Μπορούμε να δούμε τα πολιτικά κόμματα μέσα από το πρίσμα της ιδέας των «εμφωλευμένων παιγνίων» (ένας όρος του Γιώργου Τσεμπελή, καθηγητή στο UCLA). Κάθε κομματική ηγεσία παίζει ταυτόχρονα σε δύο γήπεδα: σε αυτό απέναντι στις άλλες ηγεσίες και σε αυτό απέναντι στα μέλη και στους κοντινούς φίλους του κόμματος, αυτό που διασταλτικά θα αποκαλούσαμε «βάση». Ο στόχος των ηγεσιών είναι πρωτίστως να παραμείνουν ηγεσίες και των βάσεων να προωθήσουν τα συμφέροντά τους. Αυτό μεταφράζεται συνήθως σε πιο διαλλακτική στάση των ηγεσιών και σε πιο σκληρή στάση των βάσεων. Οι βάσεις είναι βέβαια πάντα πολυπληθέστερες και αυτή η διαφορά έχει σημασία, ιδίως όταν εκβάλλει στους εσωκομματικούς συσχετισμούς.
Πρόσφατα είδαμε δύο διαδοχικές εκφάνσεις του παραπάνω φαινομένου, κατά σειρά στη Νέα Αριστερά και στο ΠΑΣΟΚ, με την ίδια κατάληξη: την επικράτηση των «αδιάλλακτων». Στη ΝεΑρ, η απερχόμενη ηγεσία, υπό τον Αλέξη Χαρίτση, εκπροσωπούσε τη διαλλακτική στάση, αυτή που άνοιγε την πόρτα σε συνεργασίες δυνητικά με όλες τις δυνάμεις που βρίσκονται από το κέντρο και αριστερά, στη βάση ενός «μίνιμουμ προγράμματος». Η στάση αυτή αποδείχτηκε μειοψηφική και ηττήθηκε από τους αδιάλλακτους, που, υπό την ηγεσία πλέον του Γαβριήλ Σακελλαρίδη, θέλουν ένα κόμμα λιγότερο «θολό» και έξω από «κεντρώα και κεντροαριστερά σενάρια». Η ΝεΑρ αυτή τη στιγμή είναι ένα κόμμα που δεν θέλει να βλέπει προς το κέντρο.
Στο δε ΠΑΣΟΚ, η στάση που επικράτησε στο πρόσφατο συνέδριο είναι αντίστοιχη: δεν θέλουν να βλέπουν προς τα δεξιά, προς μια πιθανή συγκυβέρνηση με τη ΝΔ δηλαδή, αλλά ούτε και προς τα αριστερά. Βρισκόμαστε, λοιπόν, σε μια στιγμή που στα εσωτερικά παίγνια δύο κομμάτων έχουν επικρατήσει τα αδιάλλακτα στρατόπεδα. Και στις δύο περιπτώσεις, ωστόσο, υπάρχουν «δαίμονες» που ουσιαστικά υπαγορεύουν τις εξελίξεις απλώς δια της παρουσίας τους. Ο δαίμονας της ΝεΑρ είναι ο Αλέξης Τσίπρας και του ΠΑΣΟΚ ο Κυριάκος Μητσοτάκης αφενός και οι αριστεροί «λαικιστές» αφετέρου. «Πώς να συνεργαστούμε με αυτόν που πρόδωσε τις
ελπίδες μια ολόκληρης παράταξης και φτιάχνει προσωποπαγείς μηχανισμούς;» λένε οι μεν. «Πώς να συνεργαστούμε με αυτόν που παρακολουθούσε τον αρχηγό μας και που την τελευταία φορά η αντίστοιχη συνεργασία σχεδόν μας εξαΰλωσε ή με τους λαϊκιστές που ήθελαν να μας βγάλουν από την ΕΕ;» λένε οι δε. Και είναι αυτή η δαιμονοποίηση που πρωτίστως κινεί (ή ακινητοποιεί) την πολιτική τους και την καθορίζει στον βραχύ χρόνο μέχρι τις επόμενες εκλογές. Γιατί δεν υπάρχει ρεαλιστικά η πιθανότητα συγκρότησης από τη Νέα Αριστερά «ενός ενωτικού πόλου με αριστερό πρόσημο, που θα ρίξει την καταστροφική κυβέρνηση Μητσοτάκη», όπως διατείνεται η τελευταία απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής. Ούτε βέβαια είναι ρεαλιστικό το ενδεχόμενο το ΠΑΣΟΚ να καλύψει τη γιγαντιαία διαφορά που το χωρίζει με τη ΝΔ δημοσκοπικά και να κερδίσει τις εκλογές «έστω και με μία ψήφο», όπως κατέληξε το πρόσφατο συνέδριο. Τέτοιες δηλώσεις είναι προφανές ότι αποδέχονται την επικυριαρχία της ΝΔ, θεωρούν σίγουρη τη νίκη της στις επόμενες εκλογές και εντάσσονται στο πλαίσιο του παιγνίου ικανοποίησης μιας αδιάλλακτης βάσης, η οποία επιβάλλεται στο κόμμα, μόνιμα ή πρόσκαιρα.
