Στα γυρίσματα της νέας ταινίας «Δεξιώσεις» του Φίλιππου Τσίτου, ο Χρήστος Βαλαβανίδης μιλούσε για την εποχή μας με εκείνη τη χαρακτηριστική μίξη ειρωνείας και στοχασμού που τον συνόδευε σε όλη του τη ζωή. «Ζούμε σε μια άγρια εποχή», μας είχε πει τότε, σαν να παρατηρούσε από απόσταση έναν κόσμο που είχε αλλάξει δραματικά από τότε που ο ίδιος πρωτοβγήκε στη σκηνή. «Δεν θέλει και πολλά άλλα γεγονότα να συμβούν για να καταλάβουμε ότι η εποχή μας είναι άγρια. Εχουμε δίπλα μας έναν πόλεμο θηριώδη κι άλλον έναν πόλεμο προς τα κάτω…».

Δύο περίπου χρόνια μετά από εκείνη τη συνάντηση στο Καφέ Λαοκράτης, στον Νέο Κόσμο, ο Χρήστος Βαλαβανίδης δεν είναι πια εδώ, «νικημένος» από τα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα. Ο υπόλοιπος…κόσμος παραμένει το ίδιο άγριος, όπως ακριβώς τον είχε χαρακτηρίσει περιμένοντας στωικά τη σειρά του για να βρεθεί μπροστά από την κάμερα ερμηνεύοντας τον ρόλο του: ένας απολυμένος Πρόεδρος Εφετών προσφέρεται για ψευδομάρτυρας σε διάφορες δίκες. Ο ρόλος αυτός έμελε να είναι το κύκνειο άσμα του Χρήστου Βαλαβανίδη στον κινηματογράφο – η ταινία για μία παράξενη παρέα «δεξιωσάκηδων» που τρυπώνει σε δεξιώσεις με στόχο το τζάμπα φαγητό, αναμένεται να βγει στις αίθουσες.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης στα γυρίσματα των «Δεξιώσεων» του Φίλιππου Τσίτου το 2024.

Από τον (αυτο)σαρκασμό στο δράμα

Με περισσότερα από 50 χρόνια στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, ο Βαλαβανίδης υπήρξε ένας από τους πιο ιδιαίτερους και ανήσυχους ηθοποιούς της γενιάς του: αιχμηρός, πολιτικός, συχνά αυτοσαρκαστικός. Ένας καλλιτέχνης που δεν δίσταζε να συγκρουστεί, να ειρωνευτεί, να κάνει χιούμορ ακόμα και με το γεγονός ότι άρρωστος. «Είναι σοβαρό, αλλά δεν είναι θανατηφόρο… ακόμα», είχε πει χαρακτηριστικά. Ο θάνατός του σε ηλικία 82 ετών κλείνει μια μακρά διαδρομή σε κάθε φάσμα της τέχνης του κατά τη διάρκεια της οποίας ο ίδιος κατάφερε να κατακτήσει έναν σπάνιο συνδυασμό λαϊκής σάτιρας με μια βαθιά, σχεδόν υπαρξιακή ματιά πάνω στην κοινωνία.

Υπήρξε ένας ηθοποιός με έντονη προσωπικότητα. Δεν δίσταζε να συγκρουστεί και να εκφράσει δημόσια την άποψή του για πρόσωπα και πεπραγμένα και να υπερασπιστεί αυτό που θεωρούσε ουσία της θεατρικής τέχνης.

Τα χρόνια της τηλεόρασης

Με τη δυνατή χαρακτηριστική φωνή του που εναλασσόταν ανάμεσα στον σαρκασμό και την ευαισθησία, ο Βαλαβανίδης κατάφερε να κινηθεί με άνεση από την κωμωδία και τη σάτιρα μέχρι πιο απαιτητικούς δραματικούς ρόλους.

Η φωνή του τον «ταξίδεψε» από τη σκηνή και το σινεμά μέχρι τις εκπομπές του στο ραδιόφωνο (για λίγο και με τον Κωνσταντίνο Τζούμα) και την πληθωρική του παρουσία στην ελληνική τηλεόραση.

«Οι αυθαίρετοι» έγραψαν ιστορία στην ιδιωτική τηλεόραση:  Θέμης Μάνεσης, Νατάσα Τσακαρισιάνου, Μανώλης Πουλιάση, Χρήστος Βαλαβανίδης, Εμμανουέλα Αλεξίου, Λυδία Λένωση.

