Είκοσι χρόνια μετά την ταινία «Walk the line» για τον Τζόνι Κας, ο σκηνοθέτης της, Τζέιμς Μάνγκολντ, επιστρέφει στη βιογραφία προσώπου της μουσικής και με το «A complete unknown» εστιάζει στα πρώτα χρόνια δημιουργίας του Μπομπ Ντίλαν.
Βαθμολογία
5: εξαιρετική
4: πολύ καλή
3: καλή
2: ενδιαφέρουσα
1: μέτρια
0: απαράδεκτη
A Complete Unknown
Ένα αστέρι γεννιέται και η μουσική αλλάζει για πάντα
Παραγωγή: ΗΠΑ, 2024
Σκηνοθεσία: Τζέιμς Μάνγκολντ
Ηθοποιοί: Τιμοτέ Σαλαμέ, Έντουαρντ Νόρτον, Ελ Φάνινγκ κ.α.
Μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη τα πρώτα πέντε περίπου χρόνια σταδιοδρομίας του «Ιερού τέρατος» της μουσικής και της ποίησης του 20ου και του 21ου αιώνα Μπομπ Ντίλαν, o Τζέιμς Μάνγκολντ, έμπειρος από την προηγούμενη κινηματογραφική βιογραφία μουσικού, του Τζόνι Κας, δούλεψε εκ τους ασφαλούς. Εφτιαξε μια κινηματογραφική βιογραφία όσο το δυνατόν πιο συμβατικά ανώδυνη, «στρογγυλεμένη», χωρίς αιχμές, χωρίς εκπλήξεις και χωρίς «κολπάκια».
Έκανε αυτό που δεν είχε κάνει ένας άλλος Αμερικανός σκηνοθέτης, ο Τοντ Χέινς που στην ταινία «I’m not there» χρησιμοποίησε διαφορετικούς ηθοποιούς στον ρόλο του Ντίλαν σε μια προσπάθεια να παρουσιάσει σε εικόνες τον πολύπλευρο, μυστηριώδη και παντοτινά αινιγματικό χαρακτήρα του πρώτου. Αλλά ήταν «κολπάκια» και δεν έπεισαν πολύ κόσμο.
Με έναν Τιμοτέ Σαλαμέ σε πραγματικά καλή στιγμή, ο Μάνγκολντ προσφέρει μια πέρα για πέρα ψυχαγωγική, «ανεβαστική» ταινία, κομμένη και ραμμένη για να απολαύσουν οι φαν του «μυστηριώδη τροβαδούρου». Χορταίνεις από πληροφορία, χορταίνεις από trivia και κυρίως, χορταίνεις από τραγούδια του.
Οντως, οι σκηνές που χαράσσονται στη μνήμη και που πολύ πιθανόν να οδηγήσουν τον Σαλαμέ σε ένα Οσκαρ – οι υποψηφιότητες ανακοινώνονται σήμερα – είναι εκείνες που τον βλέπουμε να τραγουδάει επιτυχίες του όπως το «Song to Woody», το «Like a rolling stone» και το «The Times They Are A-Changin’» (σημειωτέον τραγουδά ο ίδιος ο ηθοποιός και μάλιστα εξαιρετικά).
Όπως και το «Υπάρχω», η ταινία του Γιώργου Τσεμπερόπουλου για τον Στέλιο Καζαντζίδη, έτσι και το «A Complete Unknown» είναι μια ταινία φτιαγμένη έτσι ώστε να θέλεις να τραγουδήσεις κι εσύ μαζί της. Kαι αυτό κάνεις.
