Μόλις ο πρόεδρος Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιούσε την πρώτη προεκλογική συγκέντρωση της εποχής της Covid-19 σε κλειστό γήπεδο στην Τάλσα της Οκλαχόμα, μια ευτραφής λευκή γυναίκα 51 ετών από την Αϊοβα, η Μέρι Τζο Λάουπ – σε καμία περίπτωση τυπική σταρ των σόσιαλ μίντια – εκνευρίστηκε πολύ. Ανέβασε ένα βίντεο στο TikTok, στο οποίο προέτρεψε τον κόσμο να επισκεφθεί την ιστοσελίδα του Τραμπ και να κρατήσει θέσεις στο γήπεδο της Τάλσα αλλά να μην εμφανιστεί, ώστε ο Τραμπ να βρεθεί μπροστά σε άδεια καθίσματα.

Οταν η Λάουπ κοίταξε το τηλέφωνό της το επόμενο πρωί, το βίντεο είχε πάρει περισσότερα από 700.000 likes και είχε περισσότερες από δύο εκατομμύρια προβολές. Σύντομα νεαροί χρήστες του TikTok, του δημοφιλέστερου μέσου κοινωνικής δικτύωσης σήμερα, άρχισαν να ανεβάζουν τα δικά τους βίντεο, όπου έδειχναν ότι είχαν κρατήσει θέσεις στην Τάλσα αλλά δεν θα πήγαιναν, και προέτρεπαν και άλλους να κάνουν το ίδιο.

Οι ευθύνες για
το άδειο γήπεδο

Τις ημέρες πριν από την προεκλογική συγκέντρωση, ο Τραμπ ανακοίνωνε ότι ανέμενε κοινό ενός εκατομμυρίου ατόμων. Τελικά, το περασμένο Σάββατο, μόλις 6.200 οπαδοί του εμφανίστηκαν στο 19.000 θέσεων κλειστό στάδιο και πήγαν στράφι οι εγκαταστάσεις που είχε στήσει το επιτελείο του προέδρου έξω από το στάδιο για τους οπαδούς που δεν θα χωρούσαν μέσα.

Ευθύνεται το TikTok για τα άδεια καθίσματα στην Τάλσα ή ο κορωνοϊός; Οι ειδικοί κατέληξαν ότι ακόμη και αν δεν ευθύνεται το TikTok για το άδειο γήπεδο, σίγουρα ευθύνεται για τις υπερβολικές προσδοκίες του Λευκού Οίκου για ένα εκατομμύριο άτομα.

Το TikTok πάντως έδειξε τη δύναμή του. «Το διαφορετικό αυτή τη φορά είναι η χρήση του μεγαθηρίου αυτού των σόσιαλ μίντια, ως οργανωτικής πλατφόρμας. Κυριαρχείται από τη Γενιά Ζ (σ.σ.: Gen Z ή Tech Gen, αυτοί που έχουν γεννηθεί μετά το 2000) με τρόπο που ούτε καν τον φθάνουν άλλες εφαρμογές – και εκεί υπάρχει πραγματική δύναμη» έγραψε η «Washington Post».

«Υπάρχουν έφηβοι σ’ αυτή τη χώρα που συμμετείχαν στη μικρή αυτή διαμαρτυρία της μη εμφάνισης, που πιστεύουν ότι μπορούν να επηρεάσουν το πολιτικό σύστημα παρά το γεγονός ότι δεν είναι ακόμη αρκετά μεγάλοι για να ψηφίσουν» δήλωσε η Λάουπ στο CNN.

«Κανονικά το TikTok θεωρείται πλατφόρμα για εφήβους που χορεύουν και όχι για πολιτική δράση» σχολίασε το αμερικανικό τηλεοπτικό δίκτυο. Ομως πολύ πρόσφατα, σταρ «Tικτόκερς», όπως η 16χρονη Τσάρλι Ντ’ Αμέλιο (περισσότεροι από 60 εκατ. ακόλουθοι, κερδίζει 129.000 δολάρια ανά βίντεο που ανεβάζει συν τα έσοδα από τις διαφημίσεις στις οποίες έχει παίξει), είχαν πάρει θέση υπέρ του «Black Lives Matter». Σύντομα το λογότυπο και το κίνημα για τα δικαιώματα των μαύρων έγιναν γνωστά σε παιδιά Δημοτικού και εφήβους σε όλον τον κόσμο – και στην Ελλάδα.