Χάρη στην τηλεόραση έγινε γνωστός και αγαπητός σε κάθε σπίτι επί τέσσερις δεκαετίες: από τα πρώτα βήματα της ασπρόμαυρης ΥΕΝΕΔ με τη Γειτονιά Μας (1972) όπου έκανε το ντεμπούτο του και το Μινόρε της Αυγής (1983) του Φώτη Μεσθεναίου για το ρεμπέτικο τραγούδι όπου ερμήνευσε υποδειγματικά τον «λαϊκό γκέι» του ρεμπέτικου αλλά και την σειρά του Γιάννη Σμαραγδή Σιγά η Πατρίδα Κοιμάται (1989), με την συνέργεια πολλών προσωπικοτήτων τότε του θεάτρου αλλά και των γραμμάτων, μέχρι τους σαρωτικούς Αυθαίρετους (1989), τη θρυλική σειρά του MEGA και της ιδιωτικής τηλεόρασης από τον Νίκο Κουτελίδακη που αποτύπωσε τον σκληροπυρηνικό κομματισμό των ’90s και τον νεοπλουτισμό της εποχής και τις εμφανίσεις του στις κωμικές Τρεις Χάριτες (1991) και τα σημαντικότερα αστυνομικά σίριαλ (Ανατομία ενός εγκλήματος, Τμήμα Ηθών, Νυχτερινό Δελτίο) μέχρι το Κόκκινο Δωμάτιο (2007) των Αλέξανδρου Ρήγα και Δημήτρη Αποστόλου, υπήρξε σαρωτικός.

«Το Μινόρε της αυγής»

«Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα»

Ο Βαλαβανίδης υπήρξε και ροκ. Χάρη στη ζωτικότητα των ερμηνειών του, την πάσης φύσεως προσαρμοστικότητά του, βγήκε αλλώβητος ακόμα και από την περίοδο που συμμετείχε σε βιντεοταινίες, τότε στα ’80s. Παιδί μιας «γενιάς» που αμφισβητούσε την πολιτική, τα κόμματα και την εξουσία – εκεί γύρω στα τέλη της δεκαετίας του ’70 – ο Βαλαβανίδης, άσσος στον αυτοσχεδιασμό, απόφοιτος της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου και πάντοτε δημιουργικός, άρχισε να πλάθει στη μεγάλη οθόνη φοβερούς χαρακτήρες.

«Κέντησε» στη «Λούφα και Παραλλαγή» (1984) του Νίκου Περάκη σε μία μόνο σκηνή υποδυόμενος των αξιωματικό της χούντας, έπαιξε στην εμβληματική «Φωτογραφία» (1984) του Νίκου Παπατάκη, αλλά και στις κωμωδίες που βγήκαν στις αίθουσες στις αρχές των ’00s – «Πάμπτωχοι Α.Ε.» (2000) του Αντώνη Κόκκινου και το «Το Κλάμα Βγήκε απ’ τον Παράδεισο» (2001) των Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου.

Κορυφαία στιγμή της κινηματογραφικής πορείας του θα είναι για πάντα τα «Κουρέλια Τραγουδάνε Ακόμα» του Νίκου Νικολαΐδη από το 1979. Το βραβείο Α΄ Ανδρικού Ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, είναι η μεγάλη του στιγμή και αναγνώριση στο ελληνικό σινεμά. Μέσα από την ιστορία μιας παρέας της γενιάς του ’50-’60 που συναντιέται ξανά στα 40 της σε μια ατμόσφαιρα ενδεικτική των μεταπολεμικών παθών και αμφισβητήσεων, ο Βαλαβανίδης έδειξε την μοναδική του ικανότητα να δίνει στην οθόνη ζωή και βάθος στον συναισθηματικό πυρήνα των χαρακτήρων του.

Με τον Κωνσταντίνο Τζούμα στην ταινία «Τα κουρέλια τραγουδάνε ακόμα»

«Είμαι ο Χρήστος (…) το πιο παλιό κουρέλι της παρέας» είναι η ατάκα που σημάδεψε τον ρόλο του Βαλαβανίδη και έγινε δημοφιλής μέσα στο πέρασμα του χρόνου, αντικατοπτρίζοντας την αντισυμβατικότητα και το πνεύμα εκείνης της «χαμένης γενιάς».

YouTube thumbnail

Θέατρο

Από την υποκριτική ως την λογοτεχνία, ο Χρήστος Βαλαβανίδης διέσχισε μια παράλληλη διαδρομή που περιείχε δύο ποιητικές συλλογές και μία αναδρομή ποιητική έκδοση. Η ποίηση του είχε έντονη προφορικότητα, πολιτική και κοινωνική ματιά, αυτοσαρκασμό, όπως και στον δημόσιο λόγο του. Είχε επίσης θεατρική ένταση.