Ενδιαφέρον επίσης έχει ο χαλαρός τρόπος με τον οποίο ο Μάνγκολντ αναπαριστά τη σχέση του Ντίλαν με άλλους καλλιτέχνες τονίζοντας την δυσκολία στον χαρακτήρα του. Με την Τζόαν Μπαέζ (Μόνικα Μπάρμπαρο), με την οποία ανέπτυξε μια εντελώς αλαλούμ ερωτική – καλλιτεχνική σχέση, με τον εκρηκτικό Τζόνι Κας (Μπόιντ Χόλμπρουκ) που γούσταρε το μυστήριό του, με τον καθηλωμένο στο νοσοκομείο Γούντι Γκάθρι (Σκοτ Μακνέρι), τον άνθρωπο που τον ενέπνευσε περισσότερο από κάθε άλλο και κυρίως με τον ευγενικό μουσικό της αμερικανικής φολκ Πιτ Σίγκερ (Έντουαρντ Νόρτον) που βοήθησε τον Ντίλαν στην αρχή της καριέρας του όταν έφτασε στη Νέα Υόρκη από τη Μινεσότα με μια κιθάρα στον ώμο.
Το «A Complete Unknown» δεν είναι ακριβώς σινε – αγιογραφία (ο Μάνγκολντ δεν κρύβει το γεγονός ότι ο μυστηριώδης χαρακτήρας του Ντίλαν μπορούσε εύκολα και απολύτως δικαιολογημένα να σπάσει τα νεύρα όλων όσοι τον συναναστρέφονταν), είναι όμως μια ταινία που ολοφάνερα υποκλίνεται μπροστά στο «αντικέιμενό» της.
Και ξεκάθαρα δηλώνει ότι όλοι μας οφείλουμε να κάνουμε το ίδιο.
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: CINOBO ΟΠΕΡΑ -ΟΛΑ ΤΑ OPTIONS – VILLAGE ΡΕΝΤΗ – VILLAGE MALL – WEST CITY CINEMAS – ΑΘΗΝΑΙΟΝ – ΑΙΓΛΗ – ΒΑΡΚΙΖΑ – ΖΕΑ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΣΙΝΕ ΑΝΟΙΞΙΣ – ΦΟΙΒΟΣ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΒΑΚΟΥΡΑ – ΟDEON ΠΛΑΤΕΙΑ – CINEMA ONE – ΚΟΛΟΣΣΑΙΟΝ κ.α.
—————————————————-
Arcadia
Ποίηση στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου

Παραγωγή: Ελλάδα/ Boυλγαρία/ ΗΠΑ, 2024
Σκηνοθεσία: Γιώργος Ζώης
Ηθοποιοί: Αγγελική Παπούλια, Βαγγέλης Μουρίκης κ.α.
Αν αναζητήσει κανείς πληροφορίες για την γοητευτικά αινιγματική λέξη του τίτλου αυτής της ταινίας θα συναντήσει την περίφημη λατινική φράση «Et in Arcadia ego», η οποία μπορεί να αποδοθεί ως «και είμαι στην Αρκαδία», ως «είμαι και εγώ στην Αρκαδία», ως «ο θάνατος υπάρχει ακόμη στην Αρκαδία», ή ακόμα ως «Αυτός που βρίσκεται στον τάφο έζησε στην Αρκαδία».
Μάλιστα, αυτή φράση έχει περάσει στον εικαστικό χώρο μέσα σε δύο πίνακες του Γάλλου ζωγράφου Νικολά Πουσέν (1594-1665). Ο πρώτος πίνακας (1630) παρουσιάζει τρεις Αρκάδες βοσκούς και μια γυναικεία μορφή σε απροσδιόριστη αρχαϊκή εποχή, συμμετρικά τοποθετημένους γύρω από έναν τάφο, στον οποίο είναι χαραγμένη η μυστηριώδης αυτή φράση. Στον δεύτερο πίνακα (που μάλιστα βρίσκεται στο Λούβρο) ο ένας από τους βοσκούς, διαβάζει γονατιστός την επιγραφή, ο δεύτερος κοιτάζει παθητικά τη σκηνή, ενώ ο τελευταίος μοιάζει να συνομιλεί με την άγνωστη γυναίκα που στέκεται δίπλα του.
Δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω κατά πόσο όλα αυτά τα στοιχεία επηρέασαν την σκέψη του σκηνοθέτη Γιώργου Ζώη• μπορεί να μιλάμε απλώς για μια σύμπτωση και ούτως ή άλλως δεν έχει και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η «Arcadia», δεύτερη μετά το «Interruption» (2014) μεγάλου μήκους ταινία του εξαιρετικά ταλαντούχου αυτού καλλιτέχνη, δείχνει φτιαγμένη με τις ίδιες ακριβώς ευαισθησίες που διακρίνει κανείς στους δύο παραπάνω πίνακες, όπως επίσης, κατά μία έννοια, εμπεριέχει και στοιχεία τους.
Είναι μια ταινία που καθόλη την διάρκειά της την νιώθεις μούσκεμα από τα δάκρια. Παρακολουθείς δύο πρόσωπα (Βαγγέλης Μουρίκης, Αγγελική Παπούλια) σε μια εκ πρώτης ρεαλιστική και εν συνεχεία εντελώς μεταφυσική διαδρομή. Προς έναν μυστηριώδη, άγνωστο «κόσμο». Έναν κόσμο δίχως σύνορα. Έναν κόσμο χωρίς παρελθόν, χωρίς παρόν και – πολύ πιθανόν – χωρίς μέλλον.
Μαθαίνουμε ότι στην ειδυλλιακή περιοχή όπου βρίσκονται πρόκειται να κάνουν αναγνώριση ενός πτώματος. Να όμως που δεν θα αργήσεις να καταλάβεις ότι η ίδια η περιοχή ίσως είναι τελικά ο Αδης και τα δύο πρόσωπα να προέρχονται από «αλλού». Ανθρωποι και φαντάσματα ένα.
Γιατί όμως βρίσκονται στ’ αλήθεια εκεί και τι πραγματικά γυρεύουν; Μέσα σε αυτό το απίστευτα εύθραυστο πλαίσιο και σε μια προσπάθεια να ισορροπήσει κυριολεκτικά πάνω σε μια ίνα, ο Ζώης χτίζει την ταινία του δίνοντας τεράστια σημασία στην ατμόσφαιρα του μυστηρίου που ταξιδεύει πάνω στην αμαξοστοιχία της υπαρξιακής αναζήτησης.
Το αποτέλεσμα; Μια βαθύτατα πονεμένη ωδή για την απώλεια, τον θάνατο, την ενοχή, τον ανερμήνευτο φόβο, την αμαρτία, την προδοσία, την μετάνοια αλλά και την προσδοκία. Μπράβο του.
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΕΛΛΗ – ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟΣ – ΝΙΡΒΑΝΑ – ΔΙΑΝΑ ΘΕΣ/ΚΗ: ΟΛΥΜΠΙΟΝ
—————————————————-
Και η γιορτή συνεχίζεται (Et la fête continue !)
Και δικαιοσύνη για όλους…

Παραγωγή: Γαλλία/ Ιταλία, 2023
Σκηνοθεσία: Ρομπέρ Γκεντιγκιάν
Ηθοποιοί: Αριάν Ασκαρίντ,ο Ζαν Πιέρ Νταρουσέν και ο Ζεράρ Μεϊλαν
Σε ότι αφορά την κατάθεση της πολιτικής άποψής του και τους αυστηρά κοινωνικού περιεχομένου προβληματισμούς που από πολύ νωρίς στην καριέρα του αποφάσισε να ακολουθήσει, ο Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, δεν χαρίζεται.
Πρωταγωνιστής του θα είναι πάντα ο απλός άνθρωπος και στην ατμόσφαιρα θα κυριαρχεί πάντα η ανάγκη για την επικράτηση του δικαίου * η δικαιοσύνη είναι κάτι σαν καρδιά όλων των ιστοριών που ο Γαλλοαρμένιος δημιουργός πάντα αφηγείται. Μόνιμο φόντο του η Μασσαλία, η πολυαγαπημένη του γενέτειρά του, ενώ μόνιμο εργαλείο του η ίδια ομάδα ηθοποιών που επί σειρά ετών τον ακολουθεί: ανάμεσα στα πιο παλιά μέλη της (γιατί όλο και νεότεροι ηθοποιοί ανανεώνουν αυτήν την ομάδα) είναι η ηθοποιός και σύζυγός του Αριάν Ασκαρίντ,ο Ζαν Πιέρ Νταρουσέν και ο Ζεράρ Μεϊλαν.
