Τρώμε στα ιστορικά αστικά εστιατόρια της Αθήνας

Στέκια σπουδαίων προσωπικοτήτων και κουζίνες που έχουν ταΐσει γενιές Αθηναίων από το 1920 έως και σήμερα, αυτά τα εστιατόρια έχουν διατηρήσει σταθερή την ποιότητα του φαγητού και των υπηρεσιών τους.

Τρώμε στα ιστορικά αστικά εστιατόρια της Αθήνας

Λευκά τραπεζομάντιλα, αστική ευγένεια στο σέρβις και πιάτα εμπνευσμένα από την αθηναϊκή κουζίνα των αρχών του περασμένου αιώνα. Σε μια πόλη όπου το άνοιγμα –αλλά και το κλείσιμο– νέων φιλόδοξων projects στην εστίαση γίνεται με ταχύτητα που δύσκολα κανείς προλαβαίνει να παρακολουθήσει, τα εστιατόρια με ιστορία δεκαετιών ασκούν μια ιδιαίτερη γοητεία.

Είναι που έχουν αντέξει στο πέρασμα του χρόνου, σε συνθήκες αντίξοες, σε πολέμους και πολιτικές αναταραχές. Προσαρμόστηκαν μέχρι και στη λαίλαπα των νέων τεχνολογιών που άλλαξαν τα πάντα σε όλους τους τομείς της καθημερινότητας, κατορθώνοντας να σταθούν στα πόδια τους. Συνήθως παραμένουν στα χέρια της ίδιας οικογένειας ως κληροδότημα από γενιά σε γενιά και γι’ αυτό νιώθεις μια οικειότητα κάθε φορά που περνάς το κατώφλι τους. Την ίδια που ένιωθαν ιστορικές προσωπικότητες που τα έκαναν στέκια τους, θαμώνες από τη γύρω περιοχή, επισκέπτες από μακριά, ακόμα και αστέρες του Χόλιγουντ. Κάθε ένα από αυτά τα εστιατόρια αποτελεί πλέον τοπόσημο της γειτονιάς στην οποία ξεκίνησε, σε αυλές και ισόγεια σπιτιών. Άλλα ως μικρά μαγειρεία ή μπακάλικα και άλλα με περγαμηνές και μεγάλες αξιώσεις. Ιδού μερικά από αυτά στα οποία επιστρέφουμε ξανά και ξανά.

Ταβέρνα Οικονόμου, Άνω Πετράλωνα

Φωτό: Instagram/taverna.oikonomou

Κάθε φορά που επισκέπτομαι την Ταβέρνα Οικονόμου, μου αρέσει να φαντάζομαι πώς ήταν τα Άνω Πετράλωνα την εποχή που άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του το ιστορικό εστιατόριο, το μακρινό 1930. Πιστεύω ότι το μεγαλύτερο μέρος της ζωής των κατοίκων θα διαδραματιζόταν στις αυλές. Με επίκεντρο μια τέτοια αυλή, ο Γιάννης Οικονόμου, για να σταθεί όρθιος σε δύσκολους καιρούς, έστησε την αυτοσχέδια κουζίνα του, μετατρέποντας ένα κομμάτι του σπιτιού του σε εστιατόριο. Τέσσερα τραπέζια όλα κι όλα για να ξεκινήσει η επιχείρηση με το μεγαλοπρεπές όνομα Ζέφυρος Γιάννης Οικονόμου 1930. Οκτώ χρόνια αργότερα, ακριβώς απέναντι άνοιξε και ο θερινός κινηματογράφος Ζέφυρος. Η κατσαρόλα κυριαρχούσε από την πρώτη μέρα. Λαδερά και ό,τι άλλο έβγαζε το τσουκάλι, μαζί με μερικά φαγητά φούρνου.

Φωτό: Instagram/taverna.oikonomou

Το τηγάνι προοριζόταν αποκλειστικά και μόνο για τον μπακαλιάρο. Εξάλλου, υπήρχαν και οι εθνικές επέτειοι. Το μαγαζί κατάφερε να σταθεί όρθιο σε όλες τις δυσκολίες που ακολούθησαν, ακόμα και μέσα στην Κατοχή, χωρίς ποτέ να αλλάξει η φιλοσοφία του. Με τα χρόνια έγινε σημείο συνάντησης για καλλιτέχνες, πολιτικούς, αλλά και για ολόκληρη την Αθήνα, επισκέπτες και ντόπιους που ήθελαν κάτι αυθεντικό, λιτό και με προσωπικότητα. Στο μενού μέχρι και σήμερα θα βρει κανείς λαχανοντολμάδες με αβγολέμονο, μπάμιες, μελιτζάνες λαδερές, γεμιστά, μοσχαράκι κατσαρόλας, κόκορα κρασάτο και λίγα ψητά. Πιάτα εποχικά, βασισμένα στη σωστή πρώτη ύλη από μικρούς παραγωγούς.

