Ο Έλιοτ το αναγγέλλει αλλά δεν το τολμά. Διερωτάται «ποια είναι η χρήση ή οι χρήσεις της λογοτεχνικής κριτικής» ομολογώντας ότι καμία ικανοποιητική απάντηση δεν βρίσκει. Διερωτάται επίσης για το κατά πόσο «ο κριτικός μπορεί να αλλάξει το γούστο του κοινού για τον έναν ή τον άλλον ποιητή».

Και αφού αποφανθεί ότι «ο κριτικός δεν μπορεί να δημιουργήσει γούστο», μας υπενθυμίζει στην τελευταία παράγραφο του κειμένου του, ότι με την δική του «λογοτεχνική κριτική» ασχολήθηκε εξετάζοντάς την «ως (“qua”) λογοτεχνική». Πράγμα που μου επιτρέπει να υποθέσω ότι την εξετάζει ως λογοτεχνία και όχι ως κριτική. Διότι τίποτα περισσότερο δεν θα μπορούσε να συγκρατήσει κανείς από αυτήν την κρίσιμη παρατήρηση παρά το «ως» ενός κειμένου και όχι το «τι» του κειμένου. Το κείμενο δεν λέει κάτι τι, λέει πώς γράφεται.

Δεν γράφουμε βάζοντας μια τελεία εν όψει αξιολόγησης του κειμένου μας εκ των υστέρων αλλά συνεχίζουμε ένα κείμενο από εκεί που τελείωσε, ad infinitum. Δεν γράφουμε πια μυθιστορήματα ή ποιήματα ως ταυτότητα με σκοπό να γράψουμε πεζογραφία ή ποίηση, αλλά γράφουμε όταν δεν ξεκινάμε να γράψουμε ονομάζοντας το είδος. Τότε έχουμε πεζογραφία ή ποίηση ως εάν η αδυναμία να παρέχει το διαβατήριο της γραφής.

Ο Έλιοτ έγραψε κριτική ως ποιητής ώστε να μην αφομοιωθεί από τον κριτικό κατ’ επάγγελμα -τον οποίο άλλωστε θεωρηθεί έναν «αποτυχημένο δημιουργό». Και αφού αναφερθεί στον «κριτικό με γούστο» -«συνήγορο των συγγραφέων» όπως τον αποκαλεί- ο οποίος «δεν καλείται στην δικαστική έδρα» και τέλος αφού αποκλείσει ένα τρίτο είδος «κριτικού» (τον «ακαδημαϊκό» ή τον «θεωρητικό»), καταλήγει στον δικό του τρόπο στο να ορίσει την κριτική με έναν παράδοξο ορισμό του Φ. Χ. Μπράντλεϊ για τη μεταφυσική: «Η ανεύρεση λαθεμένων αιτίων για ό,τι πιστεύουμε γύρω από το ένστικτο, ενώ η επιθυμία μας να βρούμε τις αιτίες αυτές, προδίδει εξίσου ένστικτο».

Ο Έλιοτ δυναμιτίζει εκ των προτέρων τα αριθμημένα κριτήρια με κανονιστικές προθέσεις αναθέτοντας στο ένστικτο (γούστο), και για την ακρίβεια στο κοινό πρόβλημα ενστίκτου και θεσμού, που μας οδηγεί στο πώς δημιουργείται η σύνθεση μεταξύ της τάσης και του αντικειμένου που ικανοποιεί.

«Ένα έργο κριτικής», γράφει ο Έλιοτ, «κινεί το πραγματικό ενδιαφέρον και όχι μόνο την περιέργεια μιας μελλοντικής γενεάς, μόνον εάν εξακολουθεί να χρησιμεύει στους μελλοντικούς αναγνώστες γι’ αυτό που είναι, αν έχει δηλαδή βαθύτερη αξία έξω από το ιστορικό του πλαίσιο». Οπότε, ποιος Ρίτσος;

Ο Έλιοτ ασφαλώς έχει διαβάσει τον Προυστ: «Τα ωραία βιβλία γράφονται σε ένα είδος ξένης γλώσσας», την οποία προσθέτω, δεν μιλάει πάντα ο κριτικός, διότι δεν γράφει ωραία βιβλία και γιατί η μονάχη «έγνοια» της γλώσσας, παρουσιάζεται ως φιλολογικός καταναγκασμός.