Βέβαια, δεν έχουν όλες οι ιστορίες του Γκεντιγκιάν ισάξια δύναμη και στις μάλλον πιο «αδύναμες» καταστάσεις αυτήν της ταινίας «Και η γιορτή συνεχίζεται» στην οποία οι τρεις παραπάνω ηθοποιοί πρωταγωνιστούν και στην οποία παρακολουθούμε τα συμβάντα που θα λάβουν χώρα ανάμεσα σε δύο οικογένειες των οποίων τα παιδιά είναι ερωτευμένα και σκοπεύουν να παντρευτούν.
Βαρόμετρο της ιστορίας μια νοσοκόμα λίγο πριν την σύνταξη (Ασκαρίντ), η οποία διχάζεται ανάμεσα στον καινούργιο έρωτα, την οικογένεια αλλά και τον ρόλο της στην πολιτική, καθώς θεωρείται πρόσωπο κλειδί για μία ένωση της ευρύτερης Αριστεράς και των Οικολόγων.
Όπως πάντα, ο Γκεντιγκιάν είναι μετρ στην ανάπτυξη σκηνών ανάμεσα σε καθημερινούς, απλούς ανθρώπους, των οποίων το μυαλό είναι αφοσιωμένο στην προσπάθεια να βιοποριστούν (όχι πάντα εύκολο) και να ζήσουν μια αξιοπρεπή ζωή με λίγα (ακόμα δυσκολότερο).
Για παράδειγμα σε μια ταινία του Ρομπέρ Γκεντιγκιάν, σκηνές σε λαϊκές αγορές, ή σκηνές οικογενειακών συγκεντρώσεων για φαγητό σε σπιτικό της μεσαίας τάξης, μπορούν να αποκτήσουν διαστάσεις μεγαλείου χάρη στον τρόπο με τον οποίο ο σκηνοθέτης τις έχει στήσει, βαθύς γνώστης των λεπτομερειών όχι μόνο της «τελετουργίας» αλλά και της συμπεριφοράς των ανθρώπων.
Και πράγματι, αυτά τα «μικρά» πράγματα είναι πο θαυμάζει κανείς στο «Και η ζωή συνεχίζεται», η ιστορία της οποίας όμως, δεν ανήκει σε εκείνες που έχουν μεταφέρει άλλες ταινίες του Γκεντιγκιάν στα ουράνια, όπως τα «Χιόνια του Κιλιμάντζαρο» και η «Γκλόρια Μούντι».
Βαθμολογία: 3
ΑΘΗΝΑ: NEWMAN- ΓΑΛΑΞΙΑΣ
—————————————————-
Όλα όσα φανταζόμαστε ως φως (All We Imagine as Light)
Τρεις γυναίκες και μια πόλη

Παραγωγή: Ινδία/ διεθνής συμπαραγωγή, 2024
Σκηνοθεσία: Παγιάλ Καπάντια
Ηθοποιοί: Κάνι Κουσρούτι, Ντίβια Πράμπα, Τσάγια Καρντάμ
Χρησιμοποιώντας ως χώρο δραματουργίας το Μουμπάι, την απίστευτης ζωντάνιας ινδική μεγαλούπολη από την οποία κατάγεται, η ταλαντούχα Ινδή σκηνοθέτιδα Παγιάλ Καπάντια δομεί ένα θαυμάσιο πορτρέτο φιλίας και συντροφικότητας με βασικά πρόσωπα δύο διαφορετικής γενιάς γυναίκες: την Πράμπα (Κάνι Κουσρούτι) και την Ανού (Ντίβια Πράμπα) που μοιράζονται το ίδιο διαμέρισμα.
