Στο νέο έντυπο Ε9 υπάρχει ειδική μέριμνα ώστε το κάθε ακίνητο ανάλογα με την κατηγορία που ανήκει να δηλώνεται ξεχωριστά ώστε να προχωρήσει το υπουργείο Οικονομικών στη διαμόρφωση ενός αναλυτικού περιοσιολογίου για κάθε πολίτη και για κάθε επιχείρηση. Η μεγαλύτερη κατηγορία ακινήτων αφορά τα κτίσματα τα οποία σύμφωνα με τη δήλωση περιουσιακής κατάστασης ακινήτων διαχωρίζονται στις εξής σημαντικές κατηγορίες:
Μονοκατοικία: Είναι το μοναδικό κτίσμα, προορισμένο για κατοικία, που βρίσκεται μέσα σε οικόπεδο ή γήπεδο ή κάθετη ιδιοκτησία και αποτελεί μία μόνο κατοικία, με τους βοηθητικούς της χώρους, που μπορεί να εκτείνεται σε έναν ή σε περισσότερους ορόφους, οι οποίοι επικοινωνούν μεταξύ τους και έχουν ενιαία λειτουργική ενότητα. Στις περιπτώσεις που η μονοκατοικία εκτείνεται σε περισσότερους του ενός ορόφους, ως όροφος αναγράφεται ο υψηλότερος.
Κατοικία ή διαμέρισμα: Είναι κάθε κτίσμα, προορισμένο για τον σκοπό αυτόν, μαζί με τα παρακολουθήματά του, το οποίο δεν είναι μονοκατοικία. Κατοικία ή διαμέρισμα που αποτελείται από περισσότερες της μιας αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, σύμφωνα με τον τίτλο κτήσης, με αποκλειστικά ενιαία λειτουργική ενότητα, η οποία εκτείνεται σε περισσότερους από έναν ορόφους, αναγράφεται σε μία γραμμή. Στις περιπτώσεις που η κατοικία ή το διαμέρισμα εκτείνεται σε περισσότερους του ενός ορόφους, ως όροφος αναγράφεται ο υψηλότερος.
Επαγγελματική στέγη: Είναι το κτίσμα, με τους βοηθητικούς του χώρους, το οποίο ενδεικτικά χρησιμοποιείται ως κατάστημα ή γραφείο και δεν εντάσσεται στις περιπτώσεις δ’, ε’, στ’, ζ’, η’ και θ’ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της υπ’ αριθμ. 1129485/479/3.12.1996 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ειδικά κτίρια), με τις προϋποθέσεις που ορίζονται σε αυτήν.
Γεωργική ή κτηνοτροφική αποθήκη: Είναι το κτίσμα στο οποίο φυλάσσονται ζωοτροφές, σπόροι, γεωργικά εργαλεία και μηχανήματα ή τα κτίρια που στεγάζουν ζώα και στα οποία εκτελούνται απλές εργασίες εκτροφής και γενικά φροντίδας ζώων.
Αποθήκη: Ορίζεται ο αποθηκευτικός χώρος, σύμφωνα με την άδεια οικοδομής και τη χρήση του, οποιουδήποτε μεγέθους, που αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία και δεν εντάσσεται στην κατηγορία των γεωργικών ή κτηνοτροφικών αποθηκών, ανεξάρτητα από τον όροφο στον οποίο βρίσκεται.
Θέση στάθμευσης: Ορίζεται ο ιδιωτικός χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων, στεγασμένος ή υπαίθριος, όπως προσδιορίζεται είτε από την οικοδομική άδεια είτε από τον τίτλο κτήσης, που αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία.
Σταθμός αυτοκινήτων: Ορίζεται ο σταθμός αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, μετά των παραρτημάτων του, ο οποίος διαθέτει αντίστοιχη οικοδομική άδεια ειδικού κτιρίου και άδεια λειτουργίας. Στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει άδεια οικοδομής ειδικού κτιρίου, αποδεικτικό στοιχείο της χρήσης μπορεί να αποτελεί κάθε πρόσφορο δημόσιο έγγραφο.
