Χαρακτηριστικές των αγώνων του Ιδρύματος υπέρ των αρχαίων ελληνικών είναι οι αναβιώσεις του αρχαίου δράματος, στην πρωτότυπη γλώσσα, που επιχείρησε ο πλέον γνωστός υπερασπιστής της καθαρεύουσας καθηγητής των αρχαίων ελληνικών Γεώργιος Μιστριώτης.
Η επικέντρωση στη γλώσσα συνδεόταν και με τη συνολική ιδεολογική παρουσία του Πανεπιστημίου με αιχμή την αρνητική στάση του απέναντι σε κάθε εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία θα περιόριζε την παρουσία των αρχαίων ελληνικών στη σχολική εκπαίδευση, επισείοντας τον κίνδυνο της απώλειας της εθνικής ταυτότητας. Στον αγώνα εναντίον του δημοτικισμού συμμετείχαν όχι μόνο οι καθηγητές αλλά και η πλειοψηφία των φοιτητών. Συντασσόμενοι με τους καθηγητές τους πρωτοστάτησαν στα Ευαγγελικά (1901) και στα Ορεστειακά (1903), τα αιματηρά γεγονότα που συγκλόνισαν την πρωτεύουσα στις αρχές του 20ού αιώνα, αποκηρύσσοντας κάθε προσπάθεια μετάφρασης σε σύγχρονη γλώσσα του λόγου του Ευαγγελίου ή της αρχαίας ελληνικής γραμματείας.
Οι φοιτητές του Πανεπιστήμιου, οι οποίοι συμμετείχαν στον αγώνα εναντίον της δημοτικής, έβρισκαν στην αρχαΐζουσα γλώσσα ένα συμβολικό κεφάλαιο, το οποίο τους ξεχώριζε από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και συντελούσε ενεργά στη διαμόρφωση μιας διακριτής ταυτότητας.
Η αρχαία ιστορία, ομογενοποιημένη σε ένα ενιαίο σύνολο, αποτέλεσε τμήμα του ευρύτερου εθνικού παρελθόντος, ένα παρελθόν το οποίο μεταβαλλόταν σύμφωνα με τις διεθνείς επιστημονικές εξελίξεις αλλά και τις εθνικές επιδιώξεις. Οι έλληνες επιστήμονες βρίσκονταν σε συνεχή ενημέρωση για το τι συνέβαινε στη διεθνή κοινότητα, επιλέγοντας να ενσωματώσουν στη διδασκαλία τους ή στο συγγραφικό τους έργο εκείνα που θεωρούσαν ότι μπορούσαν να εμπλουτίσουν την προγονική κληρονομιά και να ενισχύσουν τη θέση του ελληνικού έθνους. Έτσι, η αρχαία ελληνική ιστορία διευρύνθηκε προς τα πίσω, με την προσθήκη των προϊστορικών χρόνων, και προς τα εμπρός, με την ενσωμάτωση των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της ελληνιστικής περιόδου.
Παράλληλα, η ιστορία των ανατολικών εθνών, όπως οι Ασσύριοι, Μήδες, Αιγύπτιοι, Πέρσες, Φοίνικες, Λύδοι κ.ά., σταδιακά μετατράπηκε σε προθάλαμο για την ελληνική ιστορία, ένα προκαταρκτικό στάδιο προετοιμασίας για την ανάπτυξή της. Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα του αλφαβήτου, το οποίο δημιουργήθηκε μεν από τους Φοίνικες αλλά σύμφωνα με τους πανεπιστημιακούς καθηγητές μεταφέρθηκε στην Ελλάδα για να βελτιωθεί και να αποτελέσει βάση για την ανάπτυξη του κλασικού πολιτισμού. Στο τέλος του 19ου αιώνα η ιστορία της αρχαίας ελληνικής τέχνης, με καθηγητή τον αρχαιολόγο Χρήστο Τσούντα, εκκινούσε πλέον από «των αρχαιοτάτων χρόνων», ενσωματώνοντας με αυτόν τον τρόπο στο ένδοξο εθνικό αφήγημα και τη μυκηναϊκή τέχνη και τα μνημεία της, στις ανασκαφές των οποίων είχε και ο ίδιος συμβάλει. Από τη δεκαετία του 1890 και μετά, στην περίοδο άνθησης του Μακεδονικού ζητήματος, η ιστορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των Μακεδόνων διδασκόταν για πρώτη φορά ως αυτοτελές μάθημα.
Η ενσωμάτωση των χρόνων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της ελληνιστικής περιόδου στην εθνική ιστορία λειτουργούσε ως γέφυρα για την ένωση της κλασικής αρχαιότητας με τα μεταγενέστερα χρόνια και παράλληλα ενίσχυε τις εδαφικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία. Η έμφαση στην τεράστια επίδραση της ελληνικής στη ρωμαϊκή κουλτούρα, ένα σχήμα το οποίο συναντάμε από τα πρώτα μαθήματα ρωμαϊκής ιστορίας και φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, αναδείκνυε την εξέχουσα εκπολιτιστική θέση των προγόνων στην ιστορία της ανθρωπότητας.
Η ελληνική αρχαιότητα αποτέλεσε εν πολλοίς την προνομιακή περίοδο αναφοράς του Πανεπιστημίου Αθηνών στον πρώτο αιώνα ζωής του και αναγνωρίστηκε ως το πλέον ένδοξο τμήμα της προγονικής κληρονομιάς και παράλληλα ιδρυτικό στοιχείο του σύγχρονου ευρωπαϊκού πολιτισμού. Αδιάσπαστο τμήμα της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους, η ίδια η έννοια της ελληνικής αρχαιότητας στο σύνολό της εντός του πανεπιστημιακού προγράμματος διευρύνθηκε χρονολογικά και παράλληλα αποτέλεσε αντικείμενο διαφορετικών μεθοδολογικών προσεγγίσεων, αποτέλεσμα της συγκρότησης της ελληνικής επιστήμης στο πλαίσιο της προώθησης των εθνικών επιδιώξεων.



