• Αναζήτηση
  • Κυψέλη αρχιτεκτονικών αριστουργημάτων

    «Γράψτε κάτι για τα αριστουργήματα της Κυψέλης. Ρημάζουν... Είναι ντροπή! Κανείς δεν κάνει κάτι» λέει η κυρία Ελένη Χ., μια ηλικιωμένη αστή, γέννημα θρέμμα της Κυψέλης.

    «Γράψτε κάτι για τα αριστουργήματα της Κυψέλης. Ρημάζουν… Είναι ντροπή! Κανείς δεν κάνει κάτι» λέει η κυρία Ελένη Χ., μια ηλικιωμένη αστή, γέννημα θρέμμα της Κυψέλης. Κρατώντας τις σακούλες της λαϊκής, μας σταματά την ώρα που ο φακός του «Βήματος» είχε εστιάσει σε ένα κτίριο του μοντέρνου κινήματος του Μεσοπολέμου, το οποίο ακόμη στέκει όρθιο σε πείσμα της ανοικοδόμησης. «Εδώ παρακάτω ένα νεοκλασικό καταρρέει. Ματώνει η καρδιά μου. Ανήκει στο Πανεπιστήμιο. Θα μπορούσε να γίνει πολιτιστικό κέντρο. Εδώ γεννήθηκα και την πονάω την Κυψέλη» λέει με αγανάκτηση και φεύγει βιαστικά.
    Η περιήγηση αρχίζει στο κτιριακό απόθεμα του 19ου και του πρώτου μισού του 20ού αιώνα με ξεναγό τον αρχιτέκτονα κ. Νίκο Καββαδά, συνεργάτη της οργάνωσης Monumenta, η οποία με την υποστήριξη του Ιδρύματος «Σταύρος Νιάρχος» καταγράφει, για πρώτη φορά, όλα τα αξιόλογα κτίρια της Αθήνας. Ως σήμερα έχουν μετρήσει περί τα 1.500 στο 5ο και στο 6ο Δημοτικό Διαμέρισμα (Κυψέλη, πλατεία Αμερικής, Ανω και Κάτω Πατήσια, Προμπονάς, Ριζούπολη, Λαμπρινή).
    Το ραντεβού είχε δοθεί έξω από το Μέγαρο Μεταξά (Πατησίων 150), μια πολυκατοικία του 1928 με επιρροή από art nouveau. Στο κτίριο, στο οποίο κατοίκησε για ένα διάστημα ο δικτάτορας Ιωάννης Μεταξάς, ξεχωρίζουν οι πρώιμες art deco λεπτομέρειες: εξώστες στις προσόψεις (έρκερ) σε ημιεξαγωνικό σχέδιο. Απέναντι βρίσκεται το Μικρό Πολυτεχνείο, το οποίο χτίστηκε περί το 1880 για να στεγάσει σχολή υπομηχανικών.