Κυδαντίδων 32

Βασίλαινας, Ιλίσια

Φωτό: Instagram/vassilenasrestaurant

Για χρόνια το όνομα Βασίλαινας ήταν συνδεδεμένο με τον Πειραιά, αφού εκεί γεννήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα το εστιατόριο, αρχικά ως μπακάλικο. Ήταν στο μεγάλο λιμάνι που το 1920 ο Θανάσης Βασίλαινας και η κυρα-Ειρήνη πρωτοξεκίνησαν να ετοιμάζουν μεζέδες για να συνοδεύσουν τη ρετσίνα που έφερναν από τα Μέγαρα. Διέθεταν όμως έμφυτο επιχειρηματικό πνεύμα και πολύ σύντομα σκέφτηκαν κάτι πρωτοποριακό για την εποχή. Να προσφέρουν προπληρωμένα γεύματα για τους εργάτες της βιομηχανικής ζώνης, παραδομένα έτοιμα στην επιχείρηση, ένα πρώιμο table d’hôte με διανομή. Το βράδυ, τη θέση των εργατών έπαιρναν εργοστασιάρχες, καπεταναίοι και έμποροι. Η φήμη του πήρε διεθνείς διαστάσεις το 1947, όταν το επισκέφθηκε ο Αμερικανός ηθοποιός Τάιρον Πάουερ. Από εκείνη τη στιγμή άρχισαν να καταφθάνουν πολιτικοί, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι και διπλωμάτες, που έτρωγαν στο ίδιο τραπέζι με τους ανθρώπους της γειτονιάς. Σήμερα, με την τρίτη γενιά στο τιμόνι, το εστιατόριο βρίσκεται πίσω από το παλιό Hilton. Το μενού, αναβαθμισμένο αλλά πιστό στις ρίζες του παππού Θανάση, περιλαμβάνει από χειροποίητο προζυμένιο ψωμί και την ταραμοσαλάτα Βασίλαινας μέχρι γιουβετσάκι γαρίδας και μοσχάρι Νάξου με μανέστρα.

Φωτό: Instagram/vassilenasrestaurant

Βρασίδα 13

Αθηναϊκόν, Σύνταγμα

Αν ένα εστιατόριο στην Αθήνα μπορεί να θεωρηθεί αστικό και με τη βούλα, αυτό είναι σίγουρα το Αθηναϊκόν. Από το 1932 έως σήμερα παραμένει σταθερός τόπος συνάντησης των Αθηναίων, στην αρχή στην οδό Σανταρόζα και σήμερα στα δύο καταστήματα της Θεμιστοκλέους και της Μητροπόλεως. Οι θαμώνες του έχουν γράψει ιστορία, καθώς συγκαταλέγονται ανάμεσα στις μεγαλύτερες προσωπικότητες της σύγχρονης Ελλάδας, από τον Τσαρούχη, τον Ρίτσο και τη Μερκούρη μέχρι τον Βασιλικό, τον Μικρούτσικο και τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Στο Αθηναϊκόν λοιπόν θα πας για την ιστορία, αλλά και για το φαγητό. Φρέσκα ψάρια ημέρας, ψημένα στη σχάρα ή μαγειρεμένα με τρόπο που σέβεται την πρώτη ύλη, πεντανόστιμοι ψαρομεζέδες –ξεχωρίζουν οι γαριδοκροκέτες– και μαγειρευτά που θυμίζουν αστικά τραπέζια παλιών δεκαετιών, όπως μπακαλιάρος, σουπιές, γιουβέτσι θαλασσινών κ.ά.

Μητροπόλεως 34, Θεμιστοκλέους 2

Τηλέμαχος, Κηφισιά και κέντρο

Φωτό: Instagram/telemachosathens

Ιστορία, αστική κουζίνα, αλλά και εξειδίκευση – εν προκειμένω στο κρέας. Ο λόγος για τον Τηλέμαχο, το εστιατόριο που ξεκίνησε τη λειτουργία του στα τέλη της δεκαετίας του 1950 στην Κηφισιά και κάποια χρόνια αργότερα άνοιξε και ένα δεύτερο κατάστημα στο κέντρο της Αθήνας. Τρίτη γενιά εστιατόρων, με παππού χασάπη και πατέρα ψήστη, οπότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάμε για επαγγελματισμό και παράδοση. Και τι δεν θα βρείτε στον κατάλογο του Τηλέμαχου. Από ταρτάρ και καρπάτσιο μοσχαρίσιου φιλέτου Fassona κομμένα στο χέρι, φιλέτο πάπιας, ταλιάτα και T-bone από ισπανικό Black Angus μέχρι τα πιο ταπεινά μπιφτέκια με κιμά από σιτεμένα κρέατα, αρνί γάλακτος, πρόβειο κεμπάπ και συκώτι. Για τους μερακλήδες έχουν κοκορέτσι και πρόβειο παστουρμά μακράς ωρίμανσης, αρνάκι φρικασέ, οσομπούκο και τραγομακαρονάδα! Ο ναός των κρεατοφάγων με λίγα λόγια.

