Ανταγωνιστικότητα, Ανάπτυξη και Εργασία

Ασφαλώς το ζητούμενο είναι η ευημερία της κοινωνίας και κάθε πολίτη, χωρίς αποκλεισμούς και αποτελεί καθήκον και υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει σε όλους τους πολίτες τις υπηρεσίες που δικαιούνται και για τις οποίες πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Γράφει ο Σίμος Αναστασόπουλος.

Ασφαλώς το ζητούμενο είναι η ευημερία της κοινωνίας και κάθε πολίτη, χωρίς αποκλεισμούς και αποτελεί καθήκον και υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει σε όλους τους πολίτες τις υπηρεσίες που δικαιούνται και για τις οποίες πληρώνουν τους φόρους που τους αναλογούν. Είναι επίσης αναμφισβήτητο γεγονός ότι το καλύτερο επίπεδο ποιότητας υπηρεσιών, ελευθερίας, και τελικά ευημερίας απολαμβάνουν οι πολίτες ευνομούμενων δημοκρατικών κρατών με φιλελεύθερες ανοικτές οικονομίες και ισχυρές κοινωνικές πολιτικές.

Με αυτά τα δεδομένα και σε ένα παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, απότοκο της απαίτησης για ανάπτυξη και ικανοποίηση των αυξανομένων απαιτήσεων των καταναλωτών, η δυνατότητα παραγωγής πλούτου και καλά αμειβόμενης εργασίας σε μια χώρα είναι άμεσα συνδεδεμένη με τη δυνατότητά της να παράγει ποιοτικά προϊόντα και υπηρεσίες με διεθνή ζήτηση και ανταγωνιστικές τιμές. Ειδικά για μικρότερες χώρες, με περιορισμένη εσωτερική ζήτηση, η εξωστρέφεια αποτελεί μονόδρομο αναπτυξιακής πολιτικής. Τυχόν επιφυλάξεις δε για την παγκοσμιοποίηση απαντήθηκαν μόλις, καθόσον η πανδημία όχι μόνο δεν έδωσε τη χαριστική βολή στην παγκοσμιοποίηση αλλά λειτούργησε σαν επιταχυντής, με τις ασιατικές οικονομίες να χρησιμοποιούν με επιτυχία εναλλακτικές αλυσίδες διανομής και τις οικονομίες να ανακάμπτουν πλήρως.

Εχοντας κατανοήσει με τον σκληρότερο τρόπο τις συνέπειες και τη νομοτελειακή κατάληξη της κατανάλωσης εισαγόμενων προϊόντων με δανεικά, μετά από δέκα χρόνια ύφεσης και προσπάθειας αναδιοργάνωσης του οικονομικού και παραγωγικού μοντέλου, ενστερνιστήκαμε το δοκιμασμένο υπόδειγμα της βιώσιμης ανάπτυξης. Αυτό που εφαρμόζουν οι χώρες που ευημερούν, σε βάθος χρόνου, και χαρακτηρίζεται από υψηλή Ανταγωνιστικότητα.

Η Ελλάδα, δυστυχώς, εξακολουθεί να ολισθαίνει στους δείκτες και στην κατάταξη ανταγωνιστικότητας. Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι στην κατάταξη του Παγκόσμιου Δείκτη Ανταγωνιστικότητας για το 2019 που δημοσιεύει το WEF, η Ελλάδα βρίσκεται στην 59η θέση έχοντας χάσει δύο θέσεις από το 2018, και στην 27η θέση στην Ευρώπη των 28. Μικρές βελτιώσεις άρχισαν να εμφανίζονται στις κατατάξεις του IMD για το 2019.

Η ενίσχυση της αξιοκρατίας, της διαφάνειας και αποδοτικότητας των θεσμών και της Δημόσιας Διοίκησης αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην Ελλάδα. Η μεταρρύθμιση του Δημόσιου Τομέα, περιλαμβανομένης και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης που είναι σε εξέλιξη, θα διαδραματίσει βασικό ρόλο στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Αντίστοιχης σημασίας είναι και η επιτάχυνση της απονομής δικαιοσύνης, η απλοποίηση του φορολογικού κώδικα με διεύρυνση της φορολογικής βάσης και μείωση των συντελεστών, η ευελιξία του εργασιακού καθεστώτος και η μείωση του βάρους στη μισθωτή εργασία. Σημαντική ακόμη για τη δημιουργία βιώσιμης ανάπτυξης είναι η δυνατότητα παραγωγής καινοτομίας, δηλαδή η σύνδεση των ερευνητικών κέντρων με την επιχειρηματικότητα. Αμεσες προτεραιότητες ακόμη αποτελούν το Κτηματολόγιο, οι χρήσεις γης και το νέο πτωχευτικό δίκαιο.