Με παγκόσμια απήχηση

Το TikTok είναι το πρώτο μη αμερικανικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης που έχει παγκόσμια απήχηση. Ανήκει στην εταιρεία ByteDance που ίδρυσε στο Πεκίνο ο Κινέζος Ζανγκ Γιμίνγκ. Το 2016 λανσάρισε το Douyin για την κινεζική αγορά αλλά όπως παρατήρησε, «η Κίνα έχει μόνο το ένα πέμπτο των χρηστών του Ιντερνετ παγκοσμίως. Αν δεν επεκταθούμε σε παγκόσμιο επίπεδο, θα χάσουμε από τους ανταγωνιστές που στοχεύουν στα υπόλοιπα τέσσερα πέμπτα. Γι’ αυτό πρέπει να γίνουμε παγκόσμιοι». Ετσι τον Σεπτέμβριο του 2017 λάνσαρε το TikTok, αντίστοιχο του Douyin, στην παγκόσμια αγορά.

Η ιδέα είναι ότι οι χρήστες ανεβάζουν βίντεο διάρκειας 15 ως 60 δευτερολέπτων γυρισμένα με κινητό και προορισμένα να προβληθούν σε κινητό για όποιο θέμα τους κατέβει στο κεφάλι. Στην πράξη, η συντριπτική πλειονότητα των βίντεο δείχνει τους χρήστες να κάνουν χορευτικά σε μουσική ραπ ή K-pop (κορεατική ποπ), κωμικά σκετσάκια, «τσάλεντζ» και σχολικές πλάκες. Περίπου το 60% των χρηστών του TikTok είναι 16-24 ετών.

Ως τις αρχές του 2019, η εφαρμογή είχε κατεβεί ένα δισεκατομμύριο φορές παγκοσμίως. Σήμερα, έχει κατεβεί 1,9 δισ. φορές, σύμφωνα με στοιχεία της αμερικανικής Sensor Tower.

Ανησυχίες
στο Κογκρέσο

Η Σίλικον Βάλεϊ άρχισε πρόσφατα να ανησυχεί και να πιέζει προκειμένου να εφαρμόσει «τη γνωστή της τακτική πνιξίματος του νεοφερμένου», όπως χαρακτηρίστηκε στον Τύπο. Παράλληλα, Ρεπουμπλικανοί και Δημοκρατικοί γερουσιαστές ήγειραν στο Κογκρέσο ανησυχίες για την ιδιωτικότητα στο TikTok, τον κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια των ΗΠΑ και την εκμετάλλευση από την Κίνα των στοιχείων που συλλέγει η πλατφόρμα από τους χρήστες της.

Η ραγδαία άνοδος του TikTok συνέπεσε με τη ραγδαία επιδείνωση των σχέσεων ανάμεσα στην Ουάσινγκτον και στο Πεκίνο λόγω του εμπορικού πολέμου. Αρκετές κυβερνητικές υπηρεσίες στις ΗΠΑ, όπως και σχεδόν όλες οι υπηρεσίες του αμερικανικού στρατού, έχουν απαγορεύσει στους εργαζομένους τους να κατεβάζουν ή να χρησιμοποιούν το TikTok.