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης στην επιθεώρηση «Για μια τρελλάδα νέα» του Παντελή Βούλγαρη στο Θέατρο Παρκ (1989).

Παρά τη δημοφιλία του στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο, ο ηθοποιός έμενε πιστός στο θέατρο, θεωρώντας το την πραγματική του «πατρίδα». Ήταν ο τόπος που υπήρξε ανήσυχος και αιχμηρός. Από την αποφοίτησή του το 1973 από τη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου έως τις τελευταίες εμφανίσεις του, η σκηνή ήταν για εκείνον «τρόπος να αντέχεις τη ζωή». Η πορεία του κάλυψε όλο το φάσμα του ελληνικού θεάτρου: αρχαίο δράμα, κλασικές τραγωδίες, σύγχρονο έργο, σατιρικές επιθεωρήσεις και μιούζικαλ.

Από την παράσταση «Σφήκες» (2008) στο Ηρώδειο σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου.

Από τις πρώτες του εμφανίσεις συμμετείχε σε παραστάσεις αρχαίου δράματος, όπως ο «Οιδίπους Τύραννος» και η «Ηλέκτρα», όπου ανέδειξε την έντονη φωνή και την αφοσίωσή του στη σκηνή.

Τη δεκαετία του ’80, συνεργάστηκε με θιάσους σύγχρονου και σατιρικού θεάτρου, σε έργα όπως «Οι Φτωχοί Α.Ε.» και παραστάσεις επιθεώρησης, όπου η κωμωδία συνδυαζόταν με κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο. Η αυτοσαρκαστική του διάθεση και η ικανότητά του να μεταφέρει με φυσικότητα τον ψυχισμό των χαρακτήρων τον καθιέρωσαν ως αξιόπιστο και αγαπητό συνεργάτη. Όπως συνήθιζε να λέει: «Ο ηθοποιός πρέπει να έχει μέσα του οργή. Αν δεν έχει, δεν έχει τίποτα να πει».

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές των ’90, ο Βαλαβανίδης συμμετείχε σε κωμικά έργα και μιούζικαλ, δοκιμάζοντας κάθε φορά διαφορετικά στιλ και αυτοσχέδιες προσεγγίσεις, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν με νέους σκηνοθέτες, όπως ο Αλέξανδρος Ρήγας, σχολιάζοντας συχνά: «Ο διάλογος με τους συνεργάτες πάνω στη σκηνή είναι πιο σημαντικός από τα λόγια στο χαρτί».

Από μηχανής θέατρο

Το 1996, μαζί με τη σύζυγό του, την ηθοποιό Ασπασία Κράλλη, ίδρυσαν το «Από Μηχανής Θέατρο». Οι δυο τους μετέτρεψαν ένα παλιό εργοστάσιο στο Μεταξουργείο σε ζωντανό χώρο δημιουργίας, φιλοξενώντας παραστάσεις σύγχρονου ρεπερτορίου και πειραματικές παραγωγές.

«Ο χώρος είναι το ίδιο σημαντικός με τον ηθοποιό· μαζί αναπνέουν τη ζωή της σκηνής», περιέγραφε ο Χρήστος Βαλαβανίδης.

Προσωπική ζωή

Ο Χρήστος Βαλαβανίδης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Μαΐου 1944, σε μια εποχή όπου η πόλη ζούσε κάτω από τη σκιά της γερμανικής κατοχής.

Μεγαλώνοντας στην πρωτεύουσα, ανακάλυψε νωρίς την αγάπη του για τη σκηνή και την υποκριτική, που τον οδήγησε στην εισαγωγή του στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου.

Με την κόρη του Κατερίνα. Από το αρχείο του «Β».

Πίσω από τη σκηνή και την κάμερα, ο Βαλαβανίδης είχε πάντα το στήριγμα της οικογένειάς του. Με την Ασπασία Κράλλη μοιράστηκε δεκαετίες ζωής και συμπόρευσης στην τέχνη, μαζί μεγάλωσαν την κόρη τους, Κατερίνα, η οποία αποτελούσε πηγή έμπνευσης και χαράς για εκείνον. Οι οικογενειακοί δεσμοί του εκτείνονταν και στην ευρύτερη καλλιτεχνική του οικογένεια, καθώς ήταν συγγενής με την ηθοποιό Νένα Μεντή.