Ο τομέας της ενέργειας αγγίζει την καθημερινότητά μας πολύ περισσότερο από όσο συνήθως συνειδητοποιούμε. Στο παρασκήνιο κάθε λογαριασμού ρεύματος, κάθε αντλίας καυσίμων και κάθε καύσωνα, βρίσκονται τρεις παράγοντες που συγκρούονται διαρκώς: ασφάλεια εφοδιασμού, κόστος για τον πολίτη και την οικονομία και προστασία του περιβάλλοντος (ρύποι και προστασία του κλίματος).

Κάθε επιλογή της ενεργειακής πολιτικής – από το εάν θα κατασκευάσουμε έναν αγωγό, εάν θα αναπτύξουμε τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ), μέχρι το αν θα φορολογήσουμε το πετρέλαιο και τα άλλα ορυκτά καύσιμα – προκύπτει στην ουσία από μια στάθμιση ανάμεσα σε αυτούς τους τρεις πυλώνες. Την τελευταία δεκαετία, Ευρώπη και Ελλάδα προσπάθησαν να απαντήσουν με σοβαρότητα στο πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής, που έχει μετατραπεί σε μόνιμη κρίση και δεν είναι πλέον μια παροδική περιβαλλοντική ανησυχία.

Με τη «δέσμη μέτρων για την καθαρή ενέργεια» (2018/2019) και τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις, περιλαμβανομένου και του ευρωπαϊκού και εθνικού κλιματικού νόμου, η πολιτική έθεσε ξεκάθαρα σε προτεραιότητα την πράσινη ενεργειακή μετάβαση: περισσότερες ΑΠΕ, λιγότερα (ή και καθόλου) ορυκτά καύσιμα. Η στάθμιση ήταν απλή, αφού χωρίς σταθερό κλίμα δεν υπάρχουν ούτε ασφαλείς κοινωνίες ούτε βιώσιμες οικονομίες, και κατά συνέπεια ο περιβαλλοντικός πυλώνας απέκτησε προβάδισμα. Άλλωστε, η πράσινη μετάβαση δεν είναι μόνο ένα οικολογικό πρόταγμα, αλλά και ένα σχέδιο οικονομικής και γεωπολιτικής αυτονομίας.

Οι ΑΠΕ υποκαθιστούν εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα, ενισχύοντας την ενεργειακή ασφάλεια, ενώ το κόστος των σχετικών τεχνολογιών πέφτει σταθερά, κάνοντας την καθαρή ενέργεια ολοένα πιο ανταγωνιστική σε σχέση με τον ηλεκτρισμό από άνθρακα ή φυσικό αέριο.

Την κρισιμότητα του κλίματος αναδεικνύει και η διαρκώς αυξανόμενη «κλιματική νομολογία», από την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση Verein Klimaseniorinnen μέχρι τη γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου για το κλίμα τον Ιούλιο του 2025. Ακόμη και μέσα στην ενεργειακή κρίση μετά την πανδημία και την εισβολή στην Ουκρανία, το δίκαιο της ενέργειας δεν εγκατέλειψε την κλιματική προστασία ως θεμελιώδη προσανατολισμό.

Σήμερα όμως η εικόνα σκοτεινιάζει. Η αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης στις ΗΠΑ, η αιματηρή σύρραξη στη Μέση Ανατολή και η γενικευμένη γεωπολιτική αστάθεια τροφοδοτούν φόβους για την επάρκεια εφοδιασμού και για νέο κύμα ακρίβειας στην ενέργεια.

Σε αυτό το κλίμα, επανέρχονται δυναμικά στο προσκήνιο η εγχώρια εξόρυξη υδρογονανθράκων, η ανάπτυξη νέων υποδομών μεταφοράς ορυκτών καυσίμων – όπως ο «κάθετος διάδρομος» – και η πίεση να μην αυξηθούν οι φόροι άνθρακα. Οι ισορροπίες που θεωρήσαμε κατάκτηση προς τον στόχο της κλιματικής ουδετερότητας αρχίζουν να υποχωρούν.

Όμως η κλιματική κρίση δεν είναι μια ακόμη πολιτική «γραμμή» που μπορεί να αλλάζει ανάλογα με τη συγκυρία. Η αποσταθεροποίηση του κλίματος σημαίνει ανεπανόρθωτη ζημιά, χωρίς δυνατότητα διόρθωσης για τις επόμενες γενιές. Αν θέλουμε πραγματικά να προστατεύσουμε το δημόσιο συμφέρον στον τομέα της ενέργειας, χρειαζόμαστε μια ισχυρή, μόνιμη δικλίδα ασφαλείας: μια ειδική συνταγματική διάταξη που θα θωρακίζει την προστασία του κλίματος από τις εναλλαγές της εκάστοτε πολιτικής συγκυρίας.