Οι γερμανικές εκλογές έστειλαν στην Αθήνα ένα διπλό μήνυμα.
Πρώτον, ξεχάστε το χρέος. Ιδίως αν ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε δεν βρίσκεται στο υπουργείο Οικονομικών για να στηρίξει κάποια λύση.
Δεύτερον, και χωρίς ουσιαστικά μέτρα για το χρέος, μια «καθαρή έξοδος» από το Μνημόνιο το καλοκαίρι του 2018 μοιάζει εξαιρετικά απίθανη.
Με άλλα λόγια, το «καλό σενάριο» που διαφημίζει η κυβέρνηση δεν φαίνεται να βρίσκεται στο τραπέζι. Ούτε η ροζ εικόνα της οικονομίας που φιλοτεχνεί ο Τσακαλώτος ανταποκρίνεται σε αντικειμενικά δεδομένα.
Τόσο ο Κ. Σημίτης όσο και ο Ι. Στουρνάρας φρόντισαν άλλωστε να προσγειώσουν απότομα την κυβερνητική φανφάρα.
Η ερώτηση όμως είναι απλή. Γιατί τελικά η κυβέρνηση καταφεύγει σε μια επανάληψη του 2015;
Προφανώς όχι με τους ίδιους στόχους, αλλά με την ίδια λογική: την επαγγελία ενός ανέφικτου δρόμου που με μαθηματική βεβαιότητα οδηγεί σε μια αδιέξοδη κατάσταση.
Γιατί δηλαδή επιλέγουν πάλι την παρλαπίπα, τη στιγμή που η ελληνική κοινωνία δείχνει έτοιμη να δεχτεί μια πιο προσγειωμένη, ρεαλιστική αλλά και βάσιμη προοπτική; Γιατί πουλάνε φύκια όταν δεν τους ζητούν μεταξωτές κορδέλες;
Ο λόγος είναι απλός. Επειδή η κυβέρνηση δεν αναζητεί λύση αλλά πολιτική επιτυχία. Είναι προφανές ότι έχει εξαντλήσει τις αντοχές της σε καθεστώς μειονεξίας και αμφισβήτησης. Θέλει να αυτοανακηρυχθεί σε θέση ισχύος.
Την περασμένη Δευτέρα μου έκανε εντύπωση ο Πρωθυπουργός στη Βουλή. Σε μια συζήτηση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής δεν αρκέστηκε να φορτωθεί τον Καμμένο και τον Κουρουμπλή –όπως ήταν ίσως αναμενόμενο…
Αφιέρωσε τα δύο τρίτα της ομιλίας όχι μόνο για να παρουσιάσει μια δική του εικόνα της πραγματικότητας (θεμιτό…), αλλά και για να υπονοήσει στους βουλευτές του ότι η αντιπολίτευση βρίσκεται περίπου στα πρόθυρα της κατάρρευσης.
Η προσπάθεια ήταν φιλότιμη, αλλά δεν ξέρω πόσοι τον πίστεψαν. Μάλλον χωρίς ενθουσιασμό καταψήφισαν την πρόταση για τον Καμμένο.
Βουλευτής και στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ μου εξομολογήθηκε πρόσφατα ότι το Μαξίμου τους διαβεβαίωνε ότι μέσα στο καλοκαίρι το προβάδισμα της ΝΔ είχε εξανεμιστεί και ότι κινείται πλέον στα όρια του στατιστικού λάθος. «Και ύστερα ήρθαν οι μέλισσες…».
Η προσπάθεια αυτή δεν χαλαρώνει ακόμη και στην πιο εμμονική ή ιδεοληπτική εκδοχή της. Οποιος ρίξει μια ματιά στην κομματική «Αυγή» ή τον κυβερνητικό Τύπο αποκομίζει την εντύπωση παράλληλου σύμπαντος.
Αλλά αυτό το άγχος για κάποια πολιτική επιτυχία σπρώχνει στη βιασύνη, στην αμετροέπεια, στην υπερβολή. Και εξελίσσεται στον χειρότερο εχθρό της κυβέρνησης.
Διότι αν το «καλό σενάριο», στο οποίο έχουν ενθουσιωδώς και μεγαλόφωνα επενδύσει διαψευστεί, τότε ουσιαστικό Σχέδιο Βήτα δεν υπάρχει.
l Είτε θα υποχρεωθούν να κάνουν εκλογές το ταχύτερο δυνατόν για να προλάβουν μια ολοκληρωτικά καταστροφική διάψευση.
l Είτε θα δώσουν μια άχαρη και καταδικασμένη μάχη αγκίστρωσης στην εξουσία μήπως και αφομοιώσουν το κόστος της.
Τρίτο σενάριο δεν βλέπω στον ορίζοντα. Αλλά και στη μία και στην άλλη περίπτωση, ο Μητσοτάκης τρίβει τα χέρια του.
Θα προσθέσω όμως κάτι εκ πείρας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, οι εκλογές καθίστανται πολύ εύκολα αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Το έπαθε ο Κ. Καραμανλής το 2009.
Αλλά με μια διαφορά. Τότε το προβάδισμα του ΠαΣοΚ ήταν πολύ πιο μικρό ενώ ο Καραμανλής ήταν καταρχήν Καραμανλής και ύστερα επικεφαλής μιας μεγάλης παράταξης. Ηξερε ότι και αν χάσει, μπορούσε να επιστρέψει.
Ποιο στέλεχος της κυβέρνησης μπορεί σήμερα να έχει την ίδια βεβαιότητα; Κανένα!
Δεν είναι τυχαίο ότι οι προαγωγές στον Αρειο Πάγο και το ΣτΕ μυρίζουν δικαστική προστασία. Ούτε ότι αγωνιούν να αποκτήσουν μονιμότερα ερείσματα στα μίντια με άγαρμπες και μάλλον καταδικασμένες κινήσεις ή συμμαχίες.
Γι’ αυτό και οι τελικές αποφάσεις της κυβέρνησης και του Πρωθυπουργού θα εξαρτηθούν από πολλούς παράγοντες και πολλές παραμέτρους. Σε προσωπικό και πολιτικό επίπεδο.
Πράγμα που σημαίνει ότι τίποτε δεν είναι δεδομένο. Και τίποτε απίθανο.
Αλεσάντρα

Δεν ξέρω πόσους ενδιαφέρει αλλά το ευχάριστο με τις διαδικασίες της Κεντροαριστεράς είναι ότι ο Ραγκούσης ξεκαθάρισε πως δεν προτίθεται να γίνει αντιπρόεδρος του Μητσοτάκη.
Το δυσάρεστο είναι ότι ουδείς τού το πρότεινε και εξ όσων γνωρίζω ουδείς έχει σκεφθεί να το προτείνει ώστε η άρνηση να αποκτήσει κάποια σημασία.

Αυτό βεβαίως δεν μειώνει την αποφασιστικότητά του, ακόμη κι αν στην πολιτική είναι πάντα ευκολότερο να απορρίπτεις ό,τι δεν σου προτείνουν.
Διότι κατά τα άλλα ούτε με την Αλεσάντρα Αμπρόζιο υπάρχουν ισχυρές πιθανότητες να κάνει διακοπές στην Πάρο ο Ραγκούσης.
Δεν βγήκε όμως να το ξεκαθαρίσει δεξιά κι αριστερά!

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