Φωτό: Instagram/telemachosathens

Φραγκόπουλου 19, Κηφισιά, Πανεπιστημίου 10, Αθήνα

Στροφή, Κουκάκι

Ένα εστιατόριο που συνδέθηκε όσο λίγα με την εικόνα της Αθήνας προς τα έξω, καθώς λειτουργεί στη σκιά, κυριολεκτικά, της Ακρόπολης. Από το 1975 στο ίδιο υπέροχο κτίριο του Μεσοπολέμου, στην ταράτσα του δεύτερου ορόφου, με αυτήν τη θέα προς τον Ιερό Βράχο που δεν μπορεί να συγκριθεί με καμία άλλη στον κόσμο. Στα πρώτα της χρόνια, η Στροφή υπήρξε προορισμός κοσμικός. Πολιτικοί, καλλιτέχνες, άνθρωποι της δημόσιας ζωής βρέθηκαν στα τραπέζια της, κάτι που συμβαίνει και στη σύγχρονη εποχή. Η φιλοσοφία παραμένει η ίδια, με το μενού να εστιάζει στην παραδοσιακή ελληνική μαγειρική. Ντολμαδάκια, χωριάτικη σαλάτα, μουσακάς, κεφτεδάκια, κατσικάκι στη λαδόκολλα, πατάτες τηγανητές και κλασικά επιδόρπια. Ο μουσακάς στο πήλινο ξεχωρίζει, όπως και τα κεφτεδάκια. Δοκιμάστε επίσης γεμιστά με σταφίδες και κουκουνάρι, κερκυραϊκό σοφρίτο, αρνάκι σε αμπελόφυλλα γεμιστό με φέτα, κόκορα κρασάτο με χυλόπιτες και άλλα νόστιμα του ταψιού και της κατσαρόλας.

Ροβέρτου Γκάλι 25

Μαγεμένος Αυλός, Παγκράτι

Οι περισσότεροι το ξέρουν ως το στέκι του Μάνου Χατζιδάκι αφού εκεί συνήθιζε ο σπουδαίος Έλληνας συνθέτης να περνά ώρες μετά τις πρόβες και τις παραστάσεις, να τρώει, να ακούει μουσική και να συζητά με φίλους και συνοδοιπόρους του. Ο λόγος για τον Μαγεμένο Αυλό στην πλατεία Προσκόπων στο Παγκράτι, ο οποίος από το 1961 που άνοιξε τις πόρτες του μπήκε γρήγορα στη ζωή και την καθημερινότητα των κατοίκων. Την εποχή εκείνη αποτέλεσε φυσικό καταφύγιο ανθρώπων του πνεύματος, της τέχνης και της πολιτικής, όπως του Νίκου Γκάτσου, του Δημήτρη Χορν, του Μάνου Κατράκη. Ο χώρος διατηρεί τον αστικό χαρακτήρα του με αναφορές στο παρελθόν μέσα από πίνακες, φωτογραφίες και χειρόγραφες αφιερώσεις, όλα κειμήλια που θυμίζουν τις δεκαετίες που πέρασαν. Το καλοκαίρι, η δράση μεταφέρεται στον κήπο της πλατείας. Τέλος, η κουζίνα κινείται σε γνώριμα μονοπάτια με ελληνικά πιάτα, κλασικές διεθνείς συνταγές και επιλογές που παραπέμπουν σε άλλες εποχές όπως το φοντί, το σνίτσελ Χόφμαν, το μοσχαράκι Στρογγανόφ και το φλαμπέ.