Αργότερα, με την προσθήκη μιας ακόμα γυναίκας, της Παρβάτι (Τσάγια Καρντάμ) η ιστορία θα μεταφερθεί στην επαρχία και εκεί, κάποια στιγμή, θα έρθει η ποιητική κλιμάκωση. Η σχέση της Πράμπα και της Ανού όμως, είναι η ραχοκοκαλιά του φιλμ γιατί η Καπαντία έφτιαξε δυο ηρωίδες που παρά την στενή επαφή και της κοινής ζωής κάτω από την ίδια στέγη, δεν μοιάζουν να γνωρίζουν ή να ενδιαφέρονται να γνωρίσουν η μία την άλλη.
Οι ζωές τους δεν συγκλίνουν πουθενά όμως αυτό δεν σημαίνει ότι δεν τις ενώνει μια «αόρατη» κλωστή, ότι δεν υπάρχει εγγύτητα και κατανόηση ανάμεσά τους. Και αυτό είναι το σημαντικό.
Συγχρόνως, η ταινία δεν κρύβει την αγάπη της για τον ίδιο τιν δραματουργικό χώρο, το Μουμπάι. Θα μπορούσες στ’ αλήθεια να πείς ότι ενίοτε παρακολουθείς κάτι σαν ένα πολύ προσωπικό ντοκιμαντέρ για το Μουμπάι.
Γιατί το Μουμπάι της Καπάντια δεν είναι απλώς η πόλη όπου όλα τα παραπάνω συμβαίνουν, είναι οργανικός ρόλος, καταλυτικός δε στην συνολική εικόνα της ταινίας.
Με βουλιμική όρεξη και ορμή, η Καπάντια αναζητά κάθε μικρή λεπτομέρεια στα στιγμιότυπα καθημερινότητας της πόλης και τα μικρά περιστατικά φτιάχνουν ένα σχεδόν μαγικό ψηφιδωτο μιας ολόκληρης κοινωνίας που θαρρείς συμμετέχει στην «μικρή» ιστορία των δύο γυναικών.
Λες και η σκηνοθέτις θέλει να καταθέσει την απέραντη αγάπη της για την πόλη από την οποία κατάγεται, μια πόλη που εμφανώς γνωρίζει πολύ καλά, μια πόλη γεμάτη από χιλιάδες αντιθέσεις, μια πόλη που από την μια μπορεί να σε απανθρωποποιήσει (όπως συμβαίνει στην ταινία) αλλά από την άλλη, με την ενέργειά της, σου δίνει ζωντάνια (που επίσης συμβαίνει στην ταινία).
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: CINOBO ΟΠΕΡΑ – ΤΑΙΝΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΣΠΟΡΤΙΓΚ – NANA – ΔΑΝΑΟΣ – ΚΗΦΙΣΙΑ – ΖΕΑ ΠΕΙΡΑΙΑΣ – ΡΕΝΑ ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟΥ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ: ΠΑΥΛΟΣ ΖΑΝΝΑΣ – ΒΑΚΟΥΡΑ
—————————————————-
Λυκάνθρωπος (Wolf man)
Μια άλλη πλευρά του λυκανθρώπου

Παραγωγή: ΗΠΑ, 2025
Σκηνοθεσία: Λι Γουανέλ
Ηθοποιοί: Κρίστοφερ Άμποτ, Τζούλια Γκάρνερ, Σαμ Γιέγκερ.
Μετά από τις δεκάδες παραλλαγές της ταινίας «The wolfman» του 1941, όταν ο Λυκάνθρωπος του οποίου πατέρας είναι ο σεναριογράφος της Κουρτ Σιοντμακ (1902 – 2000) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην οθόνη, μια ακόμα ταινία έρχεται από σήμερα να προστεθεί στη λίστα, απασχολώντας κατ’ αρχάς τους φαν των ταινιών τρόμου.
