Τα τελευταία χρόνια, το φαντασιακό της γνωσιοποίησης (cognification) όχι μόνο έχει «νομιμοποιηθεί» αλλά και γνωρίζει ευρεία διάδοση. Πρόκειται για το τεχνο-φιλικό αφήγημα ότι όλα όσα ήταν κάποτε ασύνδετα και «χωρίς ευφυΐα» γίνονται πλέον συνδεδεμένα και «έξυπνα» όπως, λόγου χάρη, οι οργανισμοί, οι υπηρεσίες, οι συναλλαγές, τα φάρμακα και οι ιατρικές συσκευές, οι πόλεις, τα αγροκτήματα και η γεωργία, τα αυτοκίνητα, τα μεταφορικά εμπορευματοκιβώτια κ.λπ.
Αυτό που υποτίθεται ότι γίνεται ολοένα και πιο «έξυπνο» είναι κυρίως η υπολογιστική τεχνολογία και, ειδικότερα, τα νέα μοντέλα τεχνητής νοημοσύνης (π.χ., τα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα), τα οποία είναι ικανά να προγραμματίζουν, να συνθέτουν, να συνομιλούν και να δημιουργούν.
Ωστόσο, πρόσφατες επιστημονικές έρευνες και μελέτες δείχνουν με ενάργεια ότι η εισροή πληροφορίας/ γνώσης στα μοντέλα αυτά (άρα και στους οργανισμούς ή στις υπηρεσίες που τα χρησιμοποιούν), συχνά, δεν οδηγεί σε γνωσιοποίηση ή γνωσιακή διεύρυνση.
Παραδόξως, οδηγεί σε στένωση (narrowing) ικανοτήτων ή απογύμνωση ρεαλιστικής γνώσης και γνωσιακών (απογνωσιοποίηση). Πιο συγκεκριμένα, οι μηχανές τεχνητής νοημοσύνης, στη διεπαφή με τον άνθρωπο, τείνουν να επικροτούν τις απόψεις του χρήστη, αλλά και να αντικατοπτρίζουν τον εαυτό τους και όχι την πραγματικότητα.
Τούτο αποδεδειγμένα έχει ως κίνδυνο –πέρα από τις «παραισθήσεις» (hallucinations), τη «διανοητική παχυσαρκία» (intellectual obesity), τον αλγοριθμικό εθισμό (ιδίως στις μικρότερες ηλικίες), την ατροφία ποιοτικής/κριτικής σκέψης και την κοινωνική απάθεια, την πληροφοριακή χειραγώγηση, την παραπληροφόρηση και τα deepfakes– την εκτεταμένη έκλειψη της πρωτοτυπίας (η κατάσταση θυμίζει αίθουσα με καθρέφτες όπου κάθε αντανάκλαση είναι πιο αμυδρή από την προηγούμενη) και τη λεγόμενη «κατάρρευση μοντέλου»: η αναδρομική εκπαίδευση προκαλεί μη αναστρέψιμη μείωση της απόδοσης.
Σημειωτέον ότι ο παγκόσμιος τεχνολογικός ανταγωνισμός επιταχύνει αυτή την «εκφυλιστική» διαδικασία γνωσιακής υποβάθμισης και κατάρρευσης, που μοιάζει να αφορά ταυτόχρονα και τις μηχανές και τους ανθρώπους. Χρειαζόμαστε, επομένως, πραγματική γνωσιοποίηση (ανθρώπων, τεχνολογιών, υπηρεσιών και παραγωγικών οργανισμών) και περισσότερα και καλύτερα δεδομένα.
Ομως, τα «συνθετικά δεδομένα» (που έχουν σχεδόν μηδενικό κόστος, αντίθετα προς την αδειοδότηση πραγματικού περιεχομένου που κοστίζει δισεκατομμύρια), συλλογικά, καταστρέφουν την πραγματική ανθρώπινη γνώση και την πολύτιμη και κρίσιμη ικανότητά μας να γνωρίζουμε τι είναι πραγματικό, να διακρίνουμε το ψεύδος από την αλήθεια, το κατασκευασμένο από το αυθεντικό.
Στο ίδιο αναλυτικό πλαίσιο, το διαδίκτυο τείνει να εκφυλίζεται και να μετατρέπεται από «συλλογική συνείδηση», ή «συλλογική μνήμη», σε συλλογική παραίσθηση της πραγματικότητας, πράγμα δυνητικά καταστροφικό για την ποιότητα και τη γνωσιακή ενδυνάμωση της δημοκρατίας.