Το Συμβούλιο Ανταγωνιστικότητας, με την έκδοση της Πυξίδας, επισημαίνει τις υστερήσεις, βαθμολογεί τις επιδόσεις της χώρας στους πυλώνες ανταγωνιστικότητας και προτεραιοποιεί τις απαραίτητες δράσεις πολιτικής για τη βελτίωση της ανταγωνιστικής μας θέσης. Θεωρώ αναμενόμενο ότι οι επισημάνσεις του Συμβουλίου αποτελούν και τομείς προτεραιότητας στην Εκθεση Πισσαρίδη, που ακτινογραφεί με ακρίβεια και πληρότητα την κατάσταση του ελληνικού οικονομικού περιβάλλοντος, τα προβλήματα, τις αγκυλώσεις και τον κλειστό χαρακτήρα των επιμέρους τομέων και περιέχονται στις Στρατηγικές Κατευθύνσεις του Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που παρουσίασε η κυβέρνηση.

Θα ήθελα εδώ να επισημάνω ότι υψηλή ανταγωνιστικότητα δεν σημαίνει χαμηλοί μισθοί. Η Ελλάδα δεν προτίθεται (και δεν μπορεί) να ανταγωνιστεί στην αγορά μαζικών καταναλωτικών προϊόντων. Το δικό μας Στρατηγικό Σχέδιο, όπως έχει κατ’ επανάληψη διατυπωθεί τόσο από την πολιτεία όσο και από την αγορά, αναφέρεται στον προσανατολισμό της οικονομίας μας και των εξαγωγών σε προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οπως δε αποδεικνύουν πρόσφατες μελέτες (ΕΛΙΑΜΕΠ Εδρας Α. Γ. Λεβέντη «Εξωστρέφεια, Εξαγωγές των Επιχειρήσεων και Μισθολογικό Περιβάλλον στην Ελληνική Οικονομία») οι επιχειρήσεις με τις μεγαλύτερες εξαγωγές σαφώς πληρώνουν μεγαλύτερους μισθούς και μπόνους.

Η Ελλάδα, όπως επιβάλλεται από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, για να λάβει την στήριξη που της αναλογεί κατέθεσε ήδη τις Στρατηγικές Κατευθύνσεις για το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, όπου καθορίζονται τα μεταρρυθμιστικά και επενδυτικά μας προγράμματα έως το 2026. Θα ακολουθήσει το τελικό Σχέδιο με τους στόχους, τα ορόσημα και το εκτιμώμενο κόστος προς ένα πιο εξωστρεφές, ανταγωνιστικό και πράσινο οικονομικό μοντέλο, με πιο αποτελεσματικό και ψηφιοποιημένο κράτος, με φορολογικό σύστημα πιο δίκαιο και φιλικό προς την ανάπτυξη και με ένα ποιοτικό και αποτελεσματικό δίκτυο κοινωνικής προστασίας.

Εδώ εντοπίζω και το πλέον σημαντικό όφελος για τη χώρα. Για πρώτη φορά, διατυπώνεται ένα Στρατηγικό Σχέδιο για την Ανάπτυξη με στόχους και πρόγραμμα που βασίζεται στην ενδελεχή αποτύπωση και στις κατευθύνσεις της Εκθεσης Πισσαρίδη για την κατάσταση της οικονομίας μας. Μπαίνουν έτσι ισχυρές βάσεις για το απαραίτητο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα, και τη χρηματοδότησή του, που θα βελτιώσει την ανταγωνιστικότητα της χώρας και θα καλύψει το επενδυτικό και παραγωγικό κενό της οικονομίας μας.

Τα 32 δισ. των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης για την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση και των δανείων, με παράλληλη κινητοποίηση των ιδιωτικών κεφαλαίων για επενδύσεις μπορούν να μεταμορφώσουν την ελληνική οικονομία και να δημιουργήσουν το κατάλληλο περιβάλλον για τη βιώσιμη ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή.

Η πανδημία έφερε ξανά την οικονομία μας σε δύσκολη θέση, έφερε όμως και μια μοναδική ευκαιρία, με τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, χρηματοδότησης της απαραίτητης αναμόρφωσης του οικονομικού περιβάλλοντος και του παραγωγικού μοντέλου. Με σταθερή πολιτική βούληση, Στρατηγικό Σχέδιο σε ισχυρές βάσεις και ξεπερνώντας ατομικές και συντεχνιακές αντιστάσεις μπορούμε να αλλάξουμε, να ευθυγραμμιστούμε με τις ευρωπαϊκές πολιτικές βιώσιμης ανάπτυξης, να ανακτήσουμε την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας και να επαναφέρουμε την εργασία και τις αμοιβές στα επίπεδα που δικαιούμεθα.

Ο κ. Σίμος Αναστασόπουλος είναι πρόεδρος του Συμβουλίου Ανταγωνιστικότητας της Ελλάδας.

Ακολουθήστε στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, από
Αφιερώματα
ΒΗΜΑτοδότης
Σίβυλλα
Helios Kiosk