    «Η περιοχή της πλατείας Αμερικής και της Κυψέλης ήταν διάσπαρτη από μεγάλες βίλες»
    επισημαίνει ο κ. Καβαδάς. Από το 1930 και μετά όμως ξεκίνησε η ανοικοδόμηση, αρχικά για τα ανώτερα αστικά και μεσοαστικά στρώματα, για να καταλήξει μεταπολεμικά μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες συνοικίες.
    Στην περιοχή έζησαν, για ένα διάστημα, μεγάλοι καλλιτέχνες, όπως ο Νίκος Γκάτσος, ο Νίκος Εγγονόπουλος κ.ά. Στο νούμερο 31 της οδού Ιθάκης στέκει ακόμη ένα διατηρητέο του 1930, με προφανείς επιρροές από την art decο, στο οποίο έζησε μεταπολεμικά ο Οδυσσέας Ελύτης. Δίπλα, στο 29, επιβιώνει ένα κτίριο το Μεσοπολέμου, πιθανώς έργο του μεγάλου αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη. Ο δρόμος διατηρεί ως σήμερα πολλές μεγαλοαστικές οικίες του Μεσοπολέμου. 
    Παρά τις κατεδαφίσεις, κυρίως τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, τότε που «βαρετές», κακόγουστες πολυκατοικίες ανεγείρονταν στη θέση αριστουργημάτων, ένα σημαντικό απόθεμα αξιόλογων κτιρίων παραμένει ακόμη όρθιο. Πολλά φέρουν την υπογραφή σπουδαίων αρχιτεκτόνων, όπως ο Θουκυδίδης Βαλεντής, εκ των σημαντικότερων εκπροσώπων του μοντερνισμού στην Ελλάδα, ο εκ Κωνσταντινουπόλεως Κωνσταντίνος Κυριακίδης, ο Βασίλειος Τσαγρής, ο Αλέξανδρος Νικολούδης, εκ των ιδρυτών της Σχολής Αρχιτεκτόνων στο Μετσόβιο Πολυτεχνείο, ο Κώστας Κιτσίκης, ο Γεώργιος Θεοδωρίδης, ο Αθανάσιος Δεμίρης, ο Λεωνίδας Μπόνης κ.ά.
    Αστοχες προσθήκες


    «Αυτό που μας ενθουσίασε με τα κτίρια του 5ου και του 6ου Διαμερίσματος είναι ότι μας δίνουν μια εξαιρετική εικόνα της αρχιτεκτονικής που διαμορφώθηκε τη δεκαετία του 1920 και της αρχιτεκτονικής της μετάβασης της δεκαετίας του 1930 στον μοντερνισμό» αναφέρει η αρχαιολόγος κυρία Ειρήνη Γρατσία, συντονίστρια του προγράμματος της Monumenta.

    «Καταγράφονται όλα τα κτίρια της περιόδου 1830-1940, ακόμη και αυτά που η πρώτη τους φάση είναι προ του 1940 και στη συνέχεια άλλαξαν μορφή με τις προσθήκες ορόφων και τις ανακαινίσεις που έγιναν μεταπολεμικά, κάνοντας συχνά δύσκολη τη χρονολόγησή τους. Γι’ αυτό και γίνεται συστηματικός έλεγχος, κυρίως μέσω των παλαιών αεροφωτογραφιών»
    τονίζει η αρχαιολόγος.
    Ενα τέτοιο κτίριο βρίσκεται στην οδό Ιμβρου 22. Στο άριστα συντηρημένο κτίριο του Μεσοπολέμου διακρίνεται μια απολύτως άστοχη μεταγενέστερη προσθήκη του τελευταίου ορόφου, η οποία καταδεικνύει την απουσία αρχιτεκτονικής προστασίας των κτιρίων.
    Η υπέροχη οδός Κυκλάδων


    Στη… μεσοπολεμική οδό Κυκλάδων επιβιώνουν έξοχα δείγματα των αρχών του 20ού αιώνα, από art nouveau κτίρια ως το Μέγαρο «Καπερνάρου», την παλαιά καπναποθήκη όπου στεγαζόταν το θέατρο του Λευτέρη Βογιατζή. Εκεί, στη συμβολή με την οδό Τήνου, βρίσκεται μια ανακαινισμένη εκλεκτικιστική οικία των αρχών του Μεσοπολέμου (1910-1920), πιθανώς του Βασιλείου Τσαγρή.
    Λίγο πιο πέρα, στον αριθμό 8, ξεχωρίζει το ατελιέ της γλύπτριας Ιωάννας Σπητέρη και του τεχνοκριτικού Τώνη Σπητέρη, σχεδιασμένο το 1955 από τον αρχιτέκτονα Αριστομένη Προβελέγγιο σύμφωνα με τις αρχές του μοντέρνου κινήματος. Δίπλα του διακρίνεται κτίριο του Μεσοπολέμου όπου ήταν η κατοικία του ζεύγους Σπητέρη.
    Τα καταφύγια