Επιπλέον, η ψηφιακή εξάρτηση εθνικών ή υπερεθνικών οργανισμών από τις λεγόμενες «εξορυκτικές τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης» (extractive AI technologies) αποτελεί μια σοβαρή δομική αδυναμία και απειλή – με όρους προοπτικής διερεύνησης (foresight), ένα είδος «λευκής λεοπάρδαλης»: ένας κρυμμένος κίνδυνος που μπορεί να προκαλέσει απότομα διατάραξη της κυριαρχίας, εξάπλωση αστάθειας και άλλες δυσάρεστες ανατροπές.
Στην παγκόσμια «οικονομία της γνωσιακής εξόρυξης», θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ένα ακόμα παράδοξο της «ευφυούς» τεχνολογίας: η τεχνητή νοημοσύνη τείνει συχνά στην απαξίωση της ανθρώπινης γνώσης και δημιουργικότητας πάνω στις οποίες βασίζεται για να λειτουργήσει. Φαίνεται ότι ο άνθρωπος σταδιακά αποξενώνεται από τις ανοικτές αρχιτεκτονικές γνώσης που ο ίδιος επινόησε.
Πλέον, βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής: η εταιρεία ψηφιακού μάρκετινγκ Graphite δημοσίευσε πρόσφατα μια μελέτη που δείχνει ότι περισσότερο από το 50% των άρθρων στο διαδίκτυο δημιουργούνται από τεχνητή νοημοσύνη, οδηγώντας έτσι σε γενικευμένη ομοιομορφοποίηση του τρόπου γραφής και γνώσης εν γένει. Ομως, ο ανθρώπινος πολιτισμός χτίστηκε πάνω στη γλωσσική και γνωστική ποικιλομορφία, τον ρηξικέλευθο πειραματισμό, τη συλλογική δίψα για έκπληξη, καινοτομία και πρόοδο, όπως επίσης και στη διαρκή υπέρβαση των ορίων του.
Υπό το φως τέτοιου είδους απειλών και μιας στοιβάδας νεοφανών γεωπολιτικών και γεωοικονομικών κινδύνων, και σε συνέχεια των περιεκτικών κανονισμών για την τεχνητή νοημοσύνη (AI Act), τις ψηφιακές υπηρεσίες (Digital Services Act) και τις ψηφιακές αγορές (Digital Markets Act), η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε πρόσφατα την «ευρωπαϊκή ασπίδα για τη δημοκρατία» (European Democracy Shield), καθορίζοντας μια σειρά συγκεκριμένων μέτρων για την προστασία και γνωσιακή ενίσχυση της πληροφοριακής σφαίρας και των δημοκρατικών θεσμών σε ολόκληρη την ΕΕ.
Η Επιτροπή έχει επίσης προτείνει μια συνεκτική «στρατηγική της ΕΕ για την κοινωνία πολιτών» (EU Strategy for Civil Society), για ισχυρότερη συμμετοχή και στήριξη των οργανώσεων της κοινωνίας πολιτών που διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στις κοινωνίες μας, συμπεριλαμβανομένης της καλλιέργειας και προώθησης του ψηφιακού και μιντιακού εγγραμματισμού των πολιτών – ενάντια στην αυξανόμενη τάση προς διανοητική/γνωσιακή αποδυνάμωση και «deskilling».
Στα ίδια συμφραζόμενα, η δήλωση (statement) της πρόσφατης συνόδου κορυφής των Εθνικών Επιτροπών Ηθικής της ΕΕ (Κοπεγχάγη, Νοέμβριος 2025) υπογραμμίζει, μεταξύ των άλλων, την αδήριτη και επείγουσα αναγκαιότητα για περισσότερο υπεύθυνη γνώση/καινοτομία και για «ενισχυμένες ευρωπαϊκές ψηφιακές λύσεις», όσο και για τη συστηματική προώθηση των «βασισμένων σε αξίες τεχνολογιών» και μιας «βασισμένης σε αξίες ευρωπαϊκής ψηφιακής κυριαρχίας». Ολα τα παραπάνω, σε τελευταία ανάλυση, δείχνουν ξεκάθαρα ότι η ΕΕ δεν πρόκειται να παραιτηθεί από τους ίδιους της τους δημοκρατικούς κανόνες και τις ηθικές αξίες της.
Στην εκθετική «μετα-κανονική» εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της πολυκρίσης, η ενεργητική και σθεναρή υπεράσπιση της φιλελεύθερης δημοκρατίας και των γνωσιακών της δομών δεν διαθέτει την πολυτέλεια της αναμονής.
Απεναντίας, απαιτεί άμεσα ευέλικτη και προνοητική διακυβέρνηση και κατάλληλες διεθνείς συμμαχίες, στη στρατηγική κατεύθυνση διασφάλισης και ανάπτυξης όρων και προϋποθέσεων ψηφιακής αυτονομίας, ανοιχτότητας και μακροπρόθεσμης τεχνο-βιωσιμότητας και ανθεκτικότητας.