Η διαφορά του που σκηνοθέτησε ο Λι Γουανέλ (επίσης συνσεναριογράφος της με τον Κόρμπετ Τακ), σε σχέση με ότι έχει γυριστεί μέχρι σήμερα για τον Λυκάνθρωπο, βρίσκεται τόσο στην φόρμα της ταινίας όσο και στην απεικόνιση του τρόμου. Ο Γουανέλ προσπάθησε να δώσει έναν αέρα ρεαλισμού στην εικόνα • αέρα που συνήθως συναντάμε στις low budget ταινίες του ανεξάρτητου κινηματογράφου και όχι στις πανάκριβες παραγωγες όπως π.χ. τον «Wolfman« (2010) του Τζο Τζόνστον με τον Μπενίσιο Ντελ Τόρο και τον Αντονι Χόπκινς.
Μάλιστα, αυτός ο «ανεξάρτητος αέρας», οφείλει κανείς να πει ότι κάνει το εγχείρημα ακόμα πιο πιστευτό, πόσο μάλλον με φόντο ένα τεράστιο δάσος όπου το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας λαμβάνει χώρα. Όμως η μεγάλη επιτυχία του Γουανέλ είναι ότι σπανίως η ταινία του δείχνει φάτσα φόρα το πρόσωπο της απειλής, το ίδιο το τέρας. Στην πλειοψηφία των σκηνών του «Λυκανθρώπου», ακόμα και στην σκηνή της υπόθεσής του εναντίον ενός από τα τρία βασικά πρόσωπα, περισσότερο νιώθουμε την ύπαρξη του τέρατος, άρα χωρίς να βλέπουμε το ιδιο, το φανταζόμαστε.
Για το είδος στο οποίο η ταινία ανήκει και με την προϋπόθεση ότι αυτό το είδος όντως χρειαζόταν μια ένεση ανανέωσης, ο Γουανέλ και να ήθελε δεν μπορούσε να καταθέσει καλύτερο αποτέλεσμα
Βαθμολογία: 3 ½
ΑΘΗΝΑ: ΟΛΑ ΤΑ VILLAGE – ΟΛΑ ΤΑ OPTIONS – ΑΕΛΛΩ – ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ – ΦΟΙΒΟΣ – ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ κ.α. ΘΕΣ/ΚΗ VILLAGE COSMOS – ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ ΘΕΣ/ΝΙΚΗ κ.α.
—————————————————-
Στην αίθουσα Studio προβάλλονται επίσης οι δύο παρακάτω ταινίες.
«Συγχώρεση» (Forgiveness, Ισραήλ/ HΠΑ, 2005) Στοιχειωμένος από την εικόνα της νεαρής Παλαιστίνιας που σκότωσε υπηρετώντας τον ισραηλινό στρατό, ένας Αμερικανοεβραίος (Ιτάι Τιράν) καταλήγει σε ένα ψυχιατρείο, το οποίο σύμφωνα με τις φήμες κτίστηκε στην κορυφή ενός παλαιστινιακού χωριού όπου περισσότεροι από 100 Παλαιστίνιοι δολοφονήθηκαν από Ισραηλινούς το 1948. Παρά το δυνατό θέμα της, η ταινία του Ούντι Αλόνι μοιάζει κοιτάζει επιδερμικά το καυτό ζήτημα των σχέσεων Ισραήλ – Παλαιστίνης και αναλώνεται φλύαρα στην ανάπτυξη πολλών «υποθεμάτων» σχετικών με το παρελθόν του κεντρικού ήρωα τα οποία μαθαίνουμε μέσα από φλας μπακ και μοιάζουν άσχετα με την ουσία.
Βαθμολογία: 2
«Στην κόψη του ξυραφιού» (Ελλάδα, 2025). Το πρώτο ελληνικό ντοκιμαντέρ για την τέχνη του Κουνγκ Φου από τον σκηνοθέτη και παραγωγό Χρήστο Ν. Καρακάση και με κεντρικό πρόσωπο τον δάσκαλο Sifu Κυριάκο Ελευθερίου.