Στα τέλη του 2019, σε ομιλία του στο Πανεπιστήμιο Τζορτζτάουν ο ιδρυτής του Facebook Μαρκ Ζάκερμπεργκ προώθησε το αμερικανικό μέσο δικτύωσης ως θεματοφύλακα της ελευθερίας του λόγου σε σύγκριση με τον κινεζικό ανταγωνιστή του: «Η Κίνα οικοδομεί το δικό της Ιντερνετ επικεντρωμένο σε πολύ διαφορετικές αξίες και τώρα εξάγει το όραμά της για το Ιντερνετ και σε άλλες χώρες». Ως απόδειξη, ανέφερε ότι το TikTok ελάχιστα ασχολήθηκε με τις διαμαρτυρίες στο Χονγκ Κονγκ. «Ενώ οι δικές μας υπηρεσίες, όπως το WhatsApp, χρησιμοποιούνται παντού από διαδηλωτές και ακτιβιστές λόγω της ισχυρής κρυπτογράφησης και της προστασίας της ιδιωτικότητας. Στο TikTok, οι αναφορές στις διαδηλώσεις αυτές λογοκρίνονται, ακόμη και στις ΗΠΑ. Αυτό το Ιντερνετ θέλουμε;» ρώτησε. Πολλοί, εντός και εκτός ΗΠΑ, απάντησαν ότι δεν θέλουν ούτε το Ιντερνετ που προτείνει ο Ζάκερμπεργκ και τα λοιπά αμερικανικά σόσιαλ μίντια τα οποία συλλέγουν στοιχεία για τους χρήστες τους και τα χρησιμοποιούν για αμφιλεγόμενους σκοπούς, ενώ δεν βάζουν φρένο στη διάδοση του μίσους και των ψευδών ειδήσεων.

Χωρίς βίζα εργασίας οι πολίτες τρίτων χωρών
Τον Μάιο, ο Μπάιντεν ξεπέρασε για πρώτη φορά τον Τραμπ στη συλλογή χρημάτων – 80,8 εκατ. δολάρια έναντι 74 εκατ. Μάλιστα, το επιτελείο του δήλωσε ότι άρχισαν να λαμβάνουν δεκάδες επιταγές των 1.200 δολαρίων ώσπου συνειδητοποίησαν ότι επρόκειτο για τις επιταγές που είχε στείλει η κυβέρνηση ως βοήθημα για τον κορωνοϊό αλλά ορισμένοι επέλεξαν να δωρίσουν το ποσό στον Δημοκρατικό υποψήφιο. Ο Τραμπ βεβαίως παραμένει ικανότατος στη συλλογή χρημάτων αφού λέγεται ότι συγκέντρωσε 10 εκατ. δολάρια σε πρόσφατο δείπνο. Πάντως ο Τραμπ κάνει το παν για να κινητοποιήσει τη βάση του. Τη Δευτέρα, ανέστειλε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του έτους τις νέες βίζες εργασίας, αποκλείοντας εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες τρίτων χωρών από το να εργαστούν στις ΗΠΑ – από τις κορυφαίες υποσχέσεις της προεκλογικής εκστρατείας του 2016. Ο πρόεδρος υποστηρίζει ότι αυτές οι θέσεις εργασίας πρέπει να καλυφθούν από Αμερικανούς, όμως οι επιχειρήσεις, ιδίως οι τεχνολογικές, είναι σφόδρα αντίθετες, είτε γιατί οι Αμερικανοί δεν επιθυμούν είτε επειδή δεν έχουν τα προσόντα για να εργαστούν στις θέσεις αυτές.