    Η οδός Φωκίωνος Νέγρη κατασκευάστηκε τη δεκαετία του ’30 επάνω στο ρέμα Λεβίδη και βασίστηκε σε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό του αρχιτέκτονα Βασιλείου Τσαγρή, διευθυντής τότε της Τεχνικής Υπηρεσίας του Δήμου Αθηναίων. Σήμερα σώζονται 12-14 πολυκατοικίες του Μεσοπολέμου. Ανάμεσά τους η πολυκατοικία Πρωτόπαπα του 1933, επί των οδών Φωκίωνος Νέγρη 9 και Αγαθουπόλεως. Πρόκειται για την πρώτη μοντέρνα πολυκατοικία που κτίστηκε εκεί. Χαρακτηριστικό δείγμα αποτελεί και η art deco πολυκατοικία Λαναρά, του 1938, στον αριθμό 23.
    Στα περισσότερα κτίρια του μοντέρνου κινήματος, κυρίως της δεκαετίας του ’30, οι ερευνητές της Monumenta κατέγραψαν την ύπαρξη καταφυγίου. «Συναντήσαμε όμως και περιπτώσεις κτιρίων της δεκαετίας του 1920 που τα υπόγεια μετατράπηκαν σε καταφύγια. Μάλιστα, σε μια κατοικία του 1930 στην οδό Πάτμου σώζεται ακόμη στο υπόγειο η ξύλινη κατασκευή που φτιάχτηκε για να στηρίξει το δάπεδο και να χρησιμεύσει το υπόγειο ως καταφύγιο στους βομβαρδισμούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» επισημαίνει η κυρία Γρατσία.
    Πολλά από τα κτίρια που καταγράφηκαν κατοικούνται ή βρίσκονται σε χρήση. Ωστόσο δεν είναι λίγα τα εγκαταλειμμένα, εκ των οποίων αρκετά χρήζουν άμεσης συντήρησης. Η εγκαταλελειμμένη οικία Γ. Τυπάλδου, σύμφωνα με το οικογενειακό οικόσημο, είναι ένα διατηρητέο νεογοτθικής αρχιτεκτονικής επί της οδού Θήρας, το οποίο κατασκευάστηκε το 1914. Είναι ακατοίκητο από το 1993 και γνωστό ως «Κάστρο των Πατησίων», «Το σπίτι της Μάγισσας» ή «Μεσαιωνικός Πύργος».
    Εικόνα εγκατάλειψης έχει και το διατηρητέο νεοκλασικό επί της οδού Ανδρου 18. Από εκεί ξεκίνησε το 1925 η λειτουργία του Κολλεγίου Αθηνών, το οποίο μετεγκαταστάθηκε το 1928 στο ημιτελές τότε Μπενάκειο κτίριο του Ψυχικού.

    «Αυτά είναι που κινδυνεύουν. Η οικονομική κρίση κάνει ακόμη πιο δύσκολη την αποκατάστασή τους. Αν δεν υπάρξουν κίνητρα για τους ιδιοκτήτες τους, δύσκολα θα γίνει κάτι»
    αναφέρει η κυρία Γρατσία.
    Πριν από λίγες ημέρες ξεκίνησε η καταγραφή κτιρίων στο 7ο Δημοτικό Διαμέρισμα (Γκύζη, Αμπελόκηποι, Γουδή), στο οποίο παρά τη μεγάλη ανοικοδόμηση σώζονται πολλά δείγματα των δεκαετιών του 1920 και του 1930. Στη συνέχεια θα προχωρήσουν και στα υπόλοιπα διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων. Την ερχόμενη Τρίτη θα γίνει η παρουσίαση των πρώτων αποτελεσμάτων του προγράμματος στο κτίριο του 8ου Γενικού Λυκείου στην πλατεία Κολιάτσου.