Αμύντα 4

Το Καφενείο, Κολωνάκι

Άνοιξε για πρώτη φορά στο Κολωνάκι το 1987 και γρήγορα εξελίχθηκε σε στέκι των Αθηναίων. Σχεδόν σαράντα χρόνια μετά, επιστρέφει στο ίδιο σημείο ανανεωμένο αλλά πιστό σε ό,τι πρέσβευε από την αρχή. Την επαναλειτουργία του έχει αναλάβει η ομάδα του πασίγνωστου εστιατορίου του Κολωνακίου, Brunello, με στόχο να επαναφέρει την αξία του κλασικού μαγειρείου στη σύγχρονη εποχή. Το εγχείρημα φέρει τις υπογραφές των Γιάννη Μωράκη, Γιώργου Μελισσάρη και Τόμας Γκρούμπακ. Κεντρικό πρόσωπο της νέας εποχής του Καφενείου είναι η σεφ Κυριακή Φωτοπούλου, γνωστή από τη θητεία της στο Κτήμα Σιγάλα και στο Κτήμα Κυρ-Γιάννη. Με προσήλωση στην εποχικότητα, τις ποιοτικές πρώτες ύλες και την ελληνική οικογενειακή κουζίνα, διαμορφώνει ένα μενού που συνδυάζει παράδοση και σύγχρονη μαγειρική. Τα πιάτα ανανεώνονται με βάση τη διαθεσιμότητα της αγοράς. Παντζάρια στα κάρβουνα, μοσχαράκι με μανέστρα, κεφτεδάκια, παντρεμένη σαρδέλα, τσιγαριαστό αρνάκι με σφακιανό χυλοπιτάκι και μπακλαβάς με φιστίκι συνθέτουν έναν κατάλογο προσιτό μεν, καλοδουλεμένο δε.

Λουκιανού 26

Σπύρος και Βασίλης, Κολωνάκι

Από το 1974, στη Λάχητος 5, πίσω από την Αμερικανική Πρεσβεία και το Μέγαρο Μουσικής, το εστιατόριο Σπύρος και Βασίλης παραμένει μία από τις πιο αγαπημένες διευθύνσεις της αθηναϊκής εστίασης. Πέντε και πλέον δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας, στην ίδια φιλοσοφία, δηλαδή κλασική γαλλική κουζίνα με ελληνικές αναφορές. Το εστιατόριο άνοιξαν δύο αδέλφια από την Κέρκυρα, ο Βασίλης και ο Σπύρος Πολυμέρης, έχοντας ήδη πολυετή εμπειρία στο L’Abreuvoir. Η πρόθεσή τους από την αρχή ήταν να δημιουργήσουν ένα γαλλικό εστιατόριο χωρίς εκπτώσεις, μακριά από μόδες. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 τη συνέχεια ανέλαβε ο γιος του Βασίλη, Γιώργος Πολυμέρης, ο οποίος κράτησε το βασικό κορμό αναλλοίωτο, φροντίζοντας ταυτόχρονα να τον φέρει διακριτικά στο σήμερα. Εδώ η γαλλική κουζίνα παρουσιάζεται όπως τη γνώρισε η Αθήνα τις προηγούμενες δεκαετίες. Το entrecôte Café de Paris (κόντρα φιλέτο με βουτυράτη σάλτσα) στην αυθεντική εκδοχή, το σπιτικό πατέ φουαγκρά, τα σαλιγκάρια Βουργουνδίας και τα βατραχοπόδαρα, όλα τους πιάτα που άφησαν εποχή.

Λάχητος 5

17, Κολωνάκι

Ξεκίνησε ως ιδιωτική λέσχη για τους ξένους ανταποκριτές στην Ελλάδα, στον αριθμό 17 της πιο ακριβής οδού της Αθήνας, της Βουκουρεστίου. Πολύ σύντομα όμως έγινε τόπος συνάντησης ολόκληρης της ελίτ της πρωτεύουσας, από πολιτικούς και δημοσιογράφους μέχρι ανθρώπους των γραμμάτων. Ο πιο διάσημος θαμώνας του, ο Φρανκ Σινάτρα, το επισκέφθηκε για πρώτη φορά το 1962, εκτοξεύοντας τη φήμη του. Ακολούθησαν η Σοφία Λόρεν, ο Μάρλον Μπράντο, ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Τζάκι Κένεντι και ο Σταύρος Νιάρχος. Για όποιον θέλει να μεταφερθεί στην ατμόσφαιρα εκείνης της εποχής και να μάθει περισσότερα, τα βιβλία του ιδρυτή του 17, Φώτη Κρικζώνη, αποτελούν βασική πηγή, καταγράφοντας την ιστορία του εστιατορίου, από τους διάσημους θαμώνες του μέχρι το ρόλο που διαδραμάτισε ως κρησφύγετο πολιτικών καταζητούμενων στη μαύρη επταετία της δικτατορίας. Το 1992 το 17 μεταφέρεται στην οδό Λυκαβηττού, όπου λειτουργεί μέχρι σήμερα, όχι μόνο ως μπαρ αλλά και ως εστιατόριο. Στο μενού θα βρείτε λαχανοντολμάδες, όσπρια, μαγειρευτά κατσαρόλας και κρέατα ημέρας.

Λυκαβηττού 2

Ακολούθησε το Βήμα στο Google news και μάθε όλες τις τελευταίες ειδήσεις.
Exit mobile version