Ο Μπάιντεν
παίρνει κεφάλι
στις δημοσκοπήσεις
Ο αγώνας του Τραμπ για την επανεκλογή του στον Λευκό Οίκο δυσκολεύει κάθε μέρα που περνά. Μετά τον κορωνοϊό, που βρίσκεται ακόμη σε μεγάλη άνοδο στις ΗΠΑ, ιδίως στις νότιες Πολιτείες όπως το Τέξας και η Φλόριδα, την οικονομική κρίση που αυξάνει την ανεργία και τις μαζικές διαδηλώσεις κατά του ρατσισμού απέναντι στους μαύρους, έρχονται οι αποκαλύψεις μέσω βιβλίων.
Τελευταίο, εκείνο του πρώην συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας Τζον Μπόλτον, που κυκλοφόρησε την Τρίτη παρά τις προσπάθειες του Λευκού Οίκου να το απαγορεύσει δικαστικά και δείχνει τον απαράδεκτο τρόπο με τον οποίο ασκεί πολιτική ο πρόεδρος. Ενα ακόμη βιβλίο, από την ανιψιά του προέδρου, Μέρι Τραμπ, κόρη του μεγάλου αδερφού του, με τίτλο «Too Much and Never Enough: How My Family Created the World’s Most Dangerous Man», πρόκειται να κυκλοφορήσει στις 28 Ιουλίου.
Ο έτερος αδερφός Τραμπ κατέφυγε στα δικαστήρια αυτή την εβδομάδα προσπαθώντας να σταματήσει την κυκλοφορία του βιβλίου, με το επιχείρημα ότι η συγγραφέας είχε υπογράψει συμφωνία εμπιστευτικότητας το 2001 (αυτό είχε γίνει στον συμβιβασμό για τη δίκη για τα κληρονομικά που είχε κάνει η ψυχολόγος Μέρι Τραμπ και ο αδελφός της κατά των θείων τους). Το βιβλίο, το οποίο έχει ήδη γίνει μπεστ σέλερ από τις προπωλήσεις, υπόσχεται ότι θα αποκαλύψει οικογενειακά μυστικά που εξηγούν την ψυχολογία του προέδρου.
Αποκαλύψεις βαρύνουν και τον υπουργό Δικαιοσύνης Ουίλιαμ Μπαρ, ύστερα από τις καταθέσεις ενός ομοσπονδιακού εισαγγελέα και ενός αξιωματούχου του υπουργείου Δικαιοσύνης στο Κογκρέσο την Τετάρτη στις οποίες τον κατηγορούν ότι ξεκινά έρευνες και δίκες «με βάση πολιτικούς υπολογισμούς» για να εξυπηρετήσει τον Τραμπ. Για παράδειγμα, οι εισαγγελείς που ανέλαβαν την υπόθεση του Ρότζερ Στόουν (στενού φίλου του Τραμπ και πρώην συμβούλου του που έχει καταδικαστεί σε 40μηνη φυλάκιση στο πλαίσιο της έρευνας για τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές του 2016) δέχθηκαν πολλές πιέσεις για να είναι επιεικείς μαζί του. Η γενικότερη εντύπωση είναι ότι το δίδυμο Τραμπ – Μπαρ υπονομεύει την ανεξαρτησία της αμερικανικής Δικαιοσύνης.
Κατόπιν όλων αυτών, ο Τζο Μπάιντεν προηγείται κατά 14 μονάδες στις δημοσκοπήσεις για τις εκλογές του Νοεμβρίου, σύμφωνα με την πρώτη πανεθνική δημοσκόπηση των New York Times/Siena College αυτή την εβδομάδα, το οποίο δείχνει «πόσο ανηφορικός είναι ο δρόμος για την επανεκλογή του Τραμπ», όπως παρατήρησε η αμερικανική εφημερίδα: ο Μπάιντεν παίρνει 50% έναντι 36% του Τραμπ. Το ανησυχητικό για τον πρόεδρο είναι ότι ο Δημοκρατικός αντίπαλός του έχει καταφέρει να αποκτήσει μεγάλο προβάδισμα σε δημογραφικές ομάδες που ήταν μοιρασμένες το 2016, όπως στους ανεξάρτητους ψηφοφόρους και στις λευκές μορφωμένες γυναίκες. Ακόμη και ανάμεσα στους άνδρες, στους λευκούς ψηφοφόρους γενικότερα και στους μέσης ηλικίας και άνω, που παίζουν καθοριστικό ρόλο σε κάθε νίκη των Ρεπουμπλικανών, ο Μπάιντεν ισοψηφεί με τον Τραμπ. Στους μαύρους και λατίνους ψηφοφόρους το προβάδισμα του Μπάιντεν είναι τεράστιο.
Σύμφωνα με την ίδια δημοσκόπηση, υπάρχει μεγάλη περίπτωση να ξανακερδίσουν οι Δημοκρατικοί τη Γερουσία τον Νοέμβριο και να κρατήσουν τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Ανάλυση στο περιοδικό «The Atlantic» δίνει μια εξήγηση γιατί οι Ρεπουμπλικανοί υπολείπονται των Δημοκρατικών στις δημοσκοπήσεις για το Κογκρέσο: «Υστερα από 12 χρόνια που εκμεταλλεύεται την πολιτική της λευκής ταυτότητας με κυριότερους “κακούς” έναν μαύρο (σ.σ.: Μπαράκ Ομπάμα) και μια γυναίκα (σ.σ.: Χίλαρι Κλίντον), το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα δυσκολεύεται να εφαρμόσει το σενάριο του πολιτισμικού πολέμου της εποχής Ομπάμα κατά ενός γηραιού, μετριοπαθούς, λευκού άνδρα».