Το αν πρόκειται για στρατηγικές που θα επιβιώσουν μένει να το δούμε (περισσότερο πιθανό για τη ΝεΑρ, λιγότερο για το ΠΑΣΟΚ). Ωστόσο, η πολιτική της αρνητικής τοποθέτησης, το να πολιτεύεται κανείς με βάση κυρίως μια αρνητική στάση, δεν παράγει σχεδόν ποτέ θετικά αποτελέσματα. Πώς θα χτίσεις ταυτότητα, έστω και με ορίζοντα μακρύτερο από τις επόμενες εκλογές, στη σκιά ενός «δαίμονα»; Ίσως μόνο ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή ο δαίμονας θα εκλείψει και θα ανασάνεις. Εντωμεταξύ, η πειστικότητά σου είναι περιορισμένη έξω από τα στενά όρια της βάσης σου, επειδή τα παραπάνω δεν αφορούν την κοινωνία. Επιπλέον, στα δύο κόμματα εκτυλίσσεται και ένα τρίτο παίγνιο:
Για το καρτελοποιημένο ΠΑΣΟΚ είναι το παίγνιο των στελεχών που πάντα θα προτιμούν τους υπουργικούς θώκους περισσότερο από την ικανοποίηση κοινωνικών αιτημάτων. Μην ξεχνάμε ότι την τελευταία επταετία οι υπουργοί και τα υψηλά ιστάμενα κυβερνητικά στελέχη που προέρχονται από το ΠΑΣΟΚ – και δεν έχουν κανένα πρόβλημα με δαίμονες – είναι κυριολεκτικά δεκάδες.
Για τη ΝεΑρ, το πρόσθετο παίγνιο είναι αυτό με το εκλογικό σώμα που έχει γυρίσει την πλάτη στο κόμμα. Άλλωστε στα αριστερά υπάρχει ήδη ένα κατεξοχήν «μη-θολό» κόμμα που είναι κραταιό μεταξύ όσων δεν ρίχνουν νερό στο κρασί τους. Χαρακτηριστικό των προβλημάτων της δαιμονοποίησης είναι ότι η απόφαση της κεντρικής επιτροπής, υπό τη νέα ηγεσία, αναφέρεται ρητά στην αναιμική επιρροή του κόμματος στους νέους έως 25 ετών-σε ψηφοφόρους που ήταν νήπια στα χρόνια της διακυβέρνησης Τσίπρα. Εδώ θα πρέπει να αναλογιστούμε και ένα θέμα ταμπού για την ανανεωτική και ριζοσπαστική αριστερά: ποια είναι η κοινωνική, μορφωτική, ταξική αντιστοιχία των στελεχών του κόμματος με τους ψηφοφόρους και τα κοινωνικά στρώματα που φιλοδοξούν να εκπροσωπήσουν. Μήπως οι τελευταίοι επείγονται για την έξοδο της κυβέρνησης Μητσοτάκη περισσότερο από τους πρώτους και δεν ασχολούνται με δαίμονες;
Σε κάθε περίπτωση, μένει να φανεί αν η πολιτική που κυριαρχείται από την αντίσταση σε πάσης φύσεως «δαίμονες» αποδυναμώνει ή τελικά ενισχύει τους τελευταίους, σε μια κοινωνία που θέλει επείγουσες λύσεις, σε πολλαπλά επίπεδα.
Ο κ. Γιάννης Τσίρμπας είναι Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.



