Με την επιφυλλίδα «Λόγος και πράξη» είχε αποκριθεί ο Μίμης Μαρωνίτης την άνοιξη του 1972 στον «Λόγο εναντίον της συνήθειας» του Günther Grass, προσκεκλημένου στην Αθήνα της δικτατορίας από την «Εταιρεία Μελέτης Ελληνικών Προβλημάτων» για «να σπάσει τη μοναξιά όσων –επιδέξια ή αδέξια, αυτάρεσκα ή απελπισμένα –υπερασπίζονται ακόμη την υπόθεση της δημοκρατίας στον τόπο μας». Οσοι είχαμε την τύχη να ακούσουμε τον Μαρωνίτη να διαβάζει τον Ιούνιο του 2014 το κείμενο αυτό της Ανεμόσκαλας στο Βερολίνο σε εκδήλωση του «Κέντρου Νέου Ελληνισμού» για τα 40χρονα της μεταπολίτευσης και τη γερμανική συμβολή στον αντιδικτατορικό αγώνα, αποκλείεται το πρωί της περασμένης Τρίτης να μην ανακαλέσαμε στη μνήμη την ανάγνωσή του εκείνη –ακόμη κι αν πλείστες άλλες αναμνήσεις από την πράξη και τον λόγο του δασκάλου διαγκωνίζονταν με τη θύμηση. Πέραν της απλοϊκής κατάφασης και του υπανάπτυκτου ενθουσιασμού, την καίρια στιγμή της δοκιμασίας που κρίνεσαι, ο Μίμης συνομιλούσε σε μιαν άλλη γλώσσα, ίσος προς ίσον, με τον μαχητικό συγγραφέα που είχε υποδείξει «πως στεγανά όρια ανάμεσα στον αδρανή και στον δραστήριο λόγο δεν υπάρχουν».
Ηταν η αγωνία να συντονίσουν τον βηματισμό τους λόγος και πράξη, τη στιγμή που ο ολοκληρωτισμός αποδυνάμωνε τον λόγο από κάθε πρακτική αξία, η αγωνία να μπορέσει να αποβεί ο λόγος δραστήριος, με μη στομωμένους τους αγωγούς της διακίνησής του στην πολιτική πράξη, χωρίς να αναλώνεται η έκφραση σε εκτονωτική ρητορεία.

Μπροστά σε αυτή την απορία ο Μαρωνίτης ψηλαφούσε τότε μια διττή κίνηση, που την ακολούθησε εφεξής με γεωμετρημένη συνέπεια τις δεκαετίες της εργασίας του στις λέξεις και στα πράγματα. Αφενός: «Οσοι από εκλογή ή από ανάγκη κινούνται στην περιοχή του εγκλωβισμένου λόγου, πρέπει σήμερα να είναι βασανιστικά συγκεκριμένοι». Αυτή όμως η βάσανος, η ανατομική μελέτη των φαινομένων, «ο μερισμός και ο ορισμός των μεριδίων της κακοδαιμονίας», που εξωθούν την απορία σε «ατομική και οδυνηρή εμπειρία», απαιτούν αφετέρου ένα εκρηκτικό συμπλήρωμα, καθώς ύστερα «από τη λογική και την εκφραστική διαδικασία ξαναγυρίζουμε εμβρόντητοι εκεί από όπου ξεκινήσαμε: στα ίδια τα πράγματα –μέσα μας και γύρω μας». Ο ερευνητικός και ελεγκτικός λόγος θα συναντήσει την πράξη ως «επιφωνηματική έκρηξη», ως έκπληξη πριν από τη γνώση αλλά και ως αμηχανία μετά τη γνώση, ενίοτε, έγραφε ο Μαρωνίτης, ως δημόσιο επιφώνημα.

Αν πάντως «η επιφωνηματική έκρηξη παραμένει σωτήρια γέφυρα ανάμεσα στον λόγο και στην πράξη, αυτόματη χρήση της γλώσσας μπροστά σε βίαιους ερεθισμούς προπάντων αρνητικούς: στον έντονο σωματικό πόνο, στη σκλαβιά, στη φθορά του χρόνου, στον θάνατο», πώς αρθρώνεται ένα δημόσιο επιφώνημα, για να σπάσει η μοναξιά, να μεταβληθεί σε δήμο η φοβερή ερημία του πλήθους;
Ο πολυμήχανος Μαρωνίτης, δάσκαλος της φιλότητας, έριχνε δεκαετίες τώρα τα δίχτυα του, της γραφής, της ανάγνωσης, της μετάφρασης, περίπλεχτα για να τα βγάλει πέρα με αυτή την απορία στον δρόμο της ευδαιμονίας. Στην ύστατή του μετάφραση, της σοφόκλειας Αντιγόνης στη σειρά «Μεταποιήσεις» των εκδόσεων Γκόνη το 2015, τον (απο)γοήτευσε η όρθια και μόνη, απείθαρχη ηρωίδα, καθώς «βιώνει και υπερασπίζεται στο έπακρο τη μοναξιά της, που παίρνει καθ’ οδόν τη μορφή ανυποχώρητης αντίστασης». Την προλογική του σημείωση τη σφράγισε ωστόσο και εδώ με το παραινετικό γνωμολόγιο του Χορού, απόκριση στην εξουσιαστική εμπάθεια του Κρέοντα: «Τον πρώτο λόγο έχει η φρόνηση / στον δρόμο της ευδαιμονίας. / Δεν πρέπει ν’ ασεβούμε / στους θεούς με τίποτε. / Πληρώνουν τα μεγάλα λόγια τους / οι αλαζόνες ακριβά, ωσότου αργά / να βάλουν γνώση στα γεράματα».


Ο κ. Μίλτος Πεχλιβάνος είναι καθηγητής Νέων Ελληνικών Σπουδών στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και διευθυντής του «Κέντρου Νέου Ελληνισμού».

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