά πυκνοκατοικημένη και γεωργικά κρίσιμη περιοχή, όπου η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η διάβρωση και η υφαλμύρινση μπορούν να επιβαρύνουν τη γεωργία και τις τοπικές οικονομίες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η μετακίνηση προς πιο ασφαλείς ή οικονομικά βιώσιμες περιοχές στο εσωτερικό της χώρας γίνεται πιθανότερη, όχι όμως ως αποτέλεσμα ενός μόνο παράγοντα, αλλά ως συνέπεια πολλών αλληλεπιδρώντων πιέσεων.
Αντίστοιχα, στην Ευρώπη η κλιματική αλλαγή δεν δημιουργεί απλώς μελλοντικούς κινδύνους επιβαρύνει ήδη υφιστάμενα προβλήματα. Η Βενετία είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα, καθώς η σχετική άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η καθίζηση και ο αυξημένος πλημμυρικός κίνδυνος έχουν καταστήσει την πόλη εμβληματικό σύμβολο της κλιματικής τρωτότητας των παράκτιων ιστορικών κέντρων.
Ωστόσο, θα ήταν επιστημονικά άστοχο να αποδοθεί αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή η δημογραφική μεταβολή της πόλης, αφού εκεί συνυπάρχουν και ισχυροί κοινωνικοοικονομικοί παράγοντες, όπως το κόστος ζωής, ο τουρισμός και η στεγαστική πίεση.
Η Νότια Ευρώπη και γενικότερα η Μεσόγειος συγκαταλέγονται στις περιοχές που αναμένεται να επηρεαστούν ιδιαίτερα από την αύξηση της ξηρασίας, της λειψυδρίας και της υποβάθμισης γης. Η IPCC επισημαίνει ότι η Μεσόγειος είναι από τις ευρωπαϊκές περιοχές με τη μεγαλύτερη προβλεπόμενη επιβάρυνση ως προς τα διαφορετικά είδη ξηρασίας, ενώ η αυξανόμενη ξηρότητα μπορεί να ενισχύσει πιέσεις στη γεωργική παραγωγή, στους υδάτινους πόρους και τελικά στη χωρική κατανομή του πληθυσμού.
Οι παράκτιες απειλές και η ελληνική πραγματικότητα
Ιδιαίτερα εκτεθειμένα θεωρούνται τα χαμηλά νησιωτικά κράτη και οι παράκτιες περιοχές. Στον Ειρηνικό, κράτη όπως το Τουβαλού και το Κιριμπάτι αντιμετωπίζουν σοβαρούς κινδύνους από παράκτιες πλημμύρες, διάβρωση και απώλεια γης, ενώ οι Μαλδίβες αποτελούν αντίστοιχο παράδειγμα στον Ινδικό Ωκεανό. Η ίδια η γεωμορφολογία αυτών των περιοχών τις καθιστά εξαιρετικά ευάλωτες στην περιβαλλοντική πίεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο ένα θεωρητικό σενάριο «εξαφάνισης», αλλά και η σταδιακή υπονόμευση της βιωσιμότητας κατοίκησης μέσω πλημμυρών, υφαλμύρινσης και φθοράς κρίσιμων υποδομών.
Και η Ελλάδα δεν βρίσκεται εκτός αυτής της συζήτησης. Η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, ο αυξανόμενος πλημμυρικός κίνδυνος στις παράκτιες ζώνες και η έκθεση πολιτιστικής κληρονομιάς σε παράκτιες απειλές έχουν ήδη αναγνωριστεί σε ευρωπαϊκές και ελληνικές μελέτες. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η κλιματική κρίση δεν πρέπει να λογίζεται μόνο ως περιβαλλοντικό θέμα, αλλά και ως παράγοντας που μπορεί να επηρεάσει την περιφερειακή ανάπτυξη, τον τουρισμό, τις υποδομές, ακόμη και τη μελλοντική εσωτερική κινητικότητα πληθυσμών.
Αν κάτι γίνεται ήδη σαφές είναι ότι η αντιμετώπιση του φαινομένου δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε στη διαχείριση συνόρων ούτε σε αφηρημένες διακηρύξεις. Απαιτεί μείωση εκπομπών, σοβαρές πολιτικές προσαρμογής και ένα θεσμικό πλαίσιο που να αναγνωρίζει ότι η ανθρώπινη κινητικότητα στο πλαίσιο της κλιματικής κρίσης δεν είναι ένα περιθωριακό ενδεχόμενο, αλλά μια αναδυόμενη πραγματικότητα.



