Τα τελευταία χρόνια συζητείται στη νομική θεωρία η ιδέα για μία εξατομίκευση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου (personalization of private law) – των κανόνων δηλαδή που ρυθμίζουν τις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών. Η ιδέα, που προωθείται προεχόντως στην αμερικανική νομική επιστήμη (κυρίως O.Ben-Shahar, A.Porat, L.Strahilevitz) αλλά έχει βρει υποστηρικτές και στον ευρωπαϊκό χώρο (κυρίως Ph.Hacker), βασίζεται στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχουν τα λεγόμενα «μεγάλα δεδομένα» (big data) και η αλγοριθμική επεξεργασία τους, με τη βοήθεια εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης.

Τα δεδομένα αυτά συλλέγονται μέσα από τις συναλλαγές μας με πιστωτικές κάρτες, τις αλληλεπιδράσεις μας στα κοινωνικά δίκτυα, τις χρήσεις διαφόρων εφαρμογών στα έξυπνα κινητά, δημόσια ή εταιρικά αρχεία κ.λπ.

Οι υπέρμαχοι της εξατομίκευσης θεωρούν ότι αυτή μπορεί να αντιμετωπίσει κάποιες σοβαρές αδυναμίες του ισχύοντος ιδιωτικού δικαίου. Σήμερα, πολλές ρυθμίσεις στο ιδιωτικό δίκαιο στηρίζονται σε γενικές-αφηρημένες έννοιες ή κατηγοριοποιήσεις μεταξύ γενικών ομάδων προσώπων, όπως οι «καταναλωτές», οι «έμποροι», οι «επαγγελματίες» ή «ιδιώτες» επενδυτές κ.λπ.

Ωστόσο, αυτές οι έννοιες ή κατηγορίες είναι συχνά υπερβολικά ευρείες και καλύπτουν άτομα με μεγάλες μεταξύ τους διαφορές, σε επίπεδο γνώσεων, εμπειρίας, ορθολογικότητας, δύναμης θέλησης, οικονομικών πόρων κ.λπ.

Για παράδειγμα, ο εταίρος μεγάλης δικηγορικής εταιρείας, που διαθέτει μακρά συναλλακτική πείρα, μπορεί να θεωρηθεί καταναλωτής (και να απολαύσει αυξημένη νομοθετική προστασία) όταν αγοράζει εξοπλισμό για την οικία του, ενώ ο ιδιοκτήτης ενός μικρού παντοπωλείου στις επαγγελματικές συναλλαγές του δεν θεωρείται καταναλωτής. Με την εξατομίκευση –δηλαδή με τη λήψη υπόψη παραγόντων όπως ο βαθμός ορθολογικότητας ενός ατόμου, η οικονομική του κατάσταση, το συναλλακτικό ιστορικό του κ.ο.κ– οι νομικές κατηγοριοποιήσεις μπορούν να καταστούν πιο ακριβείς και εκλεπτυσμένες.

Έτσι, σε κάθε εξιδιασμένη ομάδα ατόμων ή και σε κάθε άτομο θα μπορούσε να επιφυλάσσεται διαφορετική νομοθετική μεταχείριση.

Πιο συγκεκριμένα, με την κατάλληλη επεξεργασία των μεγάλων δεδομένων, μπορεί να δημιουργηθεί ένα σχετικά ακριβές προφίλ για κάθε κοινωνό: λ.χ. αν είναι φιλοκινδυνος ή όχι, πόσο επιμελής είναι στη συναλλακτική ή επαγγελματική του δράση κ.λπ. Ανάλογα με το προσωποποιημένο αυτό προφίλ μπορούν να διαμορφωθούν εξατομικευμένοι νομικοί κανόνες ή, ρεαλιστικότερα, πιο εξειδικευμένες ρυθμιστικές κατηγορίες.

Κυρίως εδώ γίνεται λόγος για: (α) Εξειδικευμένους κανόνες πληροφόρησης αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από μία σύμβαση: λ.χ. οι κανόνες αυτοί θα σχεδιαστούν διαφορετικά για άτομα που υποεκτιμούν τις μελλοντικές τους ανάγκες σε σχέση με άτομα που ενεργούν ορθολογικά, σταθμίζοντας προσεκτικά τα μελλοντικά κόστη και οφέλη μιας συναλλαγής. (β) Εξειδικευμένους κανόνες που θα διέπουν μία σύμβαση (λ.χ. καταναλωτική, μίσθωσης, εργασίας κ.ο.κ.) και θα ισχύουν εφόσον τα μέρη δεν συμφωνήσουν διαφορετικά (κανόνες ενδοτικού δικαίου). Και (γ) κανόνες που θα καθορίζουν το ειδικό μέτρο επιμέλειας που θα πρέπει να τηρεί συγκεκριμένη ομάδα επαγγελματιών ή και συγκεκριμένο πρόσωπο, η απόκλιση από το οποίο θα ενδεικνύει την αμέλειά τους (πάντως στο πεδίο της ιατρικής αμέλειας, λ.χ., ένας κορυφαίος καρδιοχειρουργός κρίνεται ήδη με αυστηρότερο μέτρο επιμέλειας από τον μέσο καρδιοχειρουργό). Η ιδέα μιας τέτοιας εξατομίκευσης ευρέος φάσματος σηματοδοτεί, αναμφίβολα, μία αλλαγή ρυθμιστικού παραδείγματος, ήτοι μία ριζική απομάκρυνση από την παραδοσιακή λογική των ενιαίων, οριζόντιων κανόνων ή ευρειών κατηγοριοποιήσεων του ισχύοντος ιδιωτικού δικαίου.