Βιομηχανικό – βιοτεχνικό κτίριο: Είναι το κτίριο που διαθέτει αντίστοιχη οικοδομική άδεια ειδικού κτιρίου και άδεια λειτουργίας, μετά των παραρτημάτων του. Επίσης βιομηχανικό – βιοτεχνικό κτίριο θεωρείται το κτίσμα στο οποίο πραγματοποιείται μαζική διαλογή, συσκευασία ή μεταποίηση αγροτικών προϊόντων ή οργανωμένη συλλογή, επεξεργασία και μεταποίηση κτηνοτροφικών προϊόντων, σφαγείων και γενικά οργανωμένες γεωργοκτηνοτροφικές μονάδες, καθώς και τα ψυγεία-αποθήκες.
Τουριστική εγκατάσταση, νοσηλευτήριο και ευαγές ίδρυμα: Είναι το κτίριο που διαθέτει αντίστοιχη οικοδομική άδεια ειδικού κτιρίου και άδεια λειτουργίας, μετά των παραρτημάτων του.
Εκπαιδευτήριο: Είναι το κτίριο που διαθέτει αντίστοιχη οικοδομική άδεια ειδικού κτιρίου και άδεια λειτουργίας, μετά των παραρτημάτων του.
Αθλητική εγκατάσταση: Είναι το κτίριο που διαθέτει αντίστοιχη οικοδομική άδεια ειδικού κτιρίου και άδεια λειτουργίας, μετά των παραρτημάτων του.
Ειδικά κτίσματα της περ. θ της παραγράφου 1 του άρθρου 2 της υπ’ αριθ. 1129485/479/3.12.1996 απόφασης του υπουργού Οικονομικών (ειδικά κτίρια που δεν εντάσσονται σε άλλη κατηγορία ειδικού κτιρίου) ορίζονται τα μουσεία, θέατρα, κινηματογράφοι, συνεδριακά κέντρα, αίθουσες διαλέξεων, συναυλιών, εκθεσιακά κέντρα και γενικά κτίσματα που δεν εντάσσονται στις προηγούμενες κατηγορίες και διαθέτουν αντίστοιχη οικοδομική άδεια ειδικού κτιρίου.

Ημιυπόγειοι χώροι και πατάρια: Ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να δοθεί στη δήλωση των ημιυπόγειων χώρων καθώς αυτοί αναγράφονται ως ισόγειοι, εκτός αν υπάρχει βεβαίωση της αρμόδιας Πολεοδομικής Υπηρεσίας ότι αυτοί είναι υπόγειοι, και ο ημιώροφος αναγράφεται ως πρώτος όροφος. Το πατάρι προστίθεται στην επιφάνεια του κύριου ή βοηθητικού χώρου ανάλογα με τη χρήση του.

Τα οικόπεδα, τα αγροτεμάχια και το δικαίωμα υψούν
Χιλιάδες είναι οι φορολογούμενοι που κατά τη συμπλήρωση του εντύπου Ε9 είτε δηλώνουν το οικόπεδο στο έντυπο Ε9 ως αγροτεμάχιο είτε το αγροτεμάχιο ως οικόπεδο. Αυτό είναι ένα από το πιο συνηθισμένα λάθη τα οποία όμως με την επιβολή φόρου ακινήτου στα οικόπεδα και τα αγροτεμάχια μπορουν να οδηγήσουν σε πολύ μεγάλη φορολογική επιβάρυνση. Για το λόγο αυτό το υπουργείο Οικονομικών ξεκαθαρίζει το τοπίο για το που πρέπει να δηλωθούν τα συγκεκριμένα ακίνητα. Επίσης, γίνεται σαφής αναφορά στο θέμα του υψούν καθώς πολλοί είναι εκείνοι που ποτέ δεν το έχουν αναγράψει στο έντυπο Ε9.
Οικόπεδο – γήπεδο: Για τις ανάγκες συμπλήρωσης της δήλωσης στοιχείων ακινήτων, οικόπεδο είναι το γεωτεμάχιο εντός σχεδίου πόλης ή οικισμού και γήπεδο είναι το γεωτεμάχιο εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού.
Δικαίωμα υψούν: Το δικαίωμα υψούν, το οποίο έχει δημιουργηθεί ως αυτοτελής ιδιοκτησία με συμβολαιογραφικό έγγραφο, αναγράφεται ως οικόπεδο με το ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου. Στις περιπτώσεις αυτές δεν συμπληρώνεται η συνολική επιφάνεια των κτισμάτων που υπάρχουν στο οικόπεδο.