    Μια ευρωπαϊκή κηπούπολη
    Μοιράζοντας γάλα στην Κυπριάδου

    Στο τέρμα της οδού Πατησίων δημιουργήθηκε τη δεκαετία του 1920 από τον επιχειρηματία Επαμεινώνδα Κυπριάδη μια πρότυπη συνοικία με φαρδείς δρόμους, πλατιά πεζοδρόμια, μεγάλες πλατείες και οικοδομές με πρασιές – μια κηπούπολη στα πρότυπα των ευρωπαϊκών.
    Εκεί είχε το γαλακτοπωλείο του και ο κ. Κωνσταντίνος Σχίζας, στο ισόγειο μιας πολυκατοικίας επί της οδού Χαλεπά Γιαννούλη, το οποίο σήμερα έχει μετεξελιχθεί σε καφέ, όπου πραγματοποιήθηκε προ ημερών συνάντηση των ερευνητών της Monumenta. 

    «Με την ανοικοδόμηση χάθηκαν τα σπίτια του Κυπριάδη»
    τονίζει ο κ. Σχίζας. Θυμάται που ξεκίναγε τη δεκαετία του 1950 τη δουλειά στο γαλακτοπωλείο της πλατείας Χαλεπά στις 5 το πρωί. Οπως λέει, το γάλα ΑΣΠΡΟΛ ερχόταν σε γυάλινα μπουκάλια από τον Ασπρόπυργο και το μοίραζε αρχικά με το ποδήλατό του και στη συνέχεια με τρίκυκλο σε κάθε σπίτι της περιοχής και ακόμη πιο μακριά. Τα άφηνε στην πόρτα για να προλάβει να μοιράσει τα 480 μπουκάλια. «Τόσα ήταν στις πολύ καλές εποχές» σημειώνει. Θυμάται με νοσταλγία ένα-ένα τα σπίτια της πλατείας Χαλεπά και τους ανθρώπους που έζησαν σε αυτά, τον Δημήτρη Πικιώνη, τον Προβελέγγιο, τον Παπαλουκά, τον Αργυρό, που πέρναγαν από το μαγαζί του. Αναφέρεται όμως με πίκρα στις μεγάλες κατεδαφίσεις των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Πράγματι ο οικισμός, ο οποίος αναγνωρίστηκε το 1933, προσέλκυσε το ενδιαφέρον από τους κύκλους των διανοουμένων, όπως επισημαίνεται στο βιβλίο των Θανάση Γιοχάλα και Τόνιας Καφετζάκη «Αθήνα – Ιχνηλατώντας την πόλη με οδηγό την Ιστορία και τη λογοτεχνία». Εκεί εγκαταστάθηκαν γνωστοί ζωγράφοι, όπως οι Ουμβέρτος Αργυρός, Φώτης Κόντογλου, Σπύρος Παπαλουκάς, Γ. Βακαλό, Δημήτρης Πικιώνης, Γιώργος Δροσίνης, Δημήτρης Γλυνός κ.ά.
    Στην κηπούπολη ξεκίνησε πιλοτικά και η καταγραφή των φυτών και των δέντρων που περιβάλλουν παλαιά κτίρια της περιόδου 1830-1940. «Στόχος είναι να συγκεντρώσουμε στοιχεία για τη βλάστηση που συνδέεται με τα κτίρια, χρονολογικά στοιχεία, πληροφορίες για το κλίμα, την κατάσταση και τη σπανιότητα των φυτών» λέει η κυρία Γρατσία. Η πρώτη καταγραφή έγινε στον κήπο μιας μονοκατοικίας του 1928 στη συμβολή των οδών Ροστάν και Αγίας Λαύρας. «Καταγράψαμε τα φυτά και τα δέντρα που φύτρωσαν και φυτεύτηκαν στον κήπο της. Πεύκα, φοίνικας, μανταρινιά, νεραντζιές, γιούκα, σεφλέρες, γιασεμιά ήταν μερικά. Με το εργαλείο Pressler χρονολογήθηκαν τα πεύκα, 50-60 ετών, και αναγνώσθηκαν τα κρυμμένα μυστικά των δακτυλίων» σημειώνει.

    ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

    Κοινωνία
    Σίβυλλα
    Helios Kiosk