Επαγγέλλεται τον περιορισμό των σφαλμάτων του υφιστάμενου ρυθμιστικού μοντέλου, με σκοπό να εφαρμόζονται ακριβέστεροι και αποτελεσματικότεροι κανόνες. Αλλά και δικαιότεροι, αφού, όπως ορθά επισημαίνεται, η εξατομίκευση υπηρετεί πληρέστερα τη θεμελιώδη αρχή της ισότητας, επιφυλάσσοντας σε ανόμοιες περιπτώσεις διαφορετική νομοθετική μεταχείριση. Οπως είναι όμως προφανές, η εξατομίκευση δεν έρχεται χωρίς κόστος, καθώς προϋποθέτει μαζική συλλογή και επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Αυτό είναι μείζον ζήτημα σε κάθε φιλελεύθερη δημοκρατία, ειδικά δε στις χώρες της ΕΕ, όπου ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (ΓΚΠΔ) θέτει αυστηρούς όρους για την αξιοποίηση των προσωπικών δεδομένων. Πάντως, οι υποστηρικτές της ιδέας εκτιμούν (βλ. ιδίως Hacker) ότι οι πολίτες θα εμφανίζονται πιο πρόθυμοι να μοιράζονται δεδομένα όταν αντιληφθούν τα πρακτικά οφέλη της εξατομίκευσης.

Οι περισσότεροι από εμάς, όπως ισχυρίζονται, κάνουμε ρεαλιστικές επιλογές ανάμεσα στην ιδιωτικότητα και στην ευκολία (χαρακτηριστική είναι η συνήθως αβίαστη αποδοχή των περίφημων «cookies»). Οταν μια εξατομικευμένη ενημέρωση ή προστασία βελτιώνει αισθητά την καθημερινότητά μας, η αντίστασή μας στη συλλογή δεδομένων συχνά υποχωρεί. Επίσης, θεωρούν ότι το μοντέλο της εξατομίκευσης μπορεί να είναι σύμφωνο ακόμη και με τον ΓΚΠΔ, καθώς η συλλογή δεδομένων θα γίνεται κατ’ αρχήν για έναν σαφή και νόμιμο σκοπό (βλ. άρθ. 5 παρ. 1β’, αλλά και 6 παρ. 3 και 22 παρ. 2 ΓΚΠΔ). Επειτα, σημαντική διασφάλιση μπορεί να παράσχει, εν προκειμένω, η «ψευδωνυμοποίηση» (pseudonymization) των συλλεγόμενων δεδομένων – όπερ σημαίνει τον μετασχηματισμό των δεδομένων έτσι ώστε να μην μπορούν να συνδεθούν με ένα συγκεκριμένο άτομο χωρίς χρήση πρόσθετων πληροφοριών.

Σημειωτέον, δε, ότι η πρόσφατη (αμφιλεγόμενη) Πρόταση Κανονισμού της ΕΕ «Digital Omnibus», που περιέχει τροποποιήσεις στον ΓΚΠΔ, προβλέπει ρυθμίσεις και για τη χαλάρωση του πλαισίου της ψευδωνυμοποίησης. Ωστόσο, ακόμη κι αν υποτεθεί ότι βρίσκεται μία οδός συμμόρφωσης στις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ, παραμένουν σοβαρές και απολύτως δικαιολογημένες ανησυχίες σχετικά με τους κινδύνους κατάχρησης μιας τέτοιας επεξεργασίας, από κράτη και επιχειρήσεις. Σε κάθε περίπτωση, με την επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης, η ιδέα για εξατομίκευση των κανόνων του ιδιωτικού δικαίου θα προκαλέσει έντονες αντιπαραθέσεις. Εν γένει, εξάλλου, η εξισορρόπηση καινοτομίας και θεμελιωδών δικαιωμάτων –πρωτίστως, δε, του δικαιώματος στην ιδιωτικότητα– θα είναι από τις δυσκολότερες προκλήσεις για τον νομοθέτη του μέλλοντος.