«Γράφω», δεν σημαίνει μόνο «εκφράζομαι», αλλά και «μεταναστεύω» στην ξένη χώρα της ξένης γλώσσας στην οποία οφείλω να γράψω τα «ωραία βιβλία». «Γράφω» και περνάω τα ορθογραφικά και συντακτικά μου λάθη κατά την εκμάθηση αυτής, της ξένης γλώσσας στη ζωή μου και όχι στο χαρτί της εκλογής μου ως ακαδημαϊκού. Και ασφαλώς δεν γράφω, όταν «κρίνω» για να ανταποκριθώ στον θεσμό, στην εξουσία δηλαδή που μου προσφέρει ο θεσμός ως κριτικού.

Κι όποιος με ρωτήσει σε τι επιτέλους συνίσταται η γραφή, θα απαντήσω με την απορία που διατυπώνει η Βιρτζίνια Γουλφ. «Ποιος μιλάει για γραφή; Ο συγγραφέας ενδιαφέρεται για άλλα πράγματα».

Με το σημερινό, τελευταίο κείμενο για τους κριτικούς και τη δοτή τους αστεία δύναμη, κλείνω ένα ζήτημα που δεν αφορά ακριβώς στην αποσιώπησή μου από την πρώτη ελιοτική κατηγορία των ακαδημαϊκών ή των θεωρητικών κριτικών, αλλά για να θέσω κι εγώ το περιβόητο «Για να τελειώνουμε με την κριτική». Και για να γίνω σαφέστερoς, για να τελειώνουμε με το «χρέος» με το οποίο έχουμε πιστωθεί ως ισόβιοι οφειλέτες. Και δεν περιορίζομαι στον «Αντίχριστο» του Νίτσε για να εννοήσω την σημασία του κριτικού ως μνησίκακου ιερέα.

Εάν διαβάζω τα Ευαγγέλια του, ως Δυσαγγέλια τα εισπράττω. Ούτε και περιορίζομαι στον Αρτώ που εξορίζει τον συγγραφέα από τη σκηνή. Ο κλήρος μας (το επίδικο) είναι «κλήρος» της νύχτας και όχι του «μεσημεριού», στην «μοναξιά των κάμπων με βαμβάκι» όπου ο ντίλερ και ο πελάτης, κρίνουν και κρίνονται πριν αναρωτηθούν με πιο όπλο θα σκοτώσει ο ένας τον άλλο. Σ’ αυτό το νυχτερινό επικίνδυνο πάρε-δώσε, τι δουλειά έχουν τα αλισβερίσια των Επιτροπών.

Δε λέω, οι Επιτροπές με διασκεδάζουν ως κριτές καλλιστείων των φιλόπτωχων στους «Βιτελόνι» του Φελίνι για παράδειγμα ή στο «Μια ζωή την έχουμε» με τον Δημήτρη Χορν. Ήθελε να καταπλήξει τα πλήθη με την Μπίμπη, την μεγαλοπουτάνα του φιλόπτωχου ταμείου. Κατέληξε στο υπερωκεάνειο μετανάστης για την Αμερική.

ΥΓ. Δεν είναι διόλου«ξεκάρφωτα» όσα εμμονικά γράφω για τις Επιτροπές των Υπουργείων και τις Διευθύνσεις τους. Το είδαμε προχθές και με την «μονταζιέρα».

Μόνο που το μοντάζ είναι πιο περίπλοκο και αφορά αυτό το «σύστημα» (την μουβιόλα). Μας ράβει και μας κόβει στα μέτρα του παραγωγού που βάζει τα λεφτά.

Πώς λέγεται η ταινία; «Το τελευταίο ψέμα».

Ποιος γράφει το σενάριο; Το μεγάλο κεφάλαιο και τα μεγάλα μορφωτικά Ιδρύματα

Πού γίνεται το ρεπεράζ; Στη Βουλή και τις κλειστές κάμαρες. Με τι κάμερα;

Με το κινητό που μας έβαλαν στην τσέπη.Ποιοί παίζουν; Έ, εντάξει, αυτούς τους ξέρουμε.

Εμείς!

«Καλά βρε αδερφέ μην κάνεις έτσι, δεν μας βλέπεις; Επισκευάζουμε τώρα την κοσμοθεωρία». (Νίκος Καρούζος)

* Τ. Σ. Έλιοτ , Δεν είναι η ποίηση που προέχει, εκδ. Πατάκη 2003, (δοκίμιο «Για να κρίνουμε τον κριτικό», 1961)