Αν όμως το δικαίωμα υψούν στο συμβολαιογραφικό έγγραφο αναφέρεται με χιλιοστά στον «αέρα» του οικοπέδου, σε προσδοκώμενη αλλά αβέβαιη δυνατότητα δόμησης (αν αυξηθεί μελλοντικά ο συντελεστής δόμησης), τότε στη στήλη των ειδικών συνθηκών της δήλωσης (Στήλη 10) αναγράφεται ότι το οικόπεδο δεν είναι οικοδομήσιμο και δεν μπορεί να τακτοποιηθεί.
Αν υπάρχει κάθετη ιδιοκτησία επί οικοπέδου, στη δήλωση στοιχείων ακινήτων αναγράφεται ως επιφάνεια του οικοπέδου το σύνολο των τετραγωνικών μέτρων του οικοπέδου (και όχι της καθέτου) και ως ποσοστό συνιδιοκτησίας το ποσοστό επί του οικοπέδου που αντιστοιχεί στην κάθετη ιδιοκτησία. Στην περίπτωση αυτή συμπληρώνεται η στήλη της συνολικής επιφάνειας κτισμάτων στο οικόπεδο με τα τετραγωνικά μέτρα των κτισμάτων που βρίσκονται σε όλες τις κάθετες ιδιοκτησίες.
Αγρός μονοετούς καλλιέργειας: Είναι το αγροτεμάχιο – γήπεδο που καλλιεργείται με ετήσια φυτά, η έκταση εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού που καλύπτεται από θερμοκήπια ή αποτελεί τεχνητό βοσκότοπο, καθώς και αυτή που τελεί υπό αγρανάπαυση. Στην κατηγορία αυτή ανήκει και η έκταση εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού που μπορεί να καλλιεργηθεί αλλά έχει παραμείνει ακαλλιέργητη.
Αγρός πολυετούς καλλιέργειας ή δενδρώνας: Είναι το αγροτεμάχιο – γήπεδο που καλύπτεται από συστηματική καλλιέργεια με δενδρώδη φυτά, με εμπορεύσιμους καρπούς ή ξυλεία, με πυκνότητα τουλάχιστον 8 δένδρων ανά στρέμμα. Στην κατηγορία αυτή υπάγονται και οι αμπελώνες. Γήπεδο που έχει διάσπαρτα δέντρα λιγότερα από 8 ανά στρέμμα θεωρείται αγρός μονοετούς καλλιέργειας.
Βοσκότοπος και χέρσα μη καλλιεργήσιμη έκταση: Είναι το αγροτεμάχιο – γήπεδο που δεν έχει ποτέ καλλιεργηθεί λόγω της φύσεως του εδάφους. Στους βοσκότοπους υπάγονται και οι χέρσες εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού οι οποίες είναι επικλινείς, βραχώδεις, διαβρωμένες από τα φυσικά φαινόμενα και δεν μπορούν να αποδοθούν στην καλλιέργεια, καθώς και οι χωματερές απόθεσης απορριμμάτων.
Δασικές: θεωρούνται οι εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως τέτοιες βάσει της υφιστάμενης νομοθεσίας.
Μεταλλευτική ή λατομική έκταση: Είναι το γήπεδο στο οποίο πραγματοποιείται εκμετάλλευση εξόρυξης, επιφανειακής ή υπόγειας, λατομικών προϊόντων ή μεταλλευμάτων, εφόσον υπάρχει σχετική άδεια λειτουργίας από την αρμόδια υπηρεσία.
Υπαίθρια έκθεση και χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων: θεωρείται το γήπεδο που χρησιμοποιείται για την έκθεση ή την απόθεση εμπορευμάτων, για τη στάθμευση αυτοκινήτων, καθώς και για αναψυχή.
Αρδευόμενες: Θεωρούνται οι εκτάσεις εκτός σχεδίου πόλης ή οικισμού που αρδεύονται με γεώτρηση ή με οποιοδήποτε (δημόσιο ή ιδιωτικό) αρδευτικό σύστημα ή συνορεύουν με ποτάμι, λίμνη κτλ. και αρδεύονται από αυτά. Δεν θεωρούνται αρδευόμενες οι εκτάσεις που εξυπηρετούνται με μεταφορά νερού με βυτίο ή από δίκτυο πόσιμου